Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ «ΠΡΟΜΑΧΩΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ» ΣΤΙΣ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΙΩΑΝΝΑ ΣΤΕΡΙΩΤΟΥ
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ «ΠΡΟΜΑΧΩΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ» 
ΣΤΙΣ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 
(το άρθρο παρουσιάστηκε στις 14 Μαρτίου 2012 στα πλαίσια των διαλέξεων του Συλλόγου Μεταπτυχιακών & Υποψηφίων Διδακτόρων του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.)
   Όταν αναφερόμαστε στις οχυρώσεις της Ελλάδας, οι οποίες ως κύριο στοιχείο της αμυντικής τους διάρθρωσης και διαμόρφωσης χαρακτηρίζονται από τους προμαχώνες, δηλαδή οχυρώσεις που ακολουθούν το «προμαχωνικό σύστημα», εννοούμε εκείνες των περιοχών του ελλαδικού χώρου που βρέθηκαν στην πορεία του ιστορικού τους βίου υπό την βενετική κυριαρχία.
   Η οχυρωματική αρχιτεκτονική στις ενετοκρατούμενες  περιοχές της Ελλάδας έχει να παρουσιάσει πολλά λαμπρά παραδείγματα. Είναι οι οχυρώσεις μιας πολύ σημαντικής περιόδου της αμυντικής τέχνης, όταν μετά την καθιέρωση της πυρίτιδας και την παράλληλη ανακάλυψη και εξέλιξη του πυροβολικού, δημιουργήθηκε μια επανάσταση σε όλα τα στοιχεία της άμυνας, της επίθεσης, στα όπλα και στις οχυρώσεις. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις νησιωτικές περιοχές και στα παράλια της νότιας και δυτικής Ελλάδας. Ταυτόχρονα με τις γεωγραφικές ανακαλύψεις, όπως ο περίπλους της Αφρικής το 1498, που στέρησαν από τις ιταλικές πόλεις –κράτη το προνόμιο του «μεσάζοντα» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, άρχισε η απώλεια των βενετικών και γενουατικών κτήσεων στην Ανατολή και φυσικά των αντίστοιχων στην Ελλάδα. Στον τομέα της φρουριακής αρχιτεκτονικής οι εξελίξεις υπήρξαν επίσης ραγδαίες. Οι μεσαιωνικές οχυρώσεις δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσουν τη συνεχώς αυξανόμενη δύναμη του πυροβολικού, γι’ αυτό από τα μέσα του 15ου αιώνα έως τις αρχές του επόμενου άρχισαν να προσαρμόζουν στα υπάρχοντα φρούρια συμπληρωματικές αμυντικές κατασκευές. Η αλλαγή ολοκληρώθηκε μέσα στον 16ο αιώνα, καθιερώνοντας το «προμαχωνικό σύστημα» με βασική αρχή λειτουργίας τα «πλευρικά πυρά». Κατά τον 17ο αιώνα οι ανάγκες αντιμετώπισης της ακόμη μεγαλύτερης δύναμης πυρός του πυροβολικού, οδήγησε στην κατασκευή ενός πλήθους μικρότερων οχυρωμάτων, εκτός της κύριας τάφρου, που σκοπό είχαν να κρατήσουν τον εχθρό όσο το δυνατόν μακρύτερα από την κυρία οχύρωση. Τέλος μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα η φρουριακή αρχιτεκτονική θα συνέχιζε να στηρίζεται στις βασικές αρχές του 16ου αιώνα, ακολουθώντας βέβαια την ανάπτυξη του πυροβολικού. Όλη αυτή η εξέλιξη αποδεικνύεται από μια σειρά οχυρώσεων στα Ιόνια νησιά (Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο, Λευκάδα), στις δυτικές ακτές της Ελλάδας, στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη και λιγότερο στα νησιά του Αιγαίου.
  Ο συνδυασμός λοιπόν των προαναφερθέντων ιστορικών συγκυριών και γεγονότων με τις εξελίξεις στον τομέα της οχυρωματικής τέχνης οδήγησε τη Βενετία, που έβλεπε να εξασθενεί επικίνδυνα η δύναμή της, να αποφασίσει την κατασκευή πολυάριθμων φρουρίων τόσο στην Terraferma, όσο και στις κτήσεις της στην Ανατολή. Στην ανάπτυξη αυτών των οχυρωματικών κατασκευών της Βενετικής Δημοκρατίας χαράχθηκε από τα μέσα του 16ου αιώνα και μετά, όλη η εξέλιξη της νέας αμυντικής τεχνικής.  Γι’ αυτό και τα φρούρια στις ενετοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας, φρούρια με προμαχώνες, είναι από τα σημαντικότερα παραδείγματα του «προμαχωνικού συστήματος» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προ-προμαχωνική  περίοδος
   Μια σύντομη αναδρομή στην κατάσταση που επικρατούσε στις ενετικές κτήσεις – λιμάνια /φρούρια πριν την καθιέρωση του συστήματος αυτού θα είναι χρήσιμη για την ιστορική συνέχεια και την καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης αυτής.
  Ας δούμε λοιπόν συγκεκριμένα ποια ήταν τα γεγονότα, αρχίζοντας από την πόλη-βάση του Negroponte, τη σημερινή Χαλκίδα. Οι Βενετοί έδωσαν μεγάλη προσοχή, αρχικά, στην  ενίσχυση και επέκταση των οχυρώσεων της Χαλκίδας (Negroponte).
  Από τον 13ο και κυρίως τον 14ο αιώνα που η Γαληνοτάτη απέκτησε ολοκληρωτικά την Εύβοια, το Κάστρο της Γέφυρας (του Ευρίπου) έγινε μια από τις κυριότερες βάσεις του βενετικού στόλου στην καρδιά του Αιγαίου, πραγματική γέφυρα που ένωνε τη Θεσσαλία με τη νοτιοδυτική Ελλάδα και τις ελληνικές επαρχίες με την Ασία και την  Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό λοιπόν το 1461 στάλθηκαν στη Χαλκίδα μηχανικοί και ειδικοί των οχυρωματικών έργων, οι οποίοι επεξεργάστηκαν νέα σχέδια για την αξιοποίηση των παλιών τειχών και προγράμματα νέων οχυρωματικών κατασκευών.
