Η Γιουγκοσλαβία του στρατάρχη Τίτο: Μια εικόνα της Γιουγκοσλαβίας μέσα από την εφημερίδα «Το Βήμα» (Ιούνιος 1956)

Μιχαήλ Παλάγκας, 

Μεταπτυχιακό Βαλκανικής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Α.Π.Θ.

Η δεκαετία του 1950 θεωρείται από πολλούς ως η ‘’χρυσή εποχή’’ της ελληνογιουγκοσλαβικής συνεργασίας. Η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν το 1948 επέβαλαν στον γιουγκοσλάβο ηγέτη να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με την Δύση και να θέσει τις βάσεις για την αδέσμευτη πολιτική που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια. Από την μεριά της,  η Ελλάδα μετά την νέκρωση του Βαλκανικού Συμφώνου λόγω των γεγονότων στην Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και τη στάση του ΝΑΤΟ απέναντι στην ελληνοτουρκική κρίση, άρχισε να στρέφεται προς αναζήτηση νέων συμμάχων στα Βαλκάνια. Η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε την καλύτερη δυνατή λύση, καθώς ανοίγονταν προοπτικές συνεργασίας των δύο χωρών σε διάφορους τομείς. Το ελληνικό ενδιαφέρον για αυτή την χώρα αντικατοπτρίζεται σε μία σειρά άρθρων του γνωστού καθηγητή Αγγ. Αγγελόπουλου, τα οποία δημοσίευσε η Εφημερίδα ‘‘Το Βήμα’’ από τις 17 έως και τις 23 Ιουνίου 1956. Τα άρθρα αυτά γράφτηκαν με αφορμή κάποιες διαλέξεις του  καθηγητή στη Γιουγκοσλαβία και αποτελούν μία προσπάθεια να δοθεί μια γενική εικόνα για την λειτουργία αυτού του ιδιότυπου γιουγκοσλαβικού μοντέλου. Η παρούσα εργασία στηρίχτηκε αποκλειστικά σχεδόν στα άρθρα που δημοσίευσε η ενλόγω εφημερίδα.

Πριν προχωρήσουμε, ωστόσο, είναι απαραίτητο να καθορίσουμε το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκαν αυτά τα άρθρα, ώστε να κατανοήσουμε και το ελληνικό ενδιαφέρον. Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 που προκάλεσαν τις ανθελληνικές ταραχές στην Κωνσταντινούπολη είχαν ως αποτέλεσμα την νέκρωση των Συμφώνων της Άγκυρας και του Μπλεντ (1953 – 1954). Η Γιουγκοσλαβία, μετά την άνοδο του Χρουστσόφ και την διαδικασία αποσταλινοποίησης που σημειώθηκε στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, ξεκίνησε μια πολιτική προσέγγισης της Μόσχας, γεγονός που την έκανε διστακτική στην οποιαδήποτε εφαρμογή του στρατιωτικού σκέλους των Συμφώνων. Ωστόσο, η πολιτική των ίσων αποστάσεων που εφάρμοζε ο Τίτο καθιστούσε την χώρα ιδιαίτερο φαινόμενο. Τα συγκεκριμένα άρθρα δημοσιεύτηκαν μετά την επίσκεψη του Τίτο στη Μόσχα[1] και λίγες μέρες πριν  την άτυπη συνάντηση του γιουγκοσλάβου ηγέτη με τον Καραμανλή στην Κέρκυρα όπου και θα συζητούσαν το μέλλον της Βαλκανικής συμμαχίας. Το δίλημμα ουσιαστικά, ήταν αν θα έπρεπε να αναμένουν αλλαγή στάσης της Τουρκίας, παγώνοντας μέχρι τότε το Σύμφωνο, ή αν θα προχωρούσαν σε μετατροπή του σε διμερή ελληνογιουγκοσλαβικό άξονα. Το σημαντικότερο πρόβλημα στις διμερείς σχέσεις ήταν το Μακεδονικό και τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν συνέφερε σε καμία από τις δύο πλευρές η ανακίνησή του.[2]

Αρχικά, ο καθηγητής αναφέρει πως η πρώτη εντύπωση που σχηματίζεται για τη Γιουγκοσλαβία είναι απατηλή, καθώς ο επισκέπτης στο Βελιγράδι θεωρεί πως είναι μια πόλη οικονομικά καθυστερημένη σε σχέση με την Αθήνα.  Από τις βιτρίνες λείπουν τα είδη πολυτελείας, στους δρόμους απουσιάζουν τα αυτοκίνητα  ενώ τις εργάσιμες μέρες τα καφενεία είναι άδεια. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας  συντελείται στην ύπαιθρο, όπου παρατηρείται ένας ‘‘παραγωγικός οργασμός’’, καθώς η γιουγκοσλαβική οικονομία βασίζεται κατά πολύ στην αξιοποίηση φυσικών πόρων. Η Γιουγκοσλαβία είναι η πλουσιότερη  χώρα της Ευρώπης  σε χρώμιο, ενώ διαθέτει κοιτάσματα βωξίτη, μολύβδου, χαλκού, αντιμονίου κ.α. Η ενέργεια που παράγεται από τις υδατοπτώσεις στην περιοχή της Βοσνίας Ερζεγοβίνης είναι τετραπλάσια από αυτή που παράγουν συνολικά  όλα τα ανθρακωρυχεία της χώρας. [3]

Γενικά δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην τάση εκβιομηχάνισης της οικονομίας, καθώς όλο και μειώνεται το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού της χώρας. Έτσι, ενώ πριν το 1948 η βιομηχανία απέδιδε το 18% του εθνικού εισοδήματος στη Γιουγκοσλαβία, το 1954  έδωσε περίπου το 40%.Αντίστροφα, το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού σημειώνει καθοδικές τάσεις καθώς την τετραετία 1950–1954 μειώθηκε περίπου 21%[4]. Σύμφωνα με τη ρήση κάποιου γιουγκοσλάβου κρατικού αξιωματούχου: «Μέχρι τώρα δουλεύαμε εμείς για τις μηχανές. Τώρα δουλεύουν οι μηχανές για μας». Σύμφωνα με την έκθεση της οικονομικής επιτροπής της Ευρώπης, η Γιουγκοσλαβία σημείωσε  το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής από όλες τις χώρες της Δυτικής  Ευρώπης την περίοδο εκείνη. [5]

Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι προϋποθέσεις που στηρίζεται η επιτυχία του οικονομικού προγράμματος. Αυτές είναι η αύξηση της παραγωγής λόγω του νέου βιομηχανικού εξοπλισμού, η διεύρυνση της παραγωγής συνοδευόμενη από μεγάλες επενδύσεις που αποβλέπουν στην εκτέλεση έργων άμεσης αποδόσεως και η μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια από το εξωτερικό.

Εκτός της βιομηχανίας, παράλληλη αύξηση σημειώθηκε και σε άλλους κλάδους παραγωγής, ενώ ανάπτυξη παρατηρήθηκε στις μικτές επενδύσεις και στον τομέα των ενεργειακών πόρων, όπως η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και κάρβουνου. Ο Αγγελόπουλος θεωρεί πως η ορθότητα της πολιτικής αυτή στο εσωτερικό θα αποφέρει καρπούς και στο εξωτερικό, υπονοώντας έτσι την επιτυχία της πολιτικής της ειρηνικής συνύπαρξης που τα τελευταία χρόνια εφάρμοζε ο Τίτο.[6]

Χαρακτηριστικό είναι πως ο καθηγητής αποδίδει τα οικονομικά επιτεύγματα της χώρας όχι στο νέο καθεστώς, αλλά στον ορθό τρόπο σύλληψης και εφαρμογής της πολιτικής που διέπεται από συνοχή, αποφασιστικότητα, συνέπεια και ορθολογική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Προχωρώντας παρακάτω, γίνονται οι συγκρίσεις με την  Ελλάδα όπου η κατάσταση, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, είναι απογοητευτική. Η Ελλάδα  είναι μια πλούσια σε πόρους και εργατικό δυναμικό χώρα και σε συνδυασμό με την αμερικανική βοήθεια θα μπορούσε να προχωρήσει σε ταχεία εκβιομηχάνιση. Δυστυχώς, η βιομηχανική παραγωγή για το 1955 ήταν μικρότερη από αυτή του 1954. Μια χώρα που εκβιομηχανίζεται έχει ως στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας και μόλις τα περιθώρια εξαντληθούν, προωθεί τον αγροτικό πληθυσμό της σε νέες δραστηριότητες. Έτσι, ενώ ο πληθυσμός που εργάζεται για τη βιομηχανία αυξάνεται στη Γιουγκοσλαβία, στην Ελλάδα παραμένει σε χαμηλά ποσοστά. Η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας έγκειται στο ότι αρκείται απλά στο να εξαγγέλλει οικονομικά προγράμματα χωρίς να τα υλοποιεί ποτέ. Αξιοσημείωτο είναι ότι το χρονικό διάστημα 1955 – 1959 η Ελλάδα απέβλεπε στην δημιουργία μόλις 78.000 θέσεων, τη στιγμή μάλιστα που υπήρχε αρκετό αδιάθετο εργατικό δυναμικό για τη βιομηχανία. [7]

Η επιτυχία της γιουγκοσλαβικής οικονομικής πολιτικής οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ο λαός εκεί είχε υποβληθεί σε μεγαλύτερες στερήσεις (π.χ. χαμηλά ημερομίσθια, έλλειψη ειδών πολυτελείας , ελάχιστες νεόκτιστες πολυκατοικίες κτλ.). Με άλλα λόγια, τα χρήματα που εξασφαλίστηκαν για την χρηματοδότηση των παραγωγικών επενδύσεων απορροφήθηκαν από μέρος του εθνικού εισοδήματος. Ωστόσο, ο καθηγητής αναγνωρίζει ως υπερβολική και άκαμπτη την πολιτική των Γιουγκοσλάβων, προτείνοντας τουναντίον την ισορροπία στην κατανομή καταναλωτικών αγαθών και επενδύσεων ως ένδειξη ομαλής οικονομικής προόδου μίας χώρας.[8]

Κριτήριο σταθερότητας σε ένα κράτος αποτελεί η άνοδος του βιοτικού επίπεδου του λαού του. Συνεπώς, αυτά τα νέα σοσιαλιστικά καθεστώτα προσπαθούν να αυξήσουν, μέσω των παραγωγικών έργων το εθνικό εισόδημα. Παρά τους χαμηλούς μισθούς[9] που δίδονται στη Γιουγκοσλαβία σε σχέση με τη Δύση,  τονίζεται πως δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις καπιταλιστικές κοινωνίες διότι οι Γιουγκοσλάβοι απολαμβάνουν πολλά πλεονεκτήματα και θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε εύκολα σε λανθασμένα συμπεράσματα. Π.χ. το ενοίκιο είναι αρκετά χαμηλό, δεν γίνονται κρατήσεις για κοινωνικές ασφαλίσεις και φόρους, ενώ παρέχεται δωρεάν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Για την κάλυψη των αναγκών αυτών οι δημόσιες επιχειρήσεις παρακρατούν περίπου το 43% των μισθών. Επίσης, παρέχεται δωρεάν παιδεία και υποτροφίες. Από την άλλη, και το ίδιο το συνάλλαγμα δεν αποτελεί μέτρο σύγκρισης, εφόσον το δηνάριο διαθέτει διαφορετικές συναλλαγματικές αξίες, αναλόγως της περίστασης[10]. Το εθνικό εισόδημα της χώρας αυξήθηκε σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, δεδομένου πως όλα σχεδόν τα μέλη της οικογένειας εργάζονται, λύνοντας έτσι το πρόβλημα της ανεργίας σε συνδυασμό με το δημογραφικό.