  Δυστυχώς η καταστροφή των οχυρώσεων της Χαλκίδας, δηλαδή των μεσαιωνικών, με τις όποιες προσθήκες έκαναν οι Βενετοί πριν την τελική κατάληψη της πόλης –λιμανιού το 1470 από τους Οθωμανούς, υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική • άρχισε να συντελείται από τα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε το 1890 στο πλαίσιο της γενικής κατεδάφισης των οχυρώσεων της πόλης. Το γεγονός αυτό δεν μας επιτρέπει να έχουμε σαφή αντίληψη για τις πρώτες εκείνες αμυντικές κατασκευές που πιθανότατα έκαναν οι Βενετοί κατά την πρώιμη εποχή του πυροβολικού.
   Η μόνη δυνατότητα να αντιληφθούμε τη δομή της οχυρωμένης πόλης είναι τα σχεδιαγράμματα της πολιορκίας το 1688 από τις συμμαχικές δυνάμεις των Βενετών, στην προσπάθεια του Francesco Morosini να ανακαταλάβει τις παλιές κτήσεις της Γαληνοτάτης, κατά την εκστρατεία του το 1684 και τη δημιουργία του «Βασιλείου του Μοριά», καθώς επίσης και ορισμένες παλιές φωτογραφίες .
   Στην Κρήτη βελτίωσαν με διάφορες προσθήκες τους μεσαιωνικούς (βυζαντινούς) οχυρούς περιβόλους του Χάνδακα, των Χανίων και ίσως του Ρεθύμνου, ενώ πιθανότατα κατασκεύασαν στοιχειώδη έργα για την άμυνα των «μπούργκων» που ήδη είχαν αναπτυχθεί, έως τον 15ο αιώνα, έξω από τις τρεις μεγάλες πόλεις του «Βασιλείου», προς την εξοχή. Σαφείς πληροφορίες όμως δεν υπάρχουν γι’ αυτές τις τελευταίες επεμβάσεις, με τοπογραφικό προσδιορισμό, ή και σαφή αρχαιολογικά δεδομένα.
  Για την Κέρκυρα θα περιοριστώ να αναφέρω μόνο ορισμένα πολύ βασικά, ιστορικά στοιχεία.
   Η Κορυφώ, δηλαδή ο βυζαντινός οικισμός της χερσονήσου που προβάλλει προς τα ανατολικά μέσα στο πέλαγος με τους πύργους και τα τείχη που τον περιέβαλαν, το γνωστό Παλιό Φρούριο, αποτέλεσε για τη Βενετία, το κοινωνικό και διοικητικό κέντρο και φυσικά την ισχυρότερη οχυρή βάση της στο νησί και το Ιόνιο πέλαγος, από το 1386 έως το 16ο αιώνα. Τα πρώτα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Βενετών στην Κέρκυρα ξεκίνησαν το 1402 και συνεχίστηκαν το 1414 και πρέπει να αφορούσαν έργα μέσα στο Παλιό Φρούριο.  Στο τέλος του 15ου αιώνα άρχισε η διάνοιξη του καναλιού της θαλάσσιας τάφρου, της Contrafossa, που καθιστούσε το Παλιό Φρούριο ένα «νησί», εξασφαλίζοντας σ’ αυτό καλύτερη άμυνα, ένα τεχνικό έργο που συνεχίστηκε και τον 16ο αιώνα, έως το 1520. Γι’ αυτό το μέτωπο θα αναφέρω παρακάτω ορισμένα βασικά στοιχεία, όπου αναπτύσσονται προμαχώνες με ευθύγραμμα «πλευρά».
    Οι επεμβάσεις των Βενετών στα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου πελάγους – Ζάκυνθο, Κεφαλλονιά, Κύθηρα, Αγία Μαύρα (Λευκάδα) – με την κατασκευή νέων οχυρωματικών έργων ή με προσθήκες στα υπάρχοντα ήταν μικρότερης κλίμακας, όχι όμως λιγότερο σημαντικές.
   Στην Πελοπόννησο οι Βενετοί οχύρωσαν τη Μεθώνη και την Κορώνη συστηματικά από την αρχή της κυριαρχίας τους σ’ αυτές (1206), αναπτύσσοντας τα δύο αυτά λιμάνια της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, τα «μάτια της Γαληνοτάτης προς την Ανατολή» όπως τα αποκαλούσαν, σε σημαντικά κέντρα γεμάτα ζωή και ευημερία έως το 1500, οπότε άρχισε η πρώτη περίοδος της οθωμανικής κατοχής τους.
  Πιο συγκεκριμένα στην Κορώνη οχύρωσαν μια μεγάλη έκταση που βρισκόταν χαμηλότερα και ανατολικά του αρχικού βυζαντινού κάστρου • στη Μεθώνη  επεξέτειναν τις παλαιότερες οχυρώσεις με διάφορες προσθήκες και κυριότερη κατασκευή εκείνη του προμαχώνα Bembo, στα δυτικά της εισόδου στο φρούριο.  Όμως οι κύριες οχυρωματικές επεμβάσεις με προμαχωνικό σύστημα, έγιναν κατά τη 2η ενετοκρατία (1684-1715), με την εκστρατεία του Francesco Morosini και τη δημιουργία του «Βασιλείου του Μοριά».