Συνεχίζοντας, ο καθηγητής προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια που οι τιμές ήταν υψηλές, ενώ οι μισθοί χαμηλοί. Ένας σημαντικός λόγος είναι το γεγονός ότι οι εργάτες που απασχολούνταν στη βιομηχανία της χώρας ήταν ακόμα ανειδίκευτοι οπότε και η απόδοση τους μέτρια. Ακόμη, τα υψηλά κρατικά και κοινωνικά βάρη και τα έξοδα του κράτους επιβάρυναν την κατανάλωση είτε με τη μορφή ενός φόρου κύκλου εργασιών, είτε με τη συμμετοχή του κράτους στα έσοδα των δημοσίων επιχειρήσεων. Τέλος, σημαντικός λόγος είναι οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες της χώρας, δεδομένου της ιδιαίτερης γεωπολιτικής της θέσης ανάμεσα στους δύο στρατιωτικούς συνασπισμούς.[11]

Θετικό σημάδι αποτελεί το γεγονός πως με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου ξεκίνησαν και επενδύσεις σε βιομηχανίες που παράγουν καταναλωτικά αγαθά. Έτσι, ενώ το 1952 οι επενδύσεις αυτές αποτελούσαν το 7,5% , το 1954 έφτασαν στο 18%. Σ’ αυτό συνέβαλε η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης που ξεκίνησε να ασκεί ο Τίτο, αλλά και η δημιουργία ενός περισσότερου εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού που θα καταρτιζόταν πλήρως μέσω του νέου εκπαιδευτικού προγράμματος.[12]

Η παιδεία είναι ένας τομέας στον οποίο δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τους Γιουγκοσλάβους, καθώς παίζει σημαντικότατο ρόλο στο οικονομικό επίτευγμα που συντελείται στη χώρα. Η υποχρεωτική εκπαίδευση από τετραετής που ήταν προπολεμικά, το 1954 έγινε οκταετής, ενώ σχολεία, τεχνικές σχολές και πανεπιστήμια υπερδιπλασιάστηκαν αυξάνοντας παράλληλα και των αριθμό των φοιτητών. Στόχος του κράτους ήταν να χτυπηθεί ο αναλφαβητισμός, εφόσον η οικονομία αποτελούσε συνάρτηση της οικονομικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό είναι πως περίπου το 75% των φοιτητών λάμβανε υποτροφίες που πληρώνονταν από τις δημόσιες επιχειρήσεις που επρόκειτο να απασχολήσουν μελλοντικά τους νέους αυτούς.[13]

Στη συνέχεια, γίνεται μια σύντομη παρουσίαση του τρόπου διοίκησης κάποιων τομέων της οικονομίας και σε μερικούς από αυτούς επιχειρείται μια σύγκριση με το σοβιετικό σύστημα. Στον κλάδο της αγροτικής ιδιοκτησίας τα 9/10 της γης ανήκαν σε αγρότες και το υπόλοιπο στο κράτος. Αν και το ανώτατο όριο εκταρίων για τους ιδιώτες ήταν τα δέκα εκτάρια, ο μέσος όρος κυμαινόταν περίπου στα 4,2. Μετά τον πόλεμο τα κτήματα υπήχθησαν σε καθεστώς κολχόζ. Μετά το 1948, το μεγαλύτερο μέρος της γης περιήλθε στην ιδιοκτησία των αγροτών οι οποίοι οργανώθηκαν σε ‘’γενικούς συνεταιρισμούς’’, που ήταν περίπου 7.000 σε όλη τη χώρα και αποτελούνταν από τους γεωργούς του κάθε χωριού. Η κυβέρνηση απέβλεπε στην ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής μέσω της πιστωτικής ενίσχυσης των συνεταιρισμών, των επιδοτήσεων, των βραβείων στους γεωργούς που σημείωσαν την υψηλότερη αποδοτικότητα και των δημόσιων επενδύσεων. Επίσης, με την φορολογική πολιτική της βοηθούσε αυτούς που πάσχιζαν για την αύξηση της παραγωγής, ενώ εμπόδιζε την δημιουργία μεγάλων κερδών, παρόλο που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών.[14]

Στον τομέα της βιοτεχνίας τα πράγματα ήταν αρκετά ελεύθερα. Ο καθένας εργαζόταν όπως ήθελε αρκεί να απασχολούσε μέχρι 5 άτομα. Τα προϊόντα του πωλούνταν μέσω κρατικών πρατηρίων, ενώ με τον τύπο της προμήθειας κρατείτο ένα μέρος της παραγωγής ως φόρος.[15]

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο κλάδος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Αν και υπήρχε η δυνατότητα να κατέχει ο καθένας όσα ακίνητα επιθυμεί, τα έσοδα ήταν μικρά λόγω του χαμηλού ενοικίου. Η διαχείριση των πολυκατοικιών  γινόταν  από ένα συμβούλιο ενοικιαστών. Το 40% του ενοικίου δινόταν στο κράτος, το 10% στον ιδιοκτήτη και το υπόλοιπο κρατείτο  για συντήρηση και αποσβέσεις. Το πρόβλημα της κατοικίας στη χώρα είναι οξύ, αφενός διότι το 20% των προπολεμικών εγκαταστάσεων καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αφετέρου διότι κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δόθηκε περισσότερη έμφαση στα μεγάλα παραγωγικά έργα παρά στις κατοικίες. Ωστόσο η πρόβλεψη για την πενταετία 1955- 1959 ήταν πως η κατασκευή των κατοικιών θα αποτελούσε  το 13 – 22% των δημόσιων επενδύσεων.[16]

Ο κλάδος στον οποίο φαίνονται οι σημαντικότερες διαφορές με το σύστημα της ΕΣΣΔ είναι ο τρόπος διοικήσεως και λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων. Στην Γιουγκοσλαβία, όπως και στην ΕΣΣΔ, όλα είναι εθνικοποιημένα (μέσα παραγωγής, εμπόριο, μεταφορικά μέσα). Διαφορές εντοπίζονται στον τρόπο διοίκησης. Έτσι, με νόμο το 1950 η Γιουγκοσλαβία θέσπισε τον θεσμό της εργατικής αυτοδιαχείρισης με το σύνθημα ‘‘οι επιχειρήσεις στους εργάτες’’. Σε αντίθεση με την ΕΣΣΔ, οι επιχειρήσεις δεν διοικούνταν μέσω μίας άμεσης κρατικής διαχείρισης, αλλά οι εργάτες είχαν την νομική και ηθική υποχρέωση να ασκούν την διοίκηση σύμφωνα με το δεδομένο οικονομικό πλάνο. Τις επιχειρήσεις αυτές μπορούσε να τις ιδρύσει είτε το κράτος, είτε οι επιμέρους δημοκρατίες , είτε οι τοπικές κρατικές υπηρεσίες και ο ιδρυτής όφειλε να  παράσχει τα παραγωγικά μέσω ενώ το κεφάλαιο θα παρεχόταν από την Κεντρική Τράπεζα. Οι φόροι που πλήρωναν στο κράτος ήταν ανάλογοι της αξίας των παραγωγικών μέσων που απασχολούσαν. Τα κέρδη τα μοιραζόταν  το κράτος, οι αρχές αυτοδιοίκησης και η επιχείρηση. Η τελευταία μοίραζε το ποσοστό της για σχηματισμό αποθεματικών και για την συμπληρωματική αμοιβή του προσωπικού. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι παρεχόταν συμπληρωματική αμοιβή ως κίνητρο στους εργάτες που σημείωναν αύξηση της παραγωγικότητας τους .[17]

Η ολομέλεια του προσωπικού κάθε επιχείρησης ως διοικητικό όργανο ανέθετε την διοίκηση σε τρία όργανα: Το Συμβούλιο των Εργατών και την Εκτελεστική επιτροπή, των οποίων η θητεία ήταν ετήσια και εκλέγονταν από την ολομέλεια και τον διευθυντή, o oποίος διοριζόταν από την τοπική αρχή. Μετά το 1954, για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερος συντονισμός, οι επιχειρήσεις υπήχθησαν στις ‘‘Ενώσεις των Επιχειρήσεων’’ και αυτές στο  Βιομηχανικό  Επιμελητήριο που απαρτιζόταν από 14 κλάδους. Ανάλογο επιμελητήριο υπήρχε για την γεωργία (9 κλάδοι), για το εμπόριο κτλ. Ο τρόπος διοίκησης τους ήταν ανάλογος με αυτόν των επιχειρήσεων.[18]

Στη συνέχεια, ο Αγγελόπουλος προσπαθεί να εντοπίσει τα αδύνατα σημεία του γιουγκοσλαβικού συστήματος. Για παράδειγμα, παρατηρεί αντίθεση μεταξύ της κοινωνικοποίησης όλων των βαθμίδων των επιχειρήσεων και της ελευθερίας δράσης, κυρίως, στον αγροτικό τομέα. Ακόμη θεωρεί πως το κομμουνιστικό σύστημα δεν θα συναντούσε ιδιαίτερες δυσκολίες για να λειτουργήσει ομαλά σε μια οικονομικά αναπτυγμένη χώρα. Η Γιουγκοσλαβία, όμως, είναι μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα , με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και με έλλειψη πρακτικών μέσων παρακολούθησης για τη κίνηση κάθε επιχείρησης. Η γραφειοκρατία καταγράφεται σαν ένας μεγάλος κίνδυνος σε μια σοσιαλιστική οικονομία, καθώς θα έπρεπε η διαχείριση των μέσων παραγωγής να συγκεντρώνεται σε μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις[19]. Υπογραμμίζεται, επιπλέον, ο κίνδυνος απελευθέρωσης κάποιων μικρών επαγγελμάτων, καθώς αυτό θα μπορούσε εύκολα να υποθάλψει φαινόμενα κερδοσκοπίας. Έτσι, ο Αγγελόπουλος προτείνει την άσκηση κατάλληλης φορολογικής πολιτικής  ώστε με την υποδειγματική λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων να μπορούν να ελέγχονται οι μικρές.

Αδυναμίες παρατηρούνται όμως και στον τομέα των συνεταιρισμών. ο οποίος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός για την εξασφάλιση του γενικού συμφέροντος σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Το σύστημα της αυτοδιαχείρισης των εργατικών υφίστατο μόνον σε θεωρητικό επίπεδο. Τα όργανα που αποτελούνταν από εργάτες, δηλαδή το συμβούλιο των εργατών και η εκτελεστική επιτροπή, εκλέγονταν για ένα χρόνο και συνέρχονταν μόνο δύο φορές. Ουσιαστικά την διοίκηση είχε ο διευθυντής που δεν εκλεγόταν καν από εργάτες. Η πρόταση του καθηγητή ήταν να συμβαδίζει η θητεία με την εκτέλεση του οικονομικού σχεδίου και καθ’ όλη αυτή την περίοδο να προωθείται η σταδιακή ανανέωση των μελών.[20]

Εξίσου τρωτό σημείο θεωρεί και την προσπάθεια καταπολέμησης του κρατικού συγκεντρωτισμού. Όσο καταστρεπτικός είναι ο κρατικός συγκεντρωτισμός, άλλο τόσο είναι και το σύστημα της αποκέντρωσης, επειδή οδηγεί στη χαλάρωση και την κακή εκτέλεση του σχεδίου.[21]

Το γεγονός ότι η Υπηρεσία Οικονομικού Πλάνου δεν είχε τις αρμοδιότητες που θα έπρεπε, αποτελεί μια ακόμα αδυναμία του συστήματος. Αυτό οδηγεί σε υπερβολική επέμβαση των τοπικών συμφερόντων και σε αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός και εις βάρος του γενικού συνόλου. Μετά τη ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν το πενταετές σχέδιο στήριξης μεταβλήθηκε σε μονοετές λόγω της ακαμψίας του συστήματος, του εξαιρετικά μεγάλου ποσοστού επενδύσεων, της παραμέλησης της γεωργίας και της έλλειψης ισορροπίας μεταξύ καταναλωτικών και παραγωγικών αγαθών. Μόλις το 1955 καταρτίσθηκε ξανά πενταετές οικονομικό πρόγραμμα.[22]

Τέλος, η έλλειψη υπουργείων εμποδίζει την ορθολογιστική διαχείριση  των εθνικών πόρων. Ο καθηγητής αναφέρει πως όταν μία χώρα βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης τα λάθη σε σχέση με την διαχείριση των εθνικών πόρων δεν γίνονται αισθητά, διότι μόνο στόχος είναι η εκβιομηχάνιση. Αντιθέτως, όταν η οικονομία εισέρχεται σε νέα φάση όλα τα λάθη συνυπολογίζονται στην συνολική οικονομική δραστηριότητα του έθνους. Παρολαυτά, οι γιουγκοσλάβοι ιθύνοντες  με την άσκηση της ειρηνικής συνύπαρξης εκτιμούν πως θα επαναπροσδιορίσουν το σύστημά τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.[23]

Στο τελευταίο του άρθρο ο Αγγελόπουλος τονίζει την ειρηνική συνύπαρξη ως έναν από τους παράγοντες που συνέβαλλαν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το αδέσμευτο κίνημα του οποίου πρωτοστάτες υπήρξαν οι Τίτο και Νεχρου αποκτά όλο και περισσότερο έδαφος. Θεωρεί πως η πολιτική αυτή έχει αντίκτυπο στις οικονομικές σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τις υπόλοιπες χώρες. Η Γιουγκοσλαβία στήριξε την οικονομική και πολιτική της ανεξαρτησία στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων και προσπαθεί να γεφυρώσει τις πολιτικές αντιθέσεις τους και να εξομαλύνει τις διαφορές μέσω της ενεργητικής συνύπαρξης. [24]

Έπειτα, παρουσιάζονται δύο περιοχές της Γιουγκοσλαβίας στις οποίες παρατηρήθηκαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Μία από αυτές ήταν η Ζενίκα, μία περιοχή έξω από το Σεράγεβο. Στην περιοχή αυτή προπολεμικά υπήρχαν μόνο ορυχεία ενώ τώρα έχει γίνει το κέντρο της βιομηχανικής Γιουγκοσλαβίας καθώς παράγει μεγάλες ποσότητες χυτοσιδήρου και χάλυβα.  Η Βοσνία Ερζεγοβίνη διέθετε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και στην Ζαπλάνικα κατασκευαζόταν ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια υδροηλεκτρικής ενέργειας. Σημαντικές επενδύσεις σε αυτό τον τομέα γίνονταν και στην ΛΔΜ [25], όπου τα έργα στα διάφορα ποτάμια της χώρας επρόκειτο να αλλάξουν την γεωοικονομική διάρθρωση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Ένα ανάλογο σχέδιο υδροηλεκτρισμού καταρτίσθηκε και από την Ελλάδα, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο Αγγελόπουλος εκφράζει την άποψη ότι οι Έλληνες επαναπαύτηκαν υπέρ του δέοντος στην εξωτερική βοήθεια και δεν προχώρησαν σε εκβιομηχάνιση αξιοποιώντας τους φυσικούς πόρους της χώρας , αλλά παρέμειναν ‘‘λαός αγροτικός και ποιμενικός’’.

Συγκρίνοντας τον Τίτο με τον Καραμανλή, ο Αγγελόπουλος θεωρεί τον πρώτο ως έναν άνθρωπο προικισμένο με πολιτική διαίσθηση και πείρα στις οικονομικές και διεθνείς σχέσεις. Χαιρετίζει την δήλωση του Στρατάρχη στο ‘‘United Press’’ ότι δεν θέλει δωρεάν οικονομική βοήθεια  από τις δύο Δυνάμεις, αλλά ζητά την χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων που θα βοηθήσουν στην οικονομική ανάπτυξη και θα μπορέσουν να εξοφληθούν με εγχώρια γιουγκοσλαβικά προϊόντα.[26]

Η σειρά των άρθρων κλείνει με προτάσεις διαφόρων προσωπικοτήτων για περαιτέρω διμερή συνεργασία. Ο κοσμήτορας του Πανεπιστημίου του Τοντόροβιτς πρότεινε συνεργασία σε διαφόρους τομείς, όπως επικοινωνία και ανταλλαγή φοιτητών και καθηγητών, επικοινωνία μεταξύ των οργανώσεων όλων των παραγωγικών κλάδων και, κυρίως, ανταλλαγή ιδεών. Ο Αγγελόπουλος πρότεινε, μέσα από την υπογραφή μιας μακροπρόθεσμης εμπορικής συμφωνίας,  η Γιουγκοσλαβία να δίνει πρώτες ύλες και ηλεκτρικό ρεύμα στην Ελλάδα και να λαμβάνει ως αντάλλαγμα ελληνικά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαν οι δύο χώρες να αποτελέσουν διεθνές πρότυπο και να γίνουν μια γέφυρα μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης.[27]

Κλείνοντας την παρουσίαση των άρθρων για το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, αξίζει να σημειωθεί πως η ίδια εφημερίδα που φιλοξενούσε τα άρθρα, αν και αντιπολιτευτική, υποστήριξε εξαρχής ότι δεν ταυτιζόταν πλήρως με τις απόψεις του καθηγητή, καθώς ο τελευταίος δεν καταλάβαινε ότι η Ελλάδα βρισκόταν πλέον εντός του συνασπισμού του ΝΑΤΟ, οπότε δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την αδέσμευτη πολιτική της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, επικρότησε την πρόταση για στενότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, δηλώνοντας πως για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός ήρθε σε επαφή με την οικονομία της Γιουγκοσλαβίας.[28]

Μετά την συνάντηση του Καραμανλή  με τον Τίτο στην Κέρκυρα αποφασίστηκε το πάγωμα της Βαλκανικής Συμμαχίας. Τα γεγονότα του Σουέζ, της Πολωνίας και της Ουγγαρίας αλλά και η απροθυμία των Τούρκων να αλλάξουν στάση επέβαλλαν στους δύο ηγέτες κατά την επόμενη συνάντηση τους στο Βελιγράδι το Δεκέμβριο του 1956 να αποφασίσουν την σύσταση ενός άτυπου ελληνογιουγκοσλαβικού άξονα. Έκτοτε, ξεκινάει μια περίοδο στενής διμερούς συνεργασίας σε διάφορους τομείς με αποκορύφωμα την υπογραφή των δέκα συμφωνιών διαφόρου χαρακτήρα  το 1959, με χαρακτηριστικότερη την υπογραφή συμφωνίας μεθοριακής επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών[29]. Οι διεθνείς εξελίξεις, ωστόσο, και η ανακίνηση του Μακεδονικού  επρόκειτο να αποτελέσουν το επόμενο διάστημα αιτία νέας ψύχρανσης.                                                                                    

ΠΗΓΕΣ

 

Εφημερίδες

Το Βήμα: 17 – 06 – 56

Το Βήμα: 19 – 06 – 56

Το Βήμα: 20 – 06 – 56

Το Βήμα: 21 – 06 – 56

Το Βήμα: 22 – 06 – 56

Το Βήμα: 23 – 06 – 56

                  

 Βιβλιογραφία

1)      Clissold, Stephen (επιμ.), Yugoslaviaand the Soviet Union, 1939 – 1973.a Documentary survey, Oxford University Press, London, New York, Toronto 1975

2)      Brands, Henry, ‘‘Redefining the Cold War: American Policy toward Yugoslavia, 1948-60’’, Diplomatic History, 1 (1987), σσ. 41-53.

3)      Campbell, John, Tito separate’s Road – America and Yugoslavia in World Politics, New York 1967.

4)      Dimitrijević, Bojan, Jugoslavia I NATO (1951-1957), Beograd 2003.

5)      Hunter, Brian, Soviet – Yugoslav relations, 1948-1972. A Bibliography of Soviet, Western and Yugoslav Comment and Analysis, Garland Publishing, New York, London 1976.

6)      Lampe, John, Yugoslavia as History -Twice there was a country, Cambridge University Press (second edition), 2000.

7)       Pavlowitch, Stevan, Tito Yugoslavia’s great dictator. A reassessment., Ohio state university Press, Columbus 1992.

8)       Prpic George, ‘‘Communism and Nationalism in Yugoslavia’’, Balkan studies, 10 (1969), σσ. 23-50.

9)       Rusinow Dennison, The Yugoslav experiment 1948-1974, C. Hurst and Company, London 1977.

10)  Βαλντέν, Σωτήρης, Ελλάδα και Ανατολικές χώρες 1950-1967: Οικονομικές σχέσεις και πολιτική, Α΄ Τόμος, Εκδόσεις Οδυσσέας (= Ίδρυμα Μεσογειακών μελετών), Αθήνα 1991.

11)  Κίτσος, Πάρις, ‘‘Γιουγκοσλαβία’’ στο συλλογικό έργο Η αμυντική πολιτική των Βαλκανικών κρατών, (επιμ. Ιωάννης Βαληνάκης), Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 1991, σσ. 255-334.

12)  Στάθη Κ. Σάσα, Γιουγκοσλαβία και Τίτο. 1919 – 1953., Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της εστίας, Αθήνα, 1983.

13)  Χρηστίδης, Γεώργιος, Τα Κομμουνιστικά Βαλκάνια. Εισαγωγή στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική στην Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945-1989, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003.

 

 

 


[1] Πρόκειται για τις περίφημες Διακηρύξεις της Μόσχας και του Βελιγραδίου όπου ο Χρουστσόφ αναγνώρισε πως η οικοδόμηση του σοσιαλισμού μπορεί να υλοποιηθεί και μέσω πολλών και διαφορετικών δρόμων και διακήρυξε την μη επέμβαση της Μόσχας στα εσωτερικά άλλων κρατών. Αυτό αποτελούσε μια σπουδαία γιουγκοσλαβική νίκη καθώς δικαιωνόταν το σύστημα της αυτοδιαχείρισης που εφάρμοζε ο Τίτο στην χώρα του από το 1948. Βλ. D. Rusinow, TheYugoslavExperiment, C. Hurst and Company, London 1977, σσ. 88-89.

[2]  Για τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την δεκαετία του 1950 βλ. E.Hatzivasiliou, , Greece and Cold War. Front line state, 1952-1967, Rout ledge, London, New York 2006., Του ιδίου, ‘‘The Greek – Yugoslav relationship during the Cold War’’στο συλλογικό έργο Die Balkan länder in Europa der Gegenwart, (επιμ. Kalliopi Koufa), Fünftes Symposium, Organisiert in Thessaloniki (am 22.23, Mai 1992) vroom Institut für Balkan Studien und der Südosteuropa-Gesellschaft München, Institute for Balkan Studies, vol. 256, Thessaloniki 1994, σσ. 83-91., Σ, Βαλντέν, Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Γέννηση και Εξέλιξη μιας κρίσης και οι αντανακλάσεις στα Βαλκάνια 1961-1962, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα,  1991., Δ. Γκότα, ‘‘Η βαλκανική συνεργασία στην πολιτική σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή τη δεκαετία του ‘50’’ στο συλλογικό έργο Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα. Διεθνές επιστημονικό συνέδριο. Ζάππειο Μέγαρο, 5-9 Ιουνίου 2007.Τόμος 2ος,  (επιμ. Κ. Σβολόπουλος – Κ. Μπότσιου – Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2008, σσ. 406-412., Κ. Κατσάνος ‘‘Το Μακεδονικό Ζήτημα (1950-1967). Η γιουγκοσλαβική οπτική.’’ στο συλλογικό έργο Το Μακεδονικό στα ξένα αρχεία. Απόρρητα έγγραφα – Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία (1950-1967), (επιμ. Ι. Κολιόπουλος– Ι. Μιχαηλίδης), Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα 2008, σσ. 23-104., ι. Μιχαηλίδης, ‘‘Άνευ όρων προσφοράν φιλίας. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, 1955-1959.’’, στο συλλογικό έργο Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα. Διεθνές επιστημονικό συνέδριο. Ζάππειο Μέγαρο, 5-9 Ιουνίου 2007.Τόμος 2ος., (επιμ. Κ. Σβολόπουλος – Κ. Μπότσιου – Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2008, σσ. 429-445., Σ. Σφέτα , Στην σκιά του Μακεδονικού., Η κρίση Αθήνας – Βελιγραδίου στην δεκαετία του 1960, Εκδόσεις  Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2007.

[3] Τονίζεται, μάλιστα, πως τα αποθέματα κάρβουνου με λιγνίτη μπορούσαν να καλύψουν  τις ανάγκες της χώρας για τα επόμενα 10 χρόνια. Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56

[4] Προπολεμικά, το 76,5% του πληθυσμού ασχολείτο με την Γεωργία. Το 1954 το ποσοστό αυτό κατέβηκε στο 64% και για το 1960 προβλεπόταν πως θα φτάσει το 59%.Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[5] Ενδεικτικά σημειώνονται κάποιοι αριθμοί.  Στην Γιουγκοσλαβία η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 18% για το 1955 σε σχέση με το 1954 ενώ στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, πλην την Δυτικής Γερμανίας, μόλις κατά 4%. Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[6] Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[7]  Τη στιγμή που δεν παρατηρήθηκε στην Ελλάδα αύξηση του βιομηχανικού πληθυσμού, στην Γιουγκοσλαβία ο αγροτικός μειώθηκε κατά 21 % την περίοδο 1950 – 1954. Έτσι,  στην χώρας μας εργάζονταν την περίοδο εκείνη περίπου 140.000 άτομα στο βιομηχανικό τομέα και στην γειτονική χώρα που είχε το διπλάσιο πληθυσμό 750.000. Μέχρι το 1960 προβλεπόταν αύξηση στο βιομηχανικό εισόδημα κατά 11,9% στη Γιουγκοσλαβία, 7,3%  στην Τουρκία, 6,1 % στην Ιταλία και 7,6 % στην Ελλάδα. Ωστόσο , ο Αγγελόπουλος το βλέπει αυτήν την πρόβλεψη για την Ελλάδα ως μη ρεαλιστική τη στιγμή που δεν γίνονται προσπάθειες εκβιομηχάνισης της χώρας αλλά αρκούμαστε στην θεωρητική κατάρτιση οικονομικών προγραμμάτων. Είναι ίσως ενδεικτικό πως το ιταλικό οικονομικό πρόγραμμα για τη δεκαετία 1954 – 1964 προβλέπει τη δημιουργία 4 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας ,εκ των οποίων οι μισές προορίζονται για τη βιομηχανία. Για την πενταετία 1955 – 1959 η Γιουγκοσλαβία αποσκοπεί στη δημιουργία 270.000 θέσεων ενώ η Ελλάδα, που δεν έχει αξιοποιήσει τις δυνατότητες και έχει σημαντικό αδιάθετο εργατικό δυναμικό, μόλις 78.000. Βλ. Το Βήμα, 19 – 06 – 56.