   Σε όλα τα άλλα κάστρα της Πελοποννήσου που κατείχαν σε διάφορες περιόδους οι Βενετοί μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, δεν καταγράφονται σημαντικά οχυρωματικά έργα, με εξαίρεση βέβαια το Ναύπλιο, όπου άρχισαν να οργανώνουν την άμυνα της πόλης μετά το 1470 (κατάληψη της Χαλκίδας από τους Οθωμανούς), με την κατασκευή σειράς οχυρωμάτων, όπως: το φρούριο Μπούρτζι στη βραχονησίδα στην είσοδο του κόλπου, το Castel del Toro –torrione- που ήταν ένας τρίτος οχυρός περίβολος στο ανατολικό άκρο του λόφου της Ακροναυπλίας, σε επέκταση της μεσαιωνικής οχύρωσης και η περιτείχιση της πόλης, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί προς το λιμάνι και η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα.
   Στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι δεν θα κάνω καμιά αναφορά στο τι συνέβη στα Δωδεκάνησα και κυρίως στην πόλη της Ρόδου, η οποία έχει να επιδείξει σειρά σημαντικών οχυρωματικών κατασκευών σ’ εκείνη την πρώιμη για το προμαχωνικό σύστημα περίοδο,  το 2ο μισό του 15ου αιώνα και τις αρχές του 16ου, τις οχυρωματικές κατασκευές που εφάρμοσαν οι Ιωαννίτες Ιππότες στη Ρόδο, πριν την παραδώσουν στους Οθωμανούς το 1520, μαζί με όλες τις βάσεις τους στα Δωδεκάνησα.
    Επανερχόμενοι στη Βενετία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλη αυτή η δραστηριότητα που άρχισε στην Πελοπόννησο, ιδιαίτερα στα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης, αλλά κυρίως στις οχυρώσεις του Ναυπλίου, αποτέλεσε το προοίμιο ενός πολύ σημαντικού αμυντικού προγράμματος που θα ακολουθούσε στην Κρήτη και στην Κέρκυρα από την εποχή του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540), σε όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα και αργότερα κατά τον 17ο αιώνα. Είναι η εποχή που αναπτύσσεται σε όλη του την πληρότητα το προμαχωνικό σύστημα στις οχυρώσεις του ελλαδικού χώρου.  Είναι η ίδια εποχή (1542) που η φροντίδα των Βενετών για τις οχυρώσεις των κτήσεών τους φαίνεται και από την καθιέρωση του τόσο σημαντικού θεσμού- αξιώματος των Προνοητών για τα Φρούρια (Provveditori alle Fortezze).
   Οι οχυρώσεις με προμαχώνες που κατασκεύασαν οι Βενετοί στην Κρήτη είναι πράγματι ένα «ανοικτό βιβλίο» της εξέλιξης του «προμαχωνικού συστήματος», είναι δημόσια έργα μεγάλης ιστορικής, τεχνικής αξίας, που αποδεικνύουν την οργάνωση του Βενετικού κράτους • είναι έργα που έγιναν με την ευθύνη των επιτελών και των στρατιωτικών μηχανικών στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης, με τη συμμετοχή των «πρώτων» αρχιμαστόρων, ντόπιων Ελλήνων κατά το πλείστον, αλλά και με τις προσωπικές αγγαρείες χιλιάδων ντόπιων κατοίκων της υπαίθρου της Κρήτης, των χωρικών [ η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε βέβαια σε όλες τις κτήσεις της Βενετίας στην Ελλάδα].
    Στο Ρέθυμνο, ο οχυρός περίβολος της πόλης που θεμελιώθηκε το 1540, αλλά καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό το 1571, αποτέλεσε ένα προμαχωνικό σύστημα στοιχειώδες, πολύ απλό στην χάραξή του. Μετά το 1571, αποφασίστηκε η κατασκευή της Φορτέτσα, στο λόφο του Παλαιοκάστρου σε σχεδιασμό ενός μικρού, οχυρωμένου οικισμού – πόλης, με προμαχώνες και όλη την σχετική υποδομή δημοσίων και στρατιωτικών κτηρίων στο εσωτερικό του περιβόλου της.
   Στα Χανιά, οι Βενετοί εφάρμοσαν στο ίδιο πρόγραμμα αμυντικής κάλυψης του νησιού νέο προμαχωνικό μέτωπο / περίβολο, την ίδια περίοδο του 3ου βενετοτουρκικού πολέμου (1537 – 1540).  Ήταν προσαρμοσμένο στην τοπογραφία της περιοχής, με προμαχώνες των οποίων τα «πλευρά» ήταν ευθύγραμμα, ή με στοιχειώδη χάραξη «χαμηλών πλατειών», της πρώιμης περιόδου (1ο μισό – μέσα 16ου αιώνα).
  Τα τείχη του Ηρακλείου, του μεσαιωνικού Χάνδακα, της ενετικής Candia, του Μεγάλου Κάστρου των χρόνων της οθωμανικής περιόδου και των νεότερων χρόνων αποτελούν κατά τη γνώμη μου την αρτιότερη εφαρμογή του προμαχωνικού συστήματος σε ολόκληρη την Ελλάδα. Κατασκευάστηκαν στον κύριο όγκο τους κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα.
   Ας επανέλθουμε όμως στην εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων σε σχέση και με την εξέλιξη των οχυρώσεων.
    Μετά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1537-1540), αλλά και αργότερα, ύστερα από την απώλεια του «Βασιλείου της Κύπρου» (1571), οι κυριότερες κτήσεις της Γαληνοτάτης ήταν πλέον το ¨Βασίλειο της Κρήτης» και βέβαια οι βάσεις της στα Ιόνια νησιά, με πρώτη την πόλη της Κέρκυρας.  Γι’ αυτό σε αυτές τις περιοχές η Βενετία επικέντρωσε το ενδιαφέρον της και τη φροντίδα για οχύρωση και άμυνα. Τα έργα που προαναφέρθηκαν, ενταγμένα στο πρόγραμμα το οποίο οργάνωσε αρχικά ο Michele Sanmicheli (θα αναφερθούμε παρακάτω αναλυτικότερα), τόσο στην Κρήτη όσο και στην Κέρκυρα, ολοκληρώθηκαν έως το 1600 –στο μεγαλύτερο τμήμα τους- αλλά υπήρξαν πάντα επεμβάσεις μικρότερης κλίμακας, προσθήκες ή βελτιώσεις που συνέχισαν να προτείνουν και να κατασκευάζουν οι επιτελείς και οι μηχανικοί της Γαληνοτάτης έως τα μέσα του 17ου αιώνα.
   Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να δούμε την εφαρμογή αυτή παράλληλα και μέσα από το έργο των σημαντικότερων στρατιωτικών μηχανικών που είχε στην υπηρεσία της η Βενετία. Από το σύνολο των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών που είχε στην υπηρεσία της η Βενετία  για τα δημόσια έργα στις αποικίες της στην Ανατολή το 16ο και 17ο αιώνα, σημαντικότατο ρόλο έπαιξαν εκείνοι που πέρασαν και δούλεψαν κυρίως στην Κρήτη, αλλά και στην Κέρκυρα και σε άλλες πόλεις-λιμάνια της επικράτειά της στον ελλαδικό χώρο. Οι μηχανικοί αυτοί ήταν από τα μεγαλύτερα ονόματα της Ιταλίας, αλλά και της Ευρώπης, ιδίως τον 17ο αιώνα, πρωτοπόροι στην αστική, αλλά κυρίως στην στρατιωτική αρχιτεκτονική. Η συμβολή τους στην εξέλιξη της οχυρωματικής τεχνικής και στην ανάπτυξη των φρουρίων με προμαχώνες, ακριβώς αυτήν την περίοδο που εξετάζουμε, ήταν καθοριστική, όχι μόνο στο κράτος της Βενετίας ή την ιταλική χερσόνησο, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικούς: αρχίζοντας από τον Giano da Campofregoso και τον Gabriele Tadino da Martinengo, τους μηχανικούς οι οποίοι στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα ασχολήθηκαν και έβαλαν τις βάσεις στη χάραξη του νέου οχυρού περιβόλου του Χάνδακα • για να περάσουμε στο μεγάλο maestro της Βερόνα, τον αρχιτέκτονα Michele Sanmicheli. Η Βενετία τον διόρισε γενικό επιθεωρητή οχυρώσεων και πυροβολικού, όλης της επικράτειάς της, από το 1535 και την περίοδο που οι επιχειρήσεις του τρίτου βενετο-τουρκικού πολέμου βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, το 1538 περιόδευσε στη Δαλματία, στην Κέρκυρα και στην Κρήτη. Θεωρούμε ότι έθεσε τα θεμέλια του προμαχωνικού συστήματος στην Ελλάδα, στις οχυρώσεις της Κέρκυρας και της Κρήτης, εφαρμόζοντας την πρώτη ολοκληρωμένη μορφή του πενταγωνικού προμαχώνα, με τα ευθύγραμμα «πλευρά» • λαμπρά παραδείγματα το «μέτωπο» στην contrafossa της Κέρκυρας, αλλά και τα τείχη του Χάνδακα στην αρχική, πρώτη φάση, όπως αυτή διαγράφεται στα σχεδιαγράμματα από τα βενετικά αρχεία.
   Αυτήν ακριβώς την περίοδο πρότεινε νέα σχέδια και κατασκευαστικά προγράμματα για τον οχυρό περίβολο του Ρεθύμνου, εκείνο των Χανίων και φυσικά του Χάνδακα, με σκοπό να καλυφθούν αμυντικά με νέες, σύγχρονες για την εποχή οχυρώσεις τα «προάστια» που είχαν ήδη αναπτυχθεί σε κανονικές πόλεις, έξω από τα μεσαιωνικά τείχη των πόλεων αυτών.
   Στην Κέρκυρα ο Μ. Sanmicheli σχεδίασε και κατασκεύασε τους δύο προμαχώνες του Παλιού Φρουρίου προς την contrafossa, όπου και η κύρια πύλη, ενώ οργάνωσε και ολόκληρο τον οχυρό περίβολο με προμαχώνες που περιέλαβε όλα τα προάστια, εξασφαλίζοντας την άμυνα της ανεπτυγμένης πλέον πόλης της Κέρκυρας από τη μια πλευρά της θάλασσας, τη νότια έως τη βόρεια, όπου ενισχυόταν και με ένα ισχυρότατο φρούριο, το Νέο. Έτσι το Παλιό Φρούριο παρέμενε πλέον ως στρατιωτική βάση, για την κάλυψη της φρουράς της πόλης.
   Την ίδια περίοδο επίσης προτάθηκαν και από τους συνεχιστές του Sanmicheli, ειδικά την Κρήτη, σημαντικά οχυρωματικά έργα –φρούρια- σε νησίδες που εξασφάλιζαν τον έλεγχο της εισόδου ασφαλών φυσικών λιμένων και κόλπων (Γραμβούσα, Σούδα, Σπιναλόγκα), ή σε σημαντικά σημεία των παραλίων της Κρήτης (Παλιόκαστρο Χάνδακα, Παλιόκαστρο Σητείας, στη νήσο Γαύδο και άλλα).
   Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι ένα άλλο θέμα που αντιμετώπισε ο Sanmicheli ήταν ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας αρκετών στρατιωτικών έργων του, όπως ήταν οι μεγάλες πύλες στα φρούρια που σχεδίαζε και συγκεκριμένα των όψεων των πυλών που ήταν στραμμένες προς το εσωτερικό των πόλεων – βλ. πύλη Ιησού στον Χάνδακα. Το έργο του Michele Sanmicheli συνέχισαν σπουδαίοι μηχανικοί που υπηρέτησαν τη Γαληνοτάτη. Και πάλι στην Κρήτη συνέχισε επάξια ο ανιψιός του Gian Girolamo Sanmicheli κατά τη δεκαετία του 1540, ο οποίος στη συνέχεια πέρασε στην Κύπρο όπου πέθανε το 1559 στην Αμμόχωστο.
  ΄Ενας άλλος πολύ σημαντικός μηχανικός που έδρασε στην Κρήτη –και στην Κύπρο- ήταν ο Giulio Savorgano, ο οποίος ήταν ο κύριος συντελεστής του τελικού σχεδιασμού των καρδιόσχημων προμαχώνων του Χάνδακα, με τα «πλευρά» που αποτελούνται από την «χαμηλή πλατεία» σε εσοχή, προστατευμένη από το προεξέχων καμπύλο τμήμα – orecchione. Αλλά και στις κύριες –εσωτερικές- όψεις των πυλών έδωσε έναν μνημειακό χαρακτήρα, με στοιχεία αστικής αρχιτεκτονικής – βλ. Πύλη Αγίου Γεωργίου στον Χάνδακα.
  Στο σημείο αυτό αξίζει πιστεύω να γίνει αναφορά σε ορισμένα ευρήματα που προέκυψαν στα τείχη του Ηρακλείου, κατά τη διάρκεια των εργασιών αναμόρφωσης και ανάπλασης του οχυρού περιβόλου. Στη βόρεια «χαμηλή πλατεία» του προμαχώνα του Παντοκράτορα, κατά τις εργασίες που προαναφέραμε σε μια περίοδο μετά από έντονες βροχοπτώσεις, έγινε μια σημαντική κατάρρευση χωμάτων από την άνω πλατεία εκείνου του «πλευρού» προς την κάτω (χαμηλή) πλατεία.
   Η απομάκρυνση των χωμάτινων όγκων που έγινε άμεσα, καταρχήν για λόγους ασφαλείας του εργοταξίου, αποκάλυψε μια κατασκευή που βρισκόταν στις τεχνιτές –ιστορικές επιχώσεις. Μετά τους πρώτους καθαρισμούς καταλήξαμε όλοι οι συνεργαζόμενοι στο έργο, ότι βρισκόμασταν μπροστά στα υπόλοιπα κάποιου στεγασμένου κανονιοστασίου – casamatta- που πρέπει να είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά τον πρώτο σχεδιασμό την εποχή του Sanmicheli, με τα ευθύγραμμα «πλευρά», όπως ακριβώς εικονίζεται στα δύο πρώτα, ακριβή σχεδιάγραμμα των τειχών του Χάνδακα, του 1567 και 1573.
  Από τα στοιχεία των αρχείων τεκμηριώνεται ότι εκείνη η αρχική χάραξη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αλλά ενσωματώθηκε στην νέα χάραξη που όρισε ο Giulio Savorgano, περίπου το 1560. Όπως αυτή η κατασκευή είχε στραμμένο το μεγάλο άνοιγμά της προς την «χαμηλή πλατεία», αποφασίστηκε να διατηρηθεί και να είναι ορατό, αφού θα καλυπτόταν από μια κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα που ως γέφυρα θα υποστήριζε τους υπερκείμενους όγκους χωμάτων που έπρεπε να επανατοποθετηθούν για την διαμόρφωση και πάλι  της «υψηλής πλατείας» του προμαχώνα.
   Συνεχίζουμε το ιστορικό της κατασκευής των φρουρίων με προμαχώνες • Sforza Pallavicini,  Latino Orsini, Girolamo και Nestore Martinengo είναι μερικά επί πλέον ονόματα των στρατιωτικών μηχανικών που συναντούμε συχνά στις αναφορές και στις εκθέσεις των Βενετικών Αρχείων που αφορούν τις οχυρώσεις της Κρήτης.
    Επίσης το 1o μισό του 17ου αιώνα,  ένας άλλος σπουδαίος μηχανικός που υπηρέτησε τη Βενετία στην Κρήτη, ήταν ο Francesco Basilicata, ο οποίος απασχολήθηκε σε διάφορα δημόσια έργα, κυρίως ύδρευσης, λιμανιών, αλλά και οχυρώσεων.  Στα έργα της Κέρκυρας, εκτός των Gian Girolamo Sanmicheli, Sforza Pallavicini και Giulio Savorgano, εργάστηκαν οι μηχανικοί Agostino da Castello,  Ferrate Vitelli  και Moretto Calabrese,  όπως αποδεικνύεται από τα αρχεία.
  Φτάνουμε λοιπόν στην περίοδο του μεγάλου Κρητικού πολέμου που άρχισε το καλοκαίρι του 1645, με την απόβαση των οθωμανικών στρατευμάτων στον κόλπο των Χανίων, στα δυτικά της πόλης, κοντά στο μοναστήρι της Γωνιάς. Η Βενετία αγωνιζόταν σχεδόν μόνη της. Είναι αυτονόητο ότι στη δύσκολη εκείνη περίοδο, η συμμετοχή των στρατιωτικών μηχανικών ήταν καθοριστική, αλλά και τα οχυρωματικά έργα  αποτέλεσαν τον ουσιαστικότερο τομέα δράσης και ενεργειών της Γαληνοτάτης. Διευθετήθηκαν συμπληρωματικά έργα στις οχυρώσεις των τριών πόλεων της Κρήτης, ή στην κατασκευή νέων εξ ολοκλήρου αμυντικών κατασκευών. Κατά την πολύχρονη πολιορκία του Χάνδακα (1647 – 1669) αναπτύχθηκε η οχυρωματική τεχνική εκτός της κύριας τάφρου στην εξοχή, με την κατασκευή σειράς μεμονωμένων οχυρωμάτων  γύρω από αυτήν, οχυρωμάτων που συνετέλεσαν κι αυτά στην εξέλιξη των γεγονότων της φοβερής εκείνης πολιορκίας. Ταυτόχρονα όμως αναπτύχθηκε η μέθοδος των ανθυπονομεύσεων – contramine- σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναφέρεται ότι η πολιορκία του Χάνδακα ήταν ένας αγώνας που κρίθηκε, κυρίως, στις στοές των λαγουμιών κάτω από τη γη.