[8] Η Γιουγκοσλαβία την περίοδο εκείνη απορροφούσε περίπου το 30% του εθνικού της εισοδήματος για την βιομηχανική ανάπτυξη. Μέχρι το 1959 προβλεπόταν αύξηση αυτού του ποσοστού στο 32%. Σαν ιδανικότερη λύση προτείνεται από τον αρθρογράφο το 25%.  Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν  στο 8 – 10 %. Βλ Το Βήμα, 19 – 06 – 56.

[9]  Ένας κατώτατος μισθός υπολογίζεται περίπου  στα 9.οοο δηνάρια και ο ανώτατος, τον οποίο έπαιρναν κυρίως υψηλόβαθμοι κρατικοί υπάλληλοι στα 43.οοο. Ο μέσος μισθός κυμαινόταν στα 12.000 – 15. 000. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[10]  Επίσημα 1 δολάριο αντιστοιχούσε σε 300 δηνάρια. Για τους τουρίστες  όμως  το δολάριο συναλλασσόταν  με 400 δηνάρια ενώ στα εμβάσματα του εξωτερικού με 680. Για το χρηματιστήριο η ισοτιμία που ίσχυε ήταν ένα δολάριο προς 1.000  έως και 2000 δηνάρια. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[11] Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[12] Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[13] Σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο τα σχολεία αυξήθηκαν από 9.000 σε 14.000, και οι μεσαίες τεχνικές σχολές από 205 σε 683 . Τα 1939, η χώρα αριθμούσε 3 πανεπιστήμια  με 29 σχολές και το 1955  ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 5 και 72 αντίστοιχα. Υποτροφίες έπαιρνε το 54% των φοιτητών του πανεπιστημίου της Λιουμπλιάνα  και το 79% των φοιτητών του πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[14] Σύμφωνα με το Πενταετές οικονομικό σχέδιο 1955 – 1959 προβλεπόταν  πως για την γεωργία θα δίνονταν 400 εκατομμύρια επενδύσεις, δηλ. το 12 – 15%  των συνολικών επενδύσεων της χώρας. Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[15] Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[16] Ενδεικτικά να σημειωθεί πως  την διετία 1953 – 1954 χτίστηκαν 36.700 κατοικίες ενώ το 1955 50.000. Για το 1959 προβλεπόταν  πως θα χτιστούν 112.000 και για όλη την πενταετία 1955 – 1959 390.000, κάτι που σημαίνει πως επρόκειτο να δαπανηθούν γι’ αυτό το σκοπό  περίπου 482 δισεκατομμύρια δηνάρια. Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[17] Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[18] Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[19] Οι μικρές επιχειρήσεις ήταν περίπου  4.738 και απασχολούν από 3 – 7 εργάτες. Σε αυτές τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα εργάζονταν περίπου 75.000. Οι μεσαίες επιχειρήσεις,  που υπολογίζονται περίπου στις 5000, απασχολούσαν έως και 50 άτομα. Ο συνολικός αριθμός των εργατών που εργάζονταν στις μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας υπολογίζονταν  σε 1.125.000 άτομα. Βλ Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[20] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[21] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[22] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[23] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[24] Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[25] Αυτή η μέχρι τότε παραμελημένη περιοχή,  απορροφούσε την περίοδο εκείνη το 11, 5 των συνολικών επενδύσεων της χώρας. Βλ. Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[26]  Η άρνηση αυτή του Τίτο δεν οφειλόταν  αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους αλλά και σε μία προσπάθεια να τηρήσει πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ των δύο συνασπισμών ώστε να μην αναγκαστεί να πέσει στις αγκάλες ούτε των ΗΠΑ ούτε της ΕΣΣΔ, διατηρώντας έτσι τον ρόλο του παράγοντα ισορροπίας στα Βαλκάνια. Πολιτικά αυτό εκφράστηκε με την εφαρμογή της αδέσμευτης πολιτικής, με αποκορύφωμα το πρώτο συνέδριο των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι το Σεπτέμβριο του 1960. Χαρακτηριστικό είναι πάντως  πως όταν ο Στρατάρχης επιχειρούσε μια προσέγγιση προς τον ένα συνασπισμό, για να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις έκανε μία ανάλογη κρούση και προς την άλλη μεριά. Για την πολιτική του Τίτο βλ. Η. Brands, Henry, ‘‘Redefining the Cold War: American Policy toward Yugoslavia, 1948-60’’, Diplomatic History, 1 (1987), σσ. 41-53., J. Campbell, , Tito separate’s Road – America and Yugoslavia in World Politics, New York 1967., B. Dimitrijević,  Jugoslavia i NATO (1951-1957), Beograd 2003., B. Hunter,  Soviet – Yugoslav relations, 1948-1972. A Bibliography of Soviet, Western and Yugoslav Comment and Analysis, Garland Publishing, New York, London 1976., D. Rusinow, The Yugoslav experiment 1948-1974, C. Hurst and Company, London 1977.

[27] Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[28] Το Βήμα, 19 – 06 – 56 και 23 – 06 – 56

[29]  Οι 10 συμφωνίες ήταν οι εξής:

1) Μεθοριακή επικοινωνία Ελλάδας– Γιουγκοσλαβίας:

2) Αμοιβαίες νομικές σχέσεις (δικαστική αρωγή)

3)Επιστημονική και μορφωτική συνεργασία.

4) Τουριστική συνεργασία

5) Αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.

6) Αποζημίωση εθνικοποιημένων περιουσιών

7) Οικονομική– τεχνική συνεργασία

8) Οδική μεταφορά των προϊόντων.

9) Διακανονισμός παλαιών απαιτήσεων και χρεών.

10) Ζητήματα υδροοικονομίας.

Βλ. Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο – Γεγονότα και κείμενα. Τόμος 4ος, (σύνταξη κειμένων Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2005

Η οικία με atrium. Θέματα τυπολογίας, προέλευσης, χρονολόγησης και κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε σχέση με την ρωμαϊκή οικία.

Γεώργιος Κζούνιας, μεταπτυχιακός φοιτητής Κλασικής Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

Η οικία με atrium

Θέματα τυπολογίας, προέλευσης, χρονολόγησης και κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε σχέση με την ρωμαϊκή οικία


Σε αυτό το άρθρο να αναφερθούμε σε έναν αρχιτεκτονικό τύπο της ιδιωτικής ρωμαϊκής οικίας, της λεγόμενης οικίας με atrium. Θα ασχοληθούμε με την οικία με atrium η οποία ως αρχιτεκτονική μορφή θεωρείται από τους μελετητές ότι ανήκει πιθανόν στην ιταλική παράδοση, όπως διαμορφώνεται μέσα στο πέρας των χρόνων, ώστε να αποκτήσει την μορφή με την οποία την γνωρίζουμε γύρω στον 2ο αι. π.Χ. χωρίς τις επιρροές από την ελληνιστική οικία.

Κοντολογίς, σκοπός μας είναι να δώσει μια γενική εικόνα σε ότι αφορά τις οικίες με atrium και να αναφερθεί στα διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με αυτήν όπως η αρχιτεκτονική μορφή του, η διαμόρφωση του atrium, η προέλευση και χρονολόγηση του τύπου της οικίας με atrium αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις που υπήρχαν στη ρωμαϊκή κοινωνία και πως αυτές γίνονται κατανοητές μέσα από την αρχιτεκτονική μορφή της οικίας με atrium.

Η εξέλιξη της ρωμαϊκής κατοικίας φανερώνει ότι το σπίτι με atrium είναι ένα  μακροχρόνιο και γνήσιο στοιχείο της Ιταλικής παράδοσης. Σημαντική πηγή πληροφοριών αποτελούν οι γραπτές πηγές όπως οι εκτενείς αναφορές του Βιτρούβιου για την ρωμαϊκή κατοικία (VI, 3-5)[1]. Όπου βέβαια μας δίνει την εικόνα της ρωμαϊκής κατοικίας του 1ου αι. μ.Χ..  Στα τέλη του 2ου αι. π.Χ. όμως, τα πράγματα φαίνεται ότι αλλάζουν κάτω από την επιρροή της ελληνιστικής κατοικίας που οδηγεί στην υιοθέτηση του περιστυλίου. Με την προσθήκη του περιστυλίου διαμορφώνονται δύο πυρήνες στην οικία που είναι από την μία το περιστύλιο με τα γύρω από αυτό δωμάτια και από την άλλη το atrium με το impluvium. Στους χώρους αυτούς πραγματοποιούνται διαφορετικές δραστηριότητες κάποιες από τις οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, όπως δείχνουν τα παραδείγματα της αυτοκρατορικής περιόδου στις πόλεις Ηράκλειο και Πομπηία.

Μια ικανοποιητική εικόνα για την αρχαία Ρωμαϊκή αρχιτεκτονική μας προσφέρουν τα ανασκαφικά δεδομένα πόλεων της ιταλικής χερσονήσου όπως η Πομπηία και το Ηράκλειο (εικ.1), λόγω της καλής στρωματογραφίας ως το 79 μ.Χ. οπότε και καταστράφηκαν εξαιτίας της έκρηξης του ηφαιστείου. Οι «λατινικές αποικίες» μας δίνουν μια εικόνα για την ρωμαϊκή αρχιτεκτονική του 3ου π.Χ. αι. και αργότερα[2].

Η Cosa (εικ.2) υπήρξε μια ρωμαϊκή αποικία που ιδρύθηκε το 273π.Χ.. Κάποιες από τις οικίες της πόλης μας δίνουν την εικόνα των οικιών της πόλης των αρχών του 2ου αι. π.Χ.[3]. Οι Fraegellae είναι μια πόλη που ιδρύθηκε το 328 π.Χ. και καταστράφηκε το 125 π.Χ., μας δίνει την εικόνα μιας Ιταλικής πόλης του 2ου αι. π.Χ. όπου χρονολογούνται τα περισσότερα σπίτια που έχουν ανασκαφεί[4]. Τα ανασκαφικά δεδομένα μας φανερώνουν στοιχεία για μια πρωιμότερη εποχή σε σχέση με την Πομπηία. Στοιχεία για την ιδιωτική οικιακή αρχιτεκτονική των πρώιμων εποχών προέρχονται από τα ανασκαφικά δεδομένα του Παλατίνου Λόφου της Ρώμης[5] (εικ.3).

Μέσα από τα ανασκαφικά δεδομένα που προέρχονται από τις θέσεις αυτές μας δίνεται η δυνατότητα να ανασυνθέσουμε την εικόνα της ρωμαϊκής οικίας σε ότι αφορά την μορφή της, την ποικιλία τύπων, την προέλευση της καθώς και τα πρότυπα, στα οποία βασίζεται η διαμόρφωση και η εξέλιξη της. Επιπλέον μπορούμε να διαπιστώσουμε  που βρίσκονται τα παλαιότερα παραδείγματα των οικιών αυτών,  πότε εμφανίζονται και άμα προέρχονται από παλαιότερα πρότυπα, από κάποια εξωτερική επιρροή ή αποτελούν δημιούργημα της τοπικής πολιτισμικής εξέλιξης και παράδοσης. Με βάση αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε παρακάτω να δούμε την ιστορία και την εξέλιξη της ρωμαϊκής κατοικίας με atrium.

Το ρωμαϊκό σπίτι με atrium με βάση το Βιτρούβιο και τα ανασκαφικά δεδομένα

Όσο αφορά τους χώρους μίας ρωμαϊκής κατοικίας και την διάταξη αυτών, σημαντικές πληροφορίες μας παρέχουν οι αναφορές του Βιτρούβιου. Ο Βιτρούβιος κάνει αναφορά στο έργο του De Architectura στους διάφορους χώρους της ρωμαϊκής οικία, η οποία είναι η οικία με atrium. Αναφέρει τον fauces[6] (διάδρομο) που μέσω του οποίου εισερχόμεθα στο χώρο του atrium, που διακρίνεται σε πέντε είδη atria. Το atrium tuscanicum (εικ.7-9) φέρει άνοιγμα που στηρίζονταν στα ίδια τα δοκάρια της στέγης[7], τα οποία στηρίζονται στην άνω επιφάνεια των τοίχων της οικίας. Αργότερα εμφανίζεται το atrium tetrastylum (εικ.10) με τους τέσσερεις κίονες να στηρίζουν το compluvium ενώ πατούσαν στις γωνίες του impluvium. Άλλος ένας τύπος είναι το atrium corinthicum (εικ.11) που περισσότεροι[8] από τέσσερεις κίονες στήριζαν το άνοιγμα της στέγης[9]. Και η κατασκευή του είχε μεγάλο κόστος[10]. Επίσης υπάρχει το atrium displuviatum (εικ.12) με την κλίση της στέγης να στρέφεται προς τα έξω, και τέλος το atrium testudinatum (εικ.13) στο οποίο απουσιάζει το compluvium[11].