   Αδιάψευστοι μάρτυρες της υψηλής αυτής τεχνικής η οποία αναπτύχθηκε από τους επιτελείς και τους μηχανικούς της Βενετίας, είναι τα ακριβέστατα σχέδια των οχυρώσεων της Κρήτης, αλλά και άλλων περιοχών που έγιναν στόχος των Οθωμανών μέσα στον 17ο αιώνα, σχέδια που απεικονίζουν πολιορκίες, ναυμαχίες, τοπογραφικά οχυρωμένων πόλεων, με τις ευρύτερες περιοχές τους, κατασκευαστικά σχέδια μεμονωμένων οχυρών και επί μέρους αμυντικών έργων. Οι μηχανικοί αυτοί, όχι μόνον Ιταλοί αλλά και από την υπόλοιπη Ευρώπη, υπήρξαν οι κύριοι συντελεστές στην εφαρμογή της στρατιωτικής οργάνωσης της Βενετίας στις περιοχές που ακόμη κατείχε.  Στοιχεία για μηχανικούς έχουμε από τη μεγάλη πολιορκία του Χάνδακα.
   Αναφέρουμε καταρχήν τον ιππότη Filippo Besseti di Verneda, ο οποίος υπηρέτησε ως ανώτατος μηχανικός του Χάνδακα, επιθεωρητής των οχυρώσεων και του πυροβολικού από την αρχή της πολιορκίας έως το τέλος της. Είχε τη γενική εποπτεία και το συντονισμό όλων των έργων της ενίσχυσης και επισκευής των οχυρώσεων της πόλης, αλλά και των υπόγειων στοών, των φουρνέλων, μέχρι την τελευταία φάση της ένδοξης εκείνης πολιορκίας.
   Μετά την πτώση της Κρήτης υπηρέτησε στην Κέρκυρα, όπου το 1682 ενίσχυσε την άμυνα της πόλης με μια δεύτερη γραμμή οχυρωμάτων, πέραν της τάφρου προς την ξηρά. Στη συνέχεια ακολούθησε τον Φραγκίσκο Morosini στην εκστρατεία του κατά της Πελοποννήσου, συμμετέχοντας ως μηχανικός στην πολιορκία και την κατάληψη της Κορώνης του 1685, αλλά και σε όλη την εκστρατεία του Morosini στην υπόλοιπη Πελοπόννησο.
    Ένα πλήθος όμως άλλων μηχανικών, διαφόρων εθνικοτήτων, βρίσκονταν στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης εκείνη την περίοδο της μεγάλης πολιορκίας του Χάνδακα.  Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένα ονόματα: Nicolò Zeno, Francesco de Wert (εξωτερικά οχυρώματα Χάνδακα, 1646), Zeno Lorenzo, Este d’Almerico, Castellani, Gian Giacomo Quadruplani, Alessandro Locatelli, Giovanni Florio, Francesco Querini, Girolamo Querini, Carlo Vanelli, Serravalle. Πολλοί από αυτούς πληγώθηκαν ή άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα τείχη του Χάνδακα, όπως μαρτυρούν τα ημερολόγια εκείνης της εποχής.
   H απώλεια της Κρήτης το 1669 δεν απογοήτευσε τον στρατηγό Φραγκίσκο Morosini, που την παρέδωσε στους Οθωμανούς. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, αμέσως μετά τη λήξη της πολιορκίας της Βιέννης και τη Συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας του Λίντς (1684), ξεκίνησε τη φιλόδοξη προσπάθεια με την εκστρατεία του στην Ελλάδα για την ανακατάληψη παλιών κτήσεων της Γαληνοτάτης στην Ανατολή, η οποία κατέληξε στη σύσταση του «Βασιλείου του Μοριά».
    Βρισκόμαστε ήδη στο 2ο μισό του 17ου αιώνα και οι εξελίξεις στην οχυρωματική τέχνη επέβαλαν στους Βενετούς την κατασκευή συμπληρωματικών εξωτερικών αμυντικών έργων στις οχυρώσεις που καταλάμβαναν, σε όλη την πορεία αυτής της εκστρατείας που επεκτάθηκε στη δυτική Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, μέχρι τη Χαλκίδα. Το αρχειακό υλικό στη Βενετία είναι πλουσιότατο σε στοιχεία, όχι μόνο εκθέσεις – αναφορές τεχνικού περιεχομένου, αλλά και εξαιρετικής ακρίβειας σχέδια.
  Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια σε όλες τις περιπτώσεις. Ένα σύντομο «πέρασμα» μέσα από τις απεικονίσεις του Κώδικα του «πολέμου του Μοριά», της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και την κατάληψη διαφόρων φρουρίων, αρκεί να καταδείξει τον πλούτο του υλικού αυτού:  Λευκάδα (Santa Maura), Κορώνη, Μεθώνη, Παλιό και Νέο Ναβαρίνο, Πάτρα, Ρίο και Αντίρριο, Κόρινθο και Ακροκόρινθο, μικρότερα κάστρα της ενδοχώρας της Πελοποννήσου.
    Θα επισημάνω όμως ότι αυτή την περίοδο, τη λεγόμενη (στην ελληνική βιβλιογραφία) της δεύτερης βενετοκρατίας, μεταξύ της Κέρκυρας και των μεγάλων φρουρίων της Πελοποννήσου, το Ναύπλιο έπαιξε και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού ορίστηκε ως η πρωτεύουσα του «Βασιλείου του Μοριά ».
    Εδώ ακριβώς στο Ναύπλιο οι Βενετοί θα αναπτύξουν τη μεγαλύτερη οικοδομική τους δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων, οικοδομώντας νέες οχυρώσεις, προμαχώνες, εξωτερικά οχυρά, μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 18ου αιώνα. Κύριοι συντελεστές αυτοῦ του τόσο σημαντικού έργου υπήρξαν οι διοικητές Δανιήλ Dolfin, Alvise Mocenigo, Αυγουστίνος Sagredo και κυρίως ο Φραγκίσκος Grimani ενώ οι επικεφαλής μηχανικοί ήταν ο Pietro de la Salle και ο Levesseur. Το κύριο μέλημά τους ήταν η αμυντική κάλυψη στην χερσαία ζώνη που ένωνε την ενδοχώρα με την χερσόνησο όπου αναπτύσσεται η πόλη, κάτω από το βουνό του Παλαμηδιού. Αυτό το βουνό ήταν και το κύριο μειονέκτημα της άμυνας του Ναυπλίου. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε σε αυτήν την ανατολική πλευρά ένα προμαχωνικό μέτωπο, από δύο κύριους προμαχώνες που θα ένωνε μια κορτινα, στην οποία θα ανοιγόταν και η μνημειακή, κύρια πύλη της Ξηράς. Η εφαρμογή δεν ακολούθησε τον προγραμματισμό για πολλούς λόγους. Τελικά όμως τα έργα στο μέτωπο εκείνο ολοκληρώθηκαν το 1704 και παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η μελέτη των σχεδίων που βρίσκονται στα βενετικά αρχεία εκείνης της εποχής.   Το αποκορύφωμα όμως αυτής της δραστηριότητας είναι το φρούριο του Παλαμηδιού, στην κορυφή του ομώνυμου βουνού που δεσπόζει πάνω από την πόλη του Ναυπλίου.
  Είναι πράγματι θαυμαστό πως μέσα σε τρία χρόνια (1711-1714) ένα παρόμοιο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε και είναι σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό αυτής της περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι το Παλαμήδι ήταν η τελευταία, κυριότερη αρχιτεκτονική / κατασκευαστική δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων και βέβαια των οχυρώσεων της Βενετίας στον ελλαδικό χώρο. Η βασική ιδέα της οργάνωσής του ήταν η κατασκευή μεμονωμένων οχυρωμάτων, που θα ακολουθούσαν τις βασικές αρχές του προμαχωνικού συστήματος της εποχής, οχυρών που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως ανεξάρτητα, αυτοτελώς, τοποθετημένα στα κρίσιμα σημεία του ορεινού αναγλύφου του βουνού, έτσι ώστε το πυροβολικό με το οποίο θα ήταν εφοδιασμένο το κάθε ένα να καλύπτει τα διπλανά οχυρά-προμαχώνες. Ολόκληρο αυτό το σύστημα / σύνολο περιέβαλε οχυρός περίβολος, με την κύρια πύλη προς την πλευρά της ενδοχώρας και μια δευτερεύουσα προς την πλευρά της πόλης του Ναυπλίου.
    Το φρούριο έχει 8 προμαχώνες: 6 κατασκεύασαν οι Βενετοί, έναν 7ο άφησαν ατελείωτο που τον συμπλήρωσαν οι Τούρκοι μετά το 1715, ενώ οι ίδιοι κατασκεύασαν και τον 8ο. Στο εσωτερικό του είναι προφανές ότι κάλυπτε τις ανάγκες της φρουράς: στρατωνισμοί, φυλάκια, αποθήκες πυροβολικού, διοικητήρια, φυλακές, δεξαμενές νερού, επί μέρους κτήρια που περιλαμβάνονταν, επαναλαμβανόμενα, σε κάθε ένα από αυτά τα οχυρά-προμαχώνες.vΗ μόνη μεταγενέστερη επέμβαση των Βενετών με κατασκευή οχυρών, μικρότερης κλίμακας, ήταν τα μεμονωμένα οχυρά του Αβράμη και του Σωτήρα στην Κέρκυρα, που κατασκευάστηκαν πάνω σε υψώματα προς την ενδοχώρα της πόλης.vOλοκληρώθηκαν περί το 1726, με υπεύθυνο τον στρατηγό κόμη Schülenburg.
   Ολοκληρώνοντας αυτήν τη σύντομη παρουσίαση θα θυμίσω και πάλι τα ιστορικά γεγονότα κατά τη δεύτερη δεκαετία του 18ου αιώνα και το τέλος της δεύτερης ενετοκρατίας σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας.
    Σε λίγα χρόνια, με την αντεπίθεση των οθωμανικών  κατά των χριστιανικών δυνάμεων και τις επιτυχίες των πρώτων στα βόρεια μέτωπα της Ευρώπης, άρχισε ο τελευταίος -έβδομος (Ζ΄) βενετοτουρκικός πόλεμος (1714 – 1718), ο οποίος έληξε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Η Βενετία παρέδωσε για πάντα την Πελοπόννησο και το Αιγαίο. Οι περιοχές που απέμειναν υπό βενετική κυριαρχία ήταν η Κέρκυρα, η Κεφαλλονιά με την Ιθάκη, η Λευκάδα, η Ζάκυνθος, με τα «εξαρτήματα» – βάσεις της Βενετίας στην απέναντι ηπειρωτική ακτή: Βουθρωτό, Πάργα,  Πρέβεζα και Βόνιτσα, παράλληλα δε της επιστράφηκαν τα νησιά Κύθηρα   και Αντικύθηρα. Και αυτές οι τελευταίες αποικίες, έμειναν στην κυριαρχία της Γαληνοτάτης μέχρι την τελική πτώση της, το 1797.
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ  
   Κλείνοντας αυτήν την παρουσίαση, θα επαναλάβω ότι ο ισχυρότερος και μακροβιότερος, όπως προαναφέρθηκε, αντίπαλος της Γαληνοτάτης στις περιοχές του ελληνικού χώρου, παράκτιου και νησιωτικού, όπου αναπτυσσόταν η αλυσίδα των κτήσεών της ήταν οι Οθωμανοί, οι κινήσεις των οποίων ανάγκασαν τους Βενετούς να προχωρήσουν στην κατασκευή συγχρόνων για κάθε εποχή οχυρώσεων, οχυρώσεων που ακολουθούσαν το προμαχωνικό σύστημα.