Στο βάθος του atrium  βρίσκεται το tablinum ενώ πίσω από αυτό συναντάμε το περιστύλιο που μπορεί να φέρει δωρικού ή άλλου ρυθμού κίονες. Άλλοι χώροι στους οποίους αναφέρεται είναι το triclinium, η exedra, η οποία είναι μια αίθουσα τετράγωνης κάτοψης αλλά και  ο Oecus[12]. Αυτός διακρίνονται σε:  οecus Corinthius (εικ.28) που έφερε μία εσωτερική σειρά κιόνων που πατά στο δάπεδο ή σε podium και βρίσκεται μπροστά από τους τοίχους της αίθουσας. Ο οecus Aegyptios (εικ.29) που είχε μία δίτωνη εσωτερική σειρά κιόνων με ξύλινη επίπεδη οροφή που διαμορφώνεται ως υπαίθριος περίπατος. Τέλος, ο οecus της Κυζίκου  ήταν στραμμένος προς Β, με πρόσοψη προς τον κήπο και με κεντρικά τοποθετημένες αναδιπλούμενες θύρες.

Ένας άλλος χώρος είναι η βιβλιοθήκη[13]. Ακόμα, ο Βιτρούβιος κάνει λόγο για την παρουσία υπνοδωματίων και λουτρού σε αυτά τα σπίτια. Τέλος, αναφέρεται στα διάφορα στοιχεία διακόσμησης των οικιών[14] όπου περιλαμβάνονται τα δάπεδα με τα ψηφιδωτά, τα επιχρίσματα των τοίχων και τα υδραυλικά κονιάματα που υπήρχαν σε κάποια δωμάτια της οικίας, αλλά και στις τοιχογραφίες που διακοσμούσαν τους εσωτερικούς τοίχους των δωματίων της οικίας.

Για την ακριβή εικόνα μιας ρωμαϊκής κατοικίας σημαντικά στοιχεία αντλούμε και μέσα από τα ανασκαφικά δεδομένα πόλεων της Ιταλίας με τα πιο χαρακτηριστικά  παραδείγματα να προέρχονται από την περιοχή του Βεζούβιου, δηλ. τις πόλεις Πομπηία και Ηράκλειο.

Οι οικίες τις Πομπηίας δεν φαίνονται να ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες σε ότι αφορά την μορφή τους. Μάλιστα τα παλαιότερα σπίτια, όπως η Casa del Chirurgo (εικ.5) που έχει οικοδομηθεί με βάση κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο μας φανερώνει την ύπαρξη αλλαγών σε σχέση με την μορφή τους τον 4ο αι. π.Χ.. Αυτή η οικία μας πληροφορεί για την κανονική διάταξη των χώρων της Λατινικής κατοικίας[15] η οποία φέρει atrium (εικ.4, 6) και γύρω τα διάφορα δωμάτια. Το atrium ήταν ο βασικός κοινόχρηστος χώρος για τις δραστηριότητες της οικογένειας[16] όπως π.χ. το μαγείρεμα. Εδώ βρίσκονταν η εστία, ενώ υπήρχε και παροχή νερού που συγκεντρώνονταν στο dolium[17].

Στα πρώιμα σπίτια με atrium υπήρχε μόνο ένα στενό άνοιγμα στην στέγη που λειτουργούσε ως καμινάδα αλλά και ως φωταγωγός. Το λεγόμενο  atrium testudinatum που συναντάμε στην Casa del Chirurgo. Σε μεταγενέστερη φάση προωθήθηκε ο τύπος atrium με compluvium ενώ ακριβώς κάτω από αυτό βρίσκονταν το impluvium για την συγκέντρωση του νερού της βροχής στην υπόγεια δεξαμενή[18].

«Η εξώπορτα της οικίας οδηγούσε σε ένα μικρό προθάλαμο το λεγόμενο vestibulum, που ήταν αρκετά περιορισμένος ως προς το μέγεθός του. Από την είσοδο, διαμέσου ενός διαδρόμου (fauces), έμπαινε κάνεις στο atrium, έναν μεγάλο χώρο με τετράγωνο άνοιγμα στην στέγη. Τα νερά της βροχής έτρεχαν μέσα από το compluvium, σε μία ρηχή λεκάνη που ονομάζονταν impluvium. Γύρω από το atrium ανοίγονται μικρά δωμάτια που χρησίμευαν ως υπνοδωμάτια ή δωμάτια καθημερινής χρήση[19]».

Μέσου του fauces δίνονταν πρόσβαση στο εσωτερικό της οικίας. Ο διάδρομος αυτός συνήθως περιβάλλονταν από δύο χώρους που ήταν καταστήματα ή μικρά εργαστήρια[20]. Στον άξονα των fauces και δίπλα στο impluvium συναντούσε κάνει μία τράπεζα, το λεγόμενο catribulum (εικ.14-16), ένα τραπέζι που ίσως γύρω του συγκεντρώνονταν τα μέλη της οικογένειας κατά την διάρκεια του δείπνου. Επιπλέον, συχνά δίπλα στο χείλος του impluvium υπάρχει ένα προστομιαίο για την άντληση νερού από την δεξαμενή[21]. Κατά τα Αυτοκρατορικά χρόνια στα πλούσια σπίτια που παρέχονταν νερό, μέσου του δημόσιου υδρευτικού συστήματος[22], οι πλούσιοι ιδιοκτήτες κατασκεύαζαν εντός του impluvium κάποιο σιντριβάνι[23].

Το κάθε σπιτικό βρίσκονταν κάτω από την προστασία θεοτήτων που επέλεγε να λατρεύει η εκάστοτε οικογένεια. Τον ρόλο αυτόν κατά κύριο λόγο είχαν οι Lares και οι  Penates που λατρεύονταν στο lararium που βρίσκονταν στο χώρο του atrium (εικ.17). Οι Lares και οι Penates ήταν αόρατα πνεύματα χωρίς συγκεκριμένη μορφή. Ωστόσο, σε μια τοιχογραφία ενός lararium από την οικία των Vettii στην Πομπηία (εικ.18), ίσως μπορούμε να υποθέσουμε ότι απεικονίζοντα αυτές οι θεότητες. Σε μεταγενέστερη φάση, μετά την δεύτερη Σαμνιτική περίοδο, τον 2ο αι. π.Χ., οπότε και το μέγεθος των σπιτιών αυξάνεται, το lararium δύναται να μεταφερθεί σε άλλο χώρο της οικίας όπως στο περιστύλιο, την κουζίνα ή τον κήπο[24].

Το κεντρικό τμήμα της στέγης του atrium φέρει άνοιγμα ακριβώς επάνω από το impluvium το οποίο είναι μια αβαθή λεκάνη[25]. Το άνοιγμα αυτό που ονομάζεται compluvium (εικ.9) διαφοροποιείται από σπίτι σε σπίτι ως προς τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που το στήριζαν, όπως αναφέραμε και παραπάνω.

Στον άξονα της οικίας, πίσω από το atrium, υπάρχει το tablinum που έχει πρόσοψη προς το atrium[26] και έκλεινε στη πρόσθια όψη με κινητή κουρτίνα ή ξύλινα κινούμενα χωρίσματα[27] (εικ.19). Το tablinum είναι ένα μεγάλο, ανοιχτό δωμάτιο που αρχικά χρησιμοποιούνταν ως υπνοδωμάτιο του Πάτρωνα και θεωρείται ότι αποτελεί χώρο-σύμβολο του ιδιοκτήτη της οικίας[28].

Στα άκρα του atrium βρίσκονται οι στεγασμένοι ανοιχτοί χώροι που ονομάζονται alae[29]. Δεν είμαστε όμως βέβαιοι για την ακριβή χρήση των χώρων αυτών. Μερικές φορές στον χώρο αυτό βρίσκονται ερμάρια ή ράφια ή το lararium[30] ή τράπεζες, ανάκλιντρα και άλλα έπιπλα. Σε μερικά παραδείγματα υπάρχει έκκεντρο tablinum[31], αλλού τα alae αποτελούν έναν ενιαίο χώρο με το tablinum[32], ενώ σε άλλα παραδείγματα υπάρχει ένα ή κανένα ala[33]. Αντιθέτως στην οικία των Vettii απουσιάζει το atrium και τη θέση του παίρνουν τα alae[34].

Γύρω από το atrium (εικ. 20) διατάσσονται τα διάφορα δωμάτια της οικίας τα λεγόμενα cubicula. Αυτά είναι κλειστοί χώροι με πρόσβαση από το atrium[35]. Η ακριβής χρήση των δωματίων προβληματίζει τους μελετητές που τους θεωρούν  χώρους ποικίλων χρήσεων. Η υπόθεση της παρουσίας κλινών μέσα σε αυτά δεν αποτελεί πειστική ένδειξη ότι λειτουργούσαν ως υπνοδωμάτια. Κάποιοι από τους χώρους αυτούς διαθέτουν τοιχογραφίες, ψηφιδωτά δάπεδα και κλίνες[36] μπροστά στους τοίχους (εικ.21), αναδεικνύοντας την πολυτέλεια της οικίας και την κοινωνική τάξη του ιδιοκτήτη της[37]. Ο φωτισμός των χώρων αυτών γίνονταν μέσα από μικρά παράθυρα (εικ.22), μέσω του atrium αλλά και με λυχνάρια[38].

Τον 2ο αι. π.Χ., η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική επηρεάζεται από τον τύπο της Ελληνικής οικίας με περιστύλιο. Τα ρωμαϊκά σπίτια υιοθετούν το περιστύλιο (εικ.25) που τοποθετείται στο πίσω μέρος της οικίας και πλαισιώνει μια υπαίθρια αυλή στην οποία υπήρχαν κήπος και σιντριβάνια. Πίσω από το περιστύλιο ανοίγονται διάφορα δωμάτια[39].

Γύρω από το περιστύλιο βρίσκονται κάποιοι χώροι που δεν ανήκουν στο τυπικό Ιταλικό σπίτι και οι οποίοι εντάσσονται σε αυτό με την επέκτασης των διαστάσεων της οικίας. Φαίνεται ότι, διαμορφώνεται ένας νέος τύπος οικίας που με βάση αυτόν τοποθετούνται οι χώροι της οικίας[40].

Υπήρχαν επίσης και διάφοροι βοηθητικοί χώροι μιας οικίας σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Το μαγείρεμα, οι συγκεντρώσεις και οι συνεστιάσεις της οικογένειας πραγματοποιούνταν στο χώρο του atrium. Η κουζίνα, τα αποχωρητήρια και ενίοτε η μικρή ιδιωτική λουτρική εγκατάσταση, βρίσκονταν κατά κανόνα στην πλευρά εκείνη του περιστυλίου που οι οσμές από την κουζίνα θα ενοχλούσαν λιγότερο. Εγκαταστάσεις για μαγείρεμα (εικ.23-24) έχουν βρεθεί σε οικίες της  Πομπηίας που αποτελούνται από μεγάλες πλατφόρμες με ανοίγματα[41]. Ο χώρος που βρίσκεται η κουζίνα δεν είναι πάντα συγκεκριμένος εντός της οικίας[42]. Στο πίσω μέρος της οικία υπήρχε καμία φορά και μία πρόσθετη είσοδος για το προσωπικό (posticum)[43]. Συνήθως στο χώρο του περιστυλίου βρίσκονται υπνοδωμάτια, τραπεζαρίες  (triclinium) και εξέδρες. Ο τυπικός χώρος συγκεντρώσεων σε μία οικία ήταν το triclinium (εικ.26) που βρίσκονταν στο ισόγειο. Εντός του triclinium υπήρχαν τρία ανάκλιντρα για τους συμμετέχοντες στη συγκέντρωση. Το αριστερό  ανάκλιντρο (lectus imus) άνηκε στον Πάτρωνα, το μεσαίο ανάκλιντρο (lectus medium) προορίζονταν για τον σπουδαιότερο επισκέπτη και το δεξί  ανάκλιντρο (lectus summus) για τους υπόλοιπους επισκέπτες[44]. Ένας άλλος χώρος ανάπαυσης ήταν η exedra που ήταν ανοιχτή στην μπροστινή όψη προς το περιστύλιο και έφερε πλούσια διακόσμηση με ψηφιδωτά όπως στην οικία του Φαύνου (εικ.29) με το ψηφιδωτό του Αλεξάνδρου και του Δαρείου[45]. Ο «Οίκος» (εικ.27-28) ήταν ένας άλλος χώρος συγκεντρώσεων, που έφερε μπροστά από τους εσωτερικούς τοίχους του δωματίου κίονες. Οι τοίχοι του δωματίου αυτού διακοσμούνταν με τοιχογραφίες και εσωτερικά αυτού τοποθετούνταν ανάκλιντρα. Σε μερικές από τις πλουσιότερες κατοικίες βρέθηκαν μεγαλοπρεπείς εγκαταστάσεις Θερμών με τους βασικούς χώρους μια ρωμαϊκής θέρμης: frigidarium, tepidarium, caldarium, natatio, apodyterium[46].

«Οι Ρωμαίοι αγαπούσαν ιδιαίτερα τους κήπους (viridarium) στο χώρο του περιστυλίου που έφεραν διακοσμητικά αγάλματα, σιντριβάνια, ή  μία επιμήκης λεκάνη ύδατος (euripus)[47]». Στους κήπους (εικ.30) υπήρχαν διάφορα είδη φυτών και δέντρων που σε συνδυασμό με την έντονη παρουσία του νερού διαμορφώνονταν σε πανέμορφα ειδυλλιακά τοπία[48]. Επιπλέον, στις οικίες «υπήρχαν αποθηκευτικοί χώροι που με βάση την μορφή τους, διακρίνουμε δυο τύπους: την υπόγεια στοά (εικ.32) και το τυπικό κελάρι (εικ.33).

Τέλος, στις οικίες υπήρχαν και άλλοι βοηθητικοί χώροι με ποικίλες λειτουργίες που βρίσκονταν συνήθως στην πρόσθια στενή όψη της οικίας και άνοιγαν προς τον δρόμο. Τέτοιοι χώροι ονομάζονται tabernae[49] και χρησιμοποιούνταν με διάφορους τρόπους, όπως εμπορικά καταστήματα, φούρνοι, αρωματοποιία κ.α.

Οικία με atrium

Είναι απαραίτητο να ορίσουμε την οικία με atrium καθώς στις περισσότερες μελέτες υπάρχει η τάση να περιγράφεται ως σπίτι με atrium όποιο σπίτι διαθέτει impluvium. Το atrium είναι μία στεγασμένη κεντρική αυλή του σπιτιού, με στέγη που φέρει στο κέντρο της ορθογώνιο άνοιγμα, αντίστοιχου μεγέθους με το impluvium, δηλ. την δεξαμενή συλλογής του βρόχινου νερού που υπήρχε στο δάπεδο της αυλής. Στο πίσω μέρος του atrium υπάρχει συνήθως ένα δωμάτιο το λεγόμενο tablinum. Και στις δύο πλευρές του atrium βρίσκονται οι alae, δυο πλευρικές προεκτάσεις της αυλής. Ο συνδυασμός αυτών των χώρων δίνει ένα σχήμα Τ  (εικ.34) στο atrium[50].

Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα από την Πομπηία φαίνεται ότι το 40% των οικιών διαθέτουν atrium με impluvium, κήπο και διάφορους χώρους με πλούσια εσωτερική διακόσμηση. Αντιθέτως, οι οικίες με περιστύλιο στον κήπο φτάνουν μόλις το ποσοστό του 9% του συνόλου των σπιτιών της Πομπηίας, ενώ τα πλουσιότερα ακόμα σπίτια, που διαθέτουν δύο περιστύλια αντιστοιχούν μόλις το 2% των σπιτιών της πόλης. Θεωρείται, λοιπόν, ότι η μορφή της οικίας σχετίζεται με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει ο ιδιοκτήτης της.[51] Με βάση αυτά συμπεραίνουμε ότι η ρωμαϊκή κοινωνική διαστρωμάτωση επηρεάζει την μορφή, το μέγεθος και την οικοδόμηση της οικίας. Υπάρχουν όμως διαφορές από πόλη σε πόλη όπως δείχνουν τα στοιχεία από την πόλη Ηράκλειο, που το ποσοστό των σπιτιών με atrium φτάνει μόλις στο 29% του συνόλου των οικιών, αν και οι δύο πόλεις ανήκουν στην ίδια περιοχή[52].

Μια τυπική ρωμαϊκή οικία έχει πλάτος 8-10 μ. και μήκος 32-34 μ. με το εμβαδόν της να είναι γύρω στα 250-350τ.μ..Ο μέσος όρος του εμβαδού ενός σπιτιού είναι 279τ.μ. που με το atrium φτάνει τα 476τ.μ., εμβαδόν που έχουν περίπου το 50% των σπιτιών με atrium της Πομπηίας.

Γενικά στη τυπική οικία με atrium ο χώρος αυτός πλαισιώνεται από τα διάφορα δωμάτια της οικίας. Το fauces οδηγεί στο χώρο της αυλής. Πίσω από το  atrium υπάρχει το tablinum που είναι ανοιχτό προς τον χώρο του πρώτου και στα άκρα του βρίσκονται οι στεγασμένοι ανοιχτοί χώροι τα λεγόμενα alae. Υπάρχουν όμως και διαφορές, όπως είναι το έκκεντρο tablinum αλλά και η δυνατότητα πρόσβασης στα δωμάτια της οικίας σε καθένα ξεχωριστά[53].

Παραδείγματα οικίας με atrium

Πολλά είναι τα κοινά στοιχεία μεταξύ του σπιτιού σε συστοιχία και της οικίας με atrium αν και μέχρι τώρα υποθέτουμε ότι υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα στοιχεία που προσδιορίζουν την οικία με atrium όπως τα δωμάτια γύρω από την αυλή, οι μεγάλοι και μικροί, ανοιχτοί και κλειστοί χώροι, με την κεντρική αυλή στεγασμένη και μη, ανήκουν στη παράδοση της ιταλική αρχιτεκτονικής. Παραμένει όμως το ερώτημα ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαθέτει η οικία με atrium; Με τα χαρακτηριστικότερα να είναι το impluvium και το compluvium, κάτι που φανερώνεται και μέσα από τα φιλολογικά κείμενα, δηλ. ότι το κύριο στοιχείο της ρωμαϊκής οικία είναι η κεντρική αυλή με compluvium[54].

Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα τυπικής ρωμαϊκής κατοικίας με atrium και ένα από τα παλαιότερα γνωστά σπίτια είναι η Casa del Chirurgo (VI.1.10) (εικ.35) στην Πομπηία που διαθέτει atrium και impluvium. Το σπίτι αυτό χρονολογείται στον 4ο ίσως και στον 5ο αι. π.Χ.[55]. Η οικία αυτή αποτελεί ένα από τα καλύτερα  τεκμηριωμένα σπίτια που χρονολογούνται πριν από το 79 μ.Χ.. Ο Maiuri με την ανασκαφή του φανέρωσε ότι κάτω από το impluvium υπήρχε ένα δάπεδο από πατημένο χώμα, ένα κατώφλι αλλά και δίκτυο με αποχετευτικά κανάλια που διέκοπταν το δάπεδο και βρίσκονταν χαμηλότερα από το επίπεδο του impluvium[56]. Ο Maiuri χρονολογεί την χρήση του atrium στον 4ο/3ο αι. π.Χ.[57], με βάση την κεραμική[58] που βρέθηκε κάτω από το impluvium. Έτσι, θεωρεί ότι υπάρχουν δύο δάπεδα που ανήκουν σε διαφορετικές φάσεις. Ήδη στην πρώτη φάση υπάρχει το atrium που θεωρεί ότι προέρχεται από την αγροτική οικία[59]. Τελικά, όμως ο Maiuri αναρωτιέται αν αρχικά υπήρχε compluvium ή displuviatum atrium στις πρώιμες οικίες[60]. Επιπλέον, θεωρεί ότι ο τύπος της οικίας με atrium είναι μεταγενέστερος της Ετρουσκικής περιόδου, ωστόσο ανήκει σε μια μακρόχρονη και βαθιά Ιταλική παράδοση[61].

Τα ίδια στοιχεία μας έδωσε και η ανασκαφή και στρωματογραφική μελέτη της οικίας του Τριττόλεμο. Με βάση την χρονολόγηση της κεραμικής το πρώιμο επίπεδο ανήκει χρονικά ανάμεσα στο 3ο με 1ο αι. π.Χ.. Μάλιστα και άλλα τρία σπίτια (VIII.5.2, 9 και 28) διαθέτουν μια πρώιμη φάση με atrium αλλά χωρίς impluvium[62].

Ο Maiuri τονίζει ότι οι οικίες με atrium και compluvium εμφανίζονται στην δεύτερη φάση του σπιτιού αφού ήδη υπάρχει μια διάταξη των χώρων με βάση την ανοιχτή αυλή. Έτσι, όταν ανασκάφτηκε από τον  Eschebach η οικία του Γανυμήδη, και βρέθηκε κάτω από το impluvium του 79μ.Χ. άλλο impluvium και κάτω από αυτό το φυσικό δάπεδο, το χαμηλότερο δάπεδο θεωρήθηκε ότι άνηκε σε testudinatum atrium υποθέτοντας την πιθανότητα της παρουσίας αστέγαστης αυλής[63], κάτι που  αποδέχεται και ο Laidlaw[64]. Με βάση αυτό όταν ο Hoffmann όταν κάνει λόγο για το πρότυπο της οικίας σε συστοιχία, χωρίς impluvium, αναφερόμαστε στο σπίτι με testudinatum atrium που συναντάμε και στα σπίτια της περιφέρειας της πόλης.[65]

Ο Richardson εισηγείται ότι η οικία με testudinatum atrium χωρίς πλευρικά δωμάτια είναι η γνήσια μορφή της οικίας στην οποία θα προστεθούν τα πλευρικά δωμάτια και το compluvium στην στέγη για τον φωτισμό της οικίας. Σ’ αυτό καταλήγει με βάση ότι η Casa del Chirurgo στην Πομπηία, χρονολογείται κάτω από τον 2ο αι. π.Χ.. Όμως η συζήτηση σχετικά με αυτά παραμένει ανοιχτή.

Ένα άλλο παράδειγμα οικίας με atrium προέρχεται από την Cosa. Η Cosa υπήρξε μια ρωμαϊκή αποικία που ιδρύθηκε το 273π.Χ. μετά την νίκη των Ρωμαίων στο Vulci. Αποτελεί μια ρωμαϊκή πόλη που οι επαφές με τους Ετρεούσκους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της[66]. Νέα στοιχεία για την ρωμαϊκή οικία προέρχονται από την Cosa[67] υπάρχει όμως διαφοροποίηση σε σχέση με τις

τυπικές οικίες με atrium από την Πομπηία[68].

Στην Cosa τα οικοδομικά τετράγωνα έχουν τις αναλογίες 1:4 με το μπροστινό τμήμα του οικοπέδου να καταλαμβάνεται από το σπίτι και το άλλο μισό από τον κήπο. Το σπίτι προσανατολίζεται προς τον δρόμο όπου υπάρχουν δύο δωμάτια που χωρίζονται από έναν διάδρομο. Πίσω ανοίγει μια αυλή με δεξαμενή και γύρω από αυτήν βρίσκονται τα διάφορα δωμάτια της οικίας. Στο βάθος του σπιτιού υπάρχει ο κήπος. Κάθε σπίτι διέθετε λάκκο απορροής υδάτων, σκαμμένο μέσα στην θεμελίωση. Στην αρχική φάση η αστέγαστη αυλή παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε δύο σειρές δωματίων κάτι που μας θυμίζει την ελληνική οικία με προστάδα[69].

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οικίας από την Cosa είναι η Οικία του Σκελετού, γνωστή και ως η Casa SUNY[70] (εικ.36). Μέσω του fauces, που πλαισιώνεται από δύο δωμάτια, δίνεται πρόσβαση στο atrium που διαθέτει impluvium. Στο βάθος του atrium υπάρχει το tablinum το οποίο όμως δεν βρίσκεται στον ίδιο άξονα με την είσοδο της οικίας. Γύρω από το atrium ανοίγονται διάφορα δωμάτια με είσοδο προς την αυλή. Η οικία διαθέτει μόνο μία ala ενώ υπάρχουν διάφοροι άλλοι χώροι ποικίλων χρήσεων, όπως υπνοδωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και στοά στο πίσω μέρος της οικίας[71]. Φέρει επίσης υπόγεια δεξαμενή[72]. Στην οικία του Σκελετού στη Cosa δεν υπάρχει περιστύλιο, αλλά ένας μικρός κήπος (hortus), στον οποίο δίνεται πρόσβαση μέσου θυρεού ανοίγματος του πίσω τοίχου του tablinum[73]. Η οικία αυτή θεωρείται ότι στη πρώτη φάση της δεν διέθετε περιστύλιο κάτι που προστέθηκε στην δεύτερη φάση της. Η πλούσια διακόσμηση της με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά δάπεδα, φανερώνει ότι ο ιδιοκτήτης της άνηκε στην ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης και κατείχε πλούτο[74]. Το συμπέρασμα αυτό έγινε γενικά αποδεχτώ από τους επιστήμονες ότι ίσχυε για όλες τις πόλεις του ρωμαϊκού κόσμου.

Συμπεράνουμε, λοιπόν, ότι οι απλές κατοικίες της Cosa με την ανοιχτή αυλή διαθέτουν αναλογίες με τις οικίες της Πομπηίας αλλά δεν περιλαμβάνονται στην τυπική κατηγοριοποίηση του Nappo.

Τύπος της οικίας με Συστοιχία.

Εκτός από τις μεγάλες οικίες με atrium που αποτελούν μια από τις κοινές μορφές της ρωμαϊκής οικίας συχνότερη είναι η μορφή της οικίας σε συστοιχία που ίσως άνηκε στα μεσαία κοινωνικά στρώματα της ιεραρχημένης ρωμαϊκής  κοινωνίας. Τα στοιχεία παραμένουν ελλιπή ακόμα και σε ότι αφορά την Πομπηία αν και σημαντικές πληροφορίες μας δίνει ο Nappo που μελέτησε τα στρωματά κάτω από αυτά που χρονολογούνται το 79μ.Χ.. Θεωρεί ότι αρχικά ορίστηκαν τα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης κάτι που χρονολογείται με βάση την κεραμική[75] στον 3ο αι. με πρώιμο 2ο αι. π.Χ..· και ότι οι διαστάσεις, η κατασκευή και η μορφή των σπιτιών ήταν αρχικά παρόμοια.

Τα στοιχεία που έχουμε μόλις και μετά βίας δείχνουν ότι το σπίτι με impluvium και  atrium δύναται να τοποθετηθεί εξ ορισμού σε μια ανώτερη θέσει σε σχέση με το σπίτι με συστοιχία. Η ταξινόμηση των σπιτιών σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις μπορεί να γίνει με βάση την σύγκριση των διαστάσεων με τα αρχικά οικοδομικά τετράγωνα. Ενώ για τις κοινωνικά κατώτερες ομάδες του πληθυσμού ίσως υπήρχαν κατοικίες που να έμοιαζαν με τις ελληνικές κατοικίες με προστάδα[76].

Ο Hoffmann με βάση τα σωζόμενα ίχνη στους τοίχους σε αρκετές νησίδες στην ΝΑ περιοχή της Πομπηία αποκατέστησε τον τύπο της οικίας με συστοιχία που χρονικά ανήκει στα τέλη 3ου ή στις αρχές του 2ου αι. π.Χ.. Με βάση την επιμήκη μορφή των νησίδων τα πίσω τμήματα των πολύ μικρών σπιτιών ενώνονταν σε συστοιχία και το καθένα από αυτά διέθετε ένα μικρό κήπο[77]. Οι οικίες αυτές είχαν πλάτος 8,5-10μ. και μήκος 16μ.[78]. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέσω της κεντρικής εισόδου που πλαισιώνονταν από δύο δωμάτια οδηγούμαστε στην αυλή. Στην συνέχεια υπάρχουν τα δωμάτια της οικίας και στο βάθος ο μικρός κήπος. Ο Hoffmann πίστευε ότι υπήρχε και όροφος σε αυτές της οικίες[79], με βάση τα όσα αναφέρει ο Βιτρούβιος για την οικία με atrium testudinatum[80],  κάτι που δεν έχει όμως επιβεβαιωθεί ανασκαφικά. Οι οικίες αυτές ανήκουν στην πρώιμή οικοδομική φάση της πόλης και τα σπίτια με συστοιχία κάλυπταν όλο το πλάτος της οικοδομικής νησίδας. Πρέπει να θεωρήσουμε ότι υπήρχε αστέγαστη αυλή χωρίς ανώγειο σε αντίθεση με την άποψη του Hoffmann.

Η μορφή της οικίας σε συστοιχία μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις διαφορετικούς τύπος (εικ.37), κανένας όμως από αυτούς δεν αντιστοιχεί στην οικία με atrium testudinatum που περιγράφει ο Βιτρούβιος[81]. Γενικά διαπιστώνουμε ότι στους τρεις από τους τέσσερις τύπους οικίας με συστοιχία υπάρχει πάντα ανοιχτή αυλή και στον τέταρτο αυλή με μικρή στέγαση.

Ο κοινότερος τύπος ανήκει στον τύπο 1 της οικίας[82] (εικ.38) σε συστοιχία. Μέσω ενός διαδρόμου στην είσοδο της οικίας οδηγούμαστε στην ασκέπαστη αυλή, κάτω από την οποία υπήρχε υπόγεια δεξαμενή. Κατά μήκος του άξονα του σπιτιού βρίσκεται ένας στενός διάδρομος που οδηγεί στην αυλή. Το σπίτι χωρίζεται σε δύο περιοχές με σειρές από δωμάτια: δεξιά το tablinum που έχει πρόσοψη προς την αυλή και άνοιγμα στο πίσω μέρος του προς τον κήπο. Αριστερά του άξονα της οικίας υπάρχουν τρία μικρά cubicula με προσανατολισμό προς την αυλή και τον κήπο της οικίας. Τέλος, υπάρχει ένα δωμάτιο με δύο χώρους στο πίσω τμήμα της οικίας που ήσαν η κουζίνα και το λουτρό ενώ πίσω ανοίγεται ο κήπος του σπιτιού.

Τα δωμάτια δίπλα στο δρόμο ήταν καλυμμένα με στέγη ενιαίας κλίσης που έριχνε τα νερά της βροχής στον δρόμο. Η αυλή ήταν αστέγαστη όμως πιθανόν υπήρχαν μικρά στέγαστρα πάνω από τις εισόδους των δωματίων. Το νερό που συγκεντρώνονταν στην αυλή απομακρύνονταν με αγωγούς προς τον δρόμο της πόλης. Το νερό για τις ανάγκες της οικογένειας παρέχονταν μέσου της αστέγαστης πίσω αυλής με τις στέγες των δωματίων, που πλαισίωναν την αυλή, να έχουν κλίση προς τον κήπο της οικίας. Επιπλέον, υπήρχε υδρορροή για την προστασία των δωματίων και για την διοχέτευση του νερού στη πίσω αυλή. Παρατηρούμε ότι ο τύπος αυτός της οικίας συναντάται συχνότερα και φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα εύκολος ως προς την κατασκευή του[83]. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η οικία στο

Region Ι,  στην insula 11, η θύρα 12 [84] (εικ.39) στην Πομπηία.

Στο δεύτερο τύπο[85] (εικ.41) της οικίας σε συστοιχία το απαραίτητο νερό για οικιακή χρήση και για τον κήπο συλλέγονταν  από μία πλαγιά στέγη που καλύπτει όλα τα δωμάτια του πίσω μέρους της οικίας. Αυτό επιβεβαιώνεται καθώς πίσω από τη δεύτερη σειρά των δωματίων  βρέθηκε ένα κανάλι αποστράγγισης που συνδέεται με μια δεξαμενή σε αντίθεση με τα σπίτια του 1ου  τύπου. O διάδρομος της εισόδου πλαισιώνεται και πάλι από δύο cubicula που ανοίγονται στην αυλή. Κανονικά, αν και όχι πάντα αξονικά ευθυγραμμισμένα με το πέρασμα της εισόδου, υπάρχει ένας διάδρομο που οδηγεί στον κήπο και διαιρεί τα δωμάτια σε δύο σειρές. Δεν υπάρχει tablinum με άνοιγμα προς την αυλή. Είναι πιθανό ότι τα σπίτια αυτής της διαίρεσης ίσως να είχαν σοφίτες πάνω από τα δωμάτια στο βάθος της αυλής. Το παράδειγμα της οικίας στο Region Ι ,στην insula 9, η θύρα 8 [86] (εικ.41) είναι τυπικό αυτού του τύπου και γνωστό για την παρουσία ιχνών από διακόσμηση 1ου και 2ου Πομπηιανού Στυλ.

Ένας ακόμη τύπος, είναι η οικία με ευρεία κεντρική αυλή[87] (εικ.42). Εδώ μόνο σε μεταγενέστερα στάδια τοποθετείται impluvium στην αυλή. Στον κεντρικό άξονα της οικίας βρίσκεται ένα μεγάλο tablinum, που πλαισιώνεται από δύο δωμάτια, ένα από τα οποία λειτουργεί ως διάδρομος προς τον κήπο, ενώ το άλλο είναι ένα cubiculum, πίσω από το οποίο βρίσκεται η κουζίνα και το αποχωρητήριο. Στις πλευρές της εισόδου βρίσκονται δύο cubicula, με ανοίγματα προς την αυλή. Τα δωμάτια είναι μικρά και το tablinum δυσανάλογα μεγάλο. Σε μεταγενέστερη φάση χρονολογείται ο άνω όροφος των σπιτιών. Τα σπίτια αυτά φέρουν μία στέγη με κλίση προς το δρόμο και μια στέγη, πάνω από τα πίσω δωμάτια, με κλίση προς την πλευρά του κήπου της οικίας. Ο τύπος αυτός είναι καλά πιστοποιημένος μέσω της οικίας στην Regio I, στην insula 15, η θύρα 1 [88] (εικ.43).

Ο τέταρτος τύπος[89] (εικ.44) έχει την κύρια είσοδο του εκτός του κέντρου της πλευράς και του άξονα της οικίας. Το tablinum πλαισιώνεται από δύο cubicula, που πλαισιώνονται από δύο μεγάλες αίθουσες που χρησιμοποιούνται ως τραπεζαρία ή σαλόνι. Οι στέγες στην περίπτωση αυτή θυμίζουν την στέγη της ελληνικής παστάδας και τα όμβρια ύδατα συλλέγονται στο impluvium της αυλής που έφερε δεξαμενή στη μια πλευρά. Στο πίσω μέρος της οικίας υπήρχε κήπος. Η Regio I, insula 20, θύρα 4 [90] (εικ.45) είναι το καλύτερα διατηρημένο παράδειγμα του τύπου και φέρει άφθονη διακόσμηση του Πρώτου Στυλ που ανήκει στην πρώτη φάση του κτιρίου.

Το αίθριο και η διαχείριση του νερού

Σημαντικό θέμα αποτελεί η χρήση και η διαχείριση του νερού σε σχέση με την εμφάνιση και την χρήση του atrium αλλά και ο ρόλος του atrium σε σχέση με τον φωτισμό των δωματίων της οικίας.

Η Trere θεωρεί ότι το νερό παίζει βασικό ρόλο στον σχεδιασμό μιας οικίας και είναι αυτό που επηρεάζει και την μορφή της. Πριν τα αυτοκρατορικά χρόνια το νερό μέσω του compluvium και ενός συστήματος με αγωγούς συγκεντρώνονταν στη δεξαμενή για μελλοντική χρήση. Σημαντικό ρόλο κατά την Trete παίζει το impluvium. Αρχικά θεωρείται ότι υπήρχε μόνο το compluvium στο χώρο του atrium όπως και ένα σύστημα αγωγών για την συγκέντρωση των νερών ενώ αργότερα προστέθηκε και το impluvium[91]. Στο atrium υπήρχε ένα πολύπλοκο σύστημα διοχέτευσης του νερού που συγκεντρώνονταν στην υπόγεια δεξαμενή μέσω του ανοίγματος της οροφής. Το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί το αποστραγγιστικό σύστημα της οικίας Casa delle Forme di Creta (εικ.46) στην Πομπηία (VII.4.62)[92].

Ανάμεσα στο φυσικό έδαφος και το δάπεδο των αυτοκρατορικών χρόνων ο Mauri θεωρεί ότι υπήρχε ένα signinum δάπεδο που διακόπτεται από τα κανάλια του αποστραγγιστικού δικτύου που υπήρχε στο atrium της οικίας, όπως στην Casa del Gallo (εικ.47). Στην τελική φάση της οικία αυτής υπάρχει atrium με impluvium και δίκτυο αγωγών που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο[93].  Αυτό το στοιχείο το συναντάμε και σε άλλες οικίες όπως του Γανυμήδη (εικ.48)[94]. Σε άλλο παράδειγμα στη Casa Fiori οι αγωγοί αυτοί βρέθηκαν κάτω από το πρώτο signinum της οικίας που χρονολογείται στα ελληνιστικά χρόνια[95].

Όλα αυτά τα στοιχεία προκαλούν περισσότερο σύγχυση παρά δίνουν λύσεις. Ωστόσο, μπορούν να μας βοηθήσουν σε σχέση με την οικία με atrium και την μορφή της στέγης που υπήρχε στον χώρο του atrium καθώς δίνουν την εικόνα της ανοιχτής στέγης με τις επιφάνειες της να έχουν κλίση προς το εσωτερικό της οικίας και στις άκρες να φέρουν γείσο για τη διοχέτευση του νερού της βροχής προς τη δεξαμενή[96].

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι το νερό παίζει σημαντικό ρόλο επηρεάζοντας την μορφή και τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της ρωμαϊκής οικίας.

Η προέλευση και η χρονολόγηση της Ρωμαϊκής κατοικίας με atrium

Οι Evans, Richardson και Trete θεωρούν ότι ο τύπος της οικίας αυτής κατάγεται από το απλό αγροτικό σπίτι με αστέγαστη αυλή[97]. Ο Maiuri  υποθέτει ότι το σπίτι με atrium κατάγεται από την αγροτική κατοικία με αστέγαστη αυλή και υποθέτει ότι το compluvium αποτελεί μακρόχρονο στοιχείο της Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής[98]. Αν και οι υποθέσεις αυτές φαίνονται ικανοποιητικές, η εικόνα που έχουμε με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι διαφορετική. O Wallace-Hadrill αναφέρει ότι στη Απουλία και την Λουκανία στις οικίες του 8ου-3ου αι. π.Χ. υπάρχει ποικιλία ως προς τους τύπους οικιών ενώ ανιχνεύονται διάφορες επιρροές από εξωτερικούς παράγοντες [99] όπως π.χ. από τον ελληνικό κόσμο. Διαπιστώνει ότι σε πρώτη φάση τα δωμάτια ανοίγονται προς μία αυλή όπως τα ελληνικά σπίτια. Στην δεύτερη φάση η αυλή αποκτά σχήμα Τ με την προσθήκη δωματίων στις πλευρές της όπως το Σπίτι του Λόφου στη Δήλο. Τελικά, παίρνει την μορφή της τυπικής οικίας με atrium όπως την γνωρίζουμε από τα παραδείγματα που αναφέραμε.

Γενικά, νέα αρχαιολογικά ευρήματα για τις οικίες των Αρχαϊκών Χρόνων μας πληροφορούν ότι η οικία με atrium, impluvium και compluvium με στηρίγματα είναι γνωστή στην Ετρουρία ήδη από τον 6ο αι. π.Χ.[100]. Από τις Fraegellae ο τύπος με atrium, με πρώιμης μορφής impluvium και με signinum δάπεδο είναι γνωστός από τον 4ο-3ο αι. π.Χ.[101]. Στη Ρώμη συναντάμε αυτά τα στοιχεία σε οικίες του 6ου αι. π.Χ.[102]. Επιπλέον, ο τύπος της οικίας με atrium είναι παρόν στις πρώιμες Ρωμαϊκές αποικίες των περιοχών του Λατίου και της Ετρουρίας όπως την Cosa, ενώ στην Πομπηία[103] ήδη από τον 2ο π.Χ. αι..

Τα κοινά στοιχεία σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ο μεγάλος ανοιχτός χώρος στον άξονα της οικίας που συνορεύει με τα alae, το cubiculum και το triclinium. Στον χώρο του atrium πραγματοποιείται η salutatio που αποτελεί και μέσο προβολής του Πάτρωνα της οικίας. Η salutatio ήταν ο παραδοσιακός τυπικός πρωινός χαιρετισμός[104] και  πραγματοποιούνταν κάθε πρωί στα σπίτια των Πατρώνων. Ίσως η salutatio να μπορεί να συσχετιστεί και με τον περσικό κόσμο και τις τιμές προς τον Μέγα Βασιλιά κατά την παρουσίαση  μπροστά του.[105]

Η κοινωνική ιεραρχία της Ρωμαϊκής κοινωνίας ενισχύεται καθημερινά μέσω της χαρακτηριστικής ρωμαϊκής salutatio. Οι άνδρες των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων παρουσιάζονταν στις κατοικίες των Πατρώνων. Οι στίχοι στο Martial (Epig.10.70, 74,82) δείχνουν ότι η πρωινή  προσέλευση στο σπίτι του Πάτρωνα ήταν το μέσω που φανερώνει τη κοινωνική προέλευση του καλεσμένου. Η salutatio όμως αποτελούσε και μέσο προβολή του Πάτρωνα και μέρος του Δημόσιου βίου[106]. Αυτή, επίσης, έδινε την δυνατότητα πελατειακών σχέσεων όχι μόνο εμπορικής μορφής. Το ρωμαϊκό σπίτι που αποτελούσε σημαντικό επίκεντρο της δημόσιας ζωής[107]. Αυτό μας οδηγεί στον διαχωρισμό των δωματίων της οικίας σε «ιδιωτικού» και «δημόσιου» χαρακτήρα χώρους. «Δημόσιο» χαρακτήρα είχαν τα: atrium, vestibula, tablina ενώ τα cubicula και οι άλλοι χώροι της οικίας είχαν περισσότερο «ιδιωτικό» χαρακτήρα[108]. Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι υπάρχει μια ιερή σχέση ανάμεσα στους ανοιχτούς και κλειστούς χώρους της οικίας, με τα κλειστά δωμάτια να προορίζονται μόνο για τα μέλη της οικογένειας ενώ στα ανοιχτά δωμάτια δίνονταν πρόσβαση και στους επισκέπτες της οικίας.

Σε ότι αφορά τον τύπο της οικίας με ανοιχτή αυλή ίσως βρίσκεται σε χρήση ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. άποψη που στηρίζεται στα αρχαιολογικά δεδομένα πόλεων της Ετρουρίας όπως το Mazzabotto και της Ακουαρόσσα της Ιταλίας. Στις οικίες αυτές υπάρχουν τρία δωμάτια που βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και μπροστά φέρουν προθάλαμος. Η είσοδος του προθαλάμου βρίσκεται στον άξονα του κεντρικού δωματίου της οικίας[109].

Ο Patroni[110] θεωρούσε ότι η οικία με atrium είναι καθαρά Ετρουσκικό φαινόμενο και πιστεύει ότι σχετίζεται περισσότερο με την ύπαιθρο παρά με τις πόλεις. Ωστόσο, νέα δεδομένα από την ανασκαφή του Mansuelli[111] μας δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Βασικά στοιχεία είναι πρώτον, η κεντρική αυλή που πλαισιώνεται από ανοιχτούς και κλειστούς χώρους-δωμάτια που μας θυμίζουν την διάταξη των χώρων tablinium, alae της οικίας με atrium. Η παρουσία αγωγών φανερώνει την ύπαρξη μιας αστέγαστης αυλής. Δεύτερον, η μορφή των οικιών αυτών δείχνει ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στις οικίες της Πομπηίας και του Mazzabotto (εικ.49) καθώς δεν υπάρχουν κοινά στοιχεία. Αντιθέτως, ο De Albertiis τονίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στις οικίες της Πομπηίας και του Mazzabotto, αν και απουσιάζει από τις δεύτερες πάντα το impluvium στο χώρο της αυλής[112].

Οι μελετητές σήμερα θεωρούν ότι οι οικίες στο Mazzabotto φέρουν στέγη με compluvium στην αυλή και ότι το ρωμαϊκό σπίτι προέρχεται από το ετρουσκικό[113]. Από την άλλη, ο Sewell αφού αποδεικνύει τις ομοιότητες ανάμεσα στην οικία με atrium και σε εκείνη με προστάδα (εικ.50), κάτι που φανερώνει ότι οι ελληνικές κατοικίες αποτελούν πρότυπο για τις οικίες με atrium, θεωρεί ότι η οικία με atrium επιδεικνύει τόσο ετρουσκικά όσο και ελληνικά στοιχεία που οφείλονται στο γεγονός ότι αυτός ο τύπος σπιτιού είναι προϊόν σκόπιμου συγκερασμού των δύο[114].

Αυτό προϋποθέτει ότι το σχέδιο της οικίας με atrium δημιουργήθηκε και εφαρμόστηκε σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την χρονική στιγμή αυτής της αλλαγής μπορούμε να πούμε ότι στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. έχουμε δύο σημαντικές εξελίξεις. Πρώτον, ο τύπος της οικίας με προστάδα υιοθετήθηκε για τα σπίτια της κατώτερης τάξης ενώ αποκρυσταλλώθηκε η οικία με atrium.  Οι αρχαϊκές ιδιομορφίες της οικίας με atrium πιθανόν οφείλονται στις δραστηριότητες για τις οποίες προορίζονταν. Ο τύπος οικίας με atrium εμφανίζεται και συνυπάρχει με τις οικίες με προστάδα στις ίδιες περιοχές και πόλεις, με διαφορά απλώς ότι προορίζονταν για τα μέλη της μεσαίας και ίσως αρχικά και της ανώτερης κοινωνικής τάξης του ρωμαϊκού κόσμου[115].

Συμπεράσματα και σκέψεις για τις ρωμαϊκές κατοικίες

«Το atrium με compluvium στην στέγη και με  impluvium στο χώρο της αυλής, δεν αποτελεί την μοναδική και την συνηθέστερη λύση για την διαμόρφωση της αυλής μιας μικρής κατοικίας. Από την άλλη φανερώνεται μέσω της έρευνας, ότι τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια επεκτάθηκαν γύρω στα τέλη 3ου με αρχές 2ου αι. π.Χ.. Διακρίνουμε την ύπαρξη τεσσάρων (εικ.37) διαφορετικών τύπων[116]. Πάντα υπάρχει μια ανοιχτή αυλή, τα δωμάτια διατάσσονταν στη μια πλευρά του μεσαίου επιμήκη άξονα, ενώ στον τέταρτο τύπο έγινε  προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η στενότητα των σπιτιών μέσω της μετατόπιση της εξώθυρας από το κέντρο της πρόσοψης και την εγκατάσταση της αυλής και των καθιστικών δωματίων σε αντικριστές πλευρές. Μόνο στα σπίτια αυτού του τύπου φαίνεται ότι δοκιμάστηκε η λύση μιας επικλινούς στέγης στραμμένης προς την αυλή, ώστε να διευκολυνθεί η συλλογή των ομβρίων υδάτων. Πάνω από το impluvium βρίσκεται το άνοιγμα της στέγης, ενώ κοντά σε αυτό βρίσκεται το πήλινο προστομιαίο της υπόγειας δεξαμενής. Στην οικία με συστοιχία συναντάμε για πρώτη φορά μαζί μεγάλες και μικρές αίθουσες συμποσίων, μιας ομάδας χώρων, η παρουσία της οποίας εντοπίζεται έως και στα σπίτια της ύστερη περίοδο της Πομπηίας[117]».

Οι οικίες με συστοιχία που εξετάσαμε παραπάνω είναι αρκετά απλές και λιτές. Η έκταση του μπροστινού μέρος είναι σχεδόν ίση με τον κήπο, ενώ ο στεγασμένος χώρος και ο αστέγαστος βρίσκονται σε αναλογία περίπου 60:40[118]. Ο στεγασμένος χώρος, λοιπόν, δεν ήταν πολύ μεγάλος. Από κατασκευαστική άποψη, οι δομές δεν απαιτούν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία καθώς τα υλικά κατασκευής ήταν ομοιογενή σε μεμονωμένες κατοικίες ή σε ομάδες σπιτιών κάτι που μας δείχνει ότι οι οικίες αυτές κατασκευάστηκαν όλες μαζί. Αν και υπάρχουν και διαφοροποιήσεις ως προς την τοιχοποιία και τα υλικά δομής.

Σε ότι αφορά την μορφή και την κλίση των στεγών, αυτές επέτρεπαν τη συλλογή των όμβριων υδάτων, στη δεξαμενή. Η διακόσμηση ανήκει συνήθως στο 1ο  Πομπιανό Στυλ ενώ συχνά τα δάπεδα του atrium είναι διακοσμημένα cocciopesto (εικ.51) αν και θεωρείτε ότι ανήκουν στη δεύτερη φάση. Κατά την πρόταση του Hoffmann τα σπίτια είναι μικρά με δύο ορόφους και σχεδόν με πλήρης στέγη, που ίσως να ισχύει μόνο για τα μεταγενέστερα στάδια των σπιτιών[119].

Η ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών δεκάδων οικοδομικών τετραγώνων με μέτριες διαστάσεις θεωρείται αποτέλεσμα μιας εισροής νέων πληθυσμών που πιθανόν να ανήκαν στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, εξαιτίας των οποίων υπήρξε ένα προγραμματισμένο σύστημα αστικοποίησης των υπόλοιπων άχτιστων οικοπέδων. Πιθανότατα μέσα στο διάστημα λίγων ετών μετά από την διανομή των οικοπέδων που χορηγήθηκαν με βάση την κοινωνική τάξη που άνηκαν οι κάτοικοι της πόλης το οποίο κατανοούμε με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Cosa. Οι μικρές αποκλίσεις  πιθανόν οφείλονται στην μορφολογία του εδάφους της οικοδομικής νησίδας.

Όλα αυτά μας οδηγούν στην υπόθεση, πως η υποδιαίρεση των νησίδων πραγματοποιήθηκε σε απάντηση κάποιου έκτακτου γεγονότος, όπως είναι ο ερχομός στην πόλη πολλών οικογενειών που κατάγονται από αλλού. Το πιο κατάλληλο πλαίσιο είναι η εποχή του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου, περίοδος που δημιούργησε την ανάγκη για νέους οικισμούς για τους πρόσφυγες[120]. Αυτός ο