   Στο δίκτυο λοιπόν των βενετσιάνικων φρουρίων της Ελλάδας μπορεί να παρακολουθήσει κανείς, σε μεγάλο βαθμό, τα εξελικτικά στάδια του προμαχωνικού συστήματος, όπως αναπτύχθηκε από τα τέλη του 15ου αιώνα έως και τον 18ο αιώνα και στην  Ελλάδα, παράλληλα με την υπόλοιπη Ευρώπη.  Και αυτά τα ιστορικά κτίσματα, αυτές οι μνημειακές κατασκευές, όπως οι οχυρώσεις όλων των περιόδων είναι χώροι μυστηριακοί, χώροι όπου δοκιμάστηκαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, χώροι που σημάδεψαν τη μοίρα ανθρώπων και λαών. Είναι περιοχές χαμένες μέσα στον χρόνο. Υπήρξαν μάρτυρες αιματηρών γεγονότων, καθοριστικών για την ύπαρξη και τη συνέχεια της ιστορίας λαών.  Εντυπωσιάζουν όλους τους επισκέπτες, μικρούς και μεγάλους.
  Είναι μνημεία που μιλούν μόνα τους, παραδομένα στον αδυσώπητο νόμο της φθοράς του χρόνου, σιωπηλοί μάρτυρες δεινών και δύσκολων εποχών. Κρατούν τη σιωπή τους, όμως παραδίνουν στην αιωνιότητα την ιστορική μαρτυρία τους. Είναι μοναδικά μνημεία που αξίζουν την δική μας φροντίδα και προσοχή.
 ΒΑΣΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αφροδίτη Αγοροπούλου – Μπιρμπίλη, Η αρχιτεκτονική της πόλεως της Κερκύρας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, Αθήναι 1977 (διδακτορική διατριβή).
Kevin Andrews, Castles of the Morea, Princeton 1953.
Eug. Bacchion, Il dominio Vento su Corfu (1386-1797), Venice 1956.
Iορδάνης Δημακόπουλος, Η πύλη Ιησού των Βενετσιάνικων οχυρώσεων του Χάνδακα, «Φρουριακά Χρονικά», τ. Ι Αθήνα 1973, σ. 175-212.
Giuseppe Gerola, Le fortificazioni di Napoli di Romania, «Annuario della Scuola Archeologica di Atene», 13-14 (1930-1931), p. 347-410.
Giuseppe Gerola, Monumenti Veneti nell’ isola di Creta, v. 1 (a-b) – 4, Venezia 1905 – 1932/40.
Έφη Καρποδίνη-Δημητριάδη, Κάστρα Πελοποννήσου, Αθήνα 1990.
Ιωάννα Στεριώτου, Αρχές χαράξεων και κατασκευής των οχυρώσεων του 16ου αιώνα και η εφαρμογή τους στις οχυρώσεις του Χάνδακα, «Πεπραγμένα του Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου», τ. 2, Αθήνα 1981, σ. 449-475
Ιωάννα Στεριώτου, Η πολιορκία της πόλης των Χανίων από τους Βενετούς το 1692. Οι απεικονίσεις της στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, «Πεπραγμένα ΣΤ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου», τ. Β΄, Χανιά 1991, σ. 541- 565, πίν. 144-150.
Ιωάννα Στεριώτου, Οι βενετικές οχυρώσεις του Ρεθύμνου, 1540-1646. Συμβολή στην φρουριακή αρχιτεκτονική του 16ου και 17ου αιώνα, Αθήνα 1992 (διδακτορική διατριβή – έκδοση του Υπ. Πολιτισμού /ΤΑΠΑ ).
Iωάννα Στεριώτου, Βενετοί και δημόσια έργα στον ελληνικό χώρο, «Venetia quasi alterum Byzantium» – «Όψεις της ιστορίας του Βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά Τεκμήρια», έκδοση του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, 1993, σ. 485-518
Ιωάννα Στεριώτου, Ο Χάνδακας πριν από τη μεγάλη πολιορκία σε σχέδιο του Μανέα Κλόντζα, «Θησαυρίσματα», τ. 26 (1996), Βενετία 1996, σ. 225-240.
Ιωάννα Στεριώτου, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αιώνα). Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές, «Βικελαία Βιβλιοθήκη Δήμου Ηρακλείου», Ηράκλειον 1998.
Ιωάννα Στεριώτου, Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας, «Η εκστρατεία του Franc. Morosini και το «Regno di Morea» – Μονεμβασιώτικος Όμιλος , Γ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154.
Ιωάννα Στεριώτου, Η άμυνα της Βενετίας στο Ιόνιο κατά την εκστρατεία του Francesco Morosini (1684-1697): τα φρούρια των νησιών και η στρατηγική σημάδια των θαλάσσιων διάδρομε προς την ηπειρωτική ακτή, «From an ancient sea to a modern network. ADRIONIAN, Extrema-proxima. Visions, echoes, maps & routes», έκδοση του Εθνικού Κέντρου Χαρτών και Χαρτογραφικής Κληρονομιάς – Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σ.263-303.
Ιωάννα Στεριώτου, Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, «Θησαυρίσματα» τ. 33 Βενετία 2003, σ. 241-283, πιν. 1-5.
Ιoanna Steriotou, The Palamidi fortress in Nauplia in the Peloponnese: a unique fortification of the XVIII century in Greece, «Bulletin of Europa Nostra», 2005, p. 69-78.
Ιωάννα Στεριώτου, Η πολιορκία του Negroponte το 1688 από τις συμμαχικές δυνάμεις των Βενετών και η απεικόνισή της στα βενετικά αρχεία, Πρακτικά Συνεδρίου «Βενετία – Εύβοια. Από τον Έγριπο στο Νεγροπόντε», Βενετία- Αθήνα 2006, σ. 373- 403, πιν. 1-19.
Ιωάννα Στεριώτου, Οι βενετικές οχυρώσεις – λιμάνια, «Ενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την Ιστορία της», τ. Α, Αθήνα – Βενετία 2010, σ. 389 – 403.
About these ads

Σχολιάστε

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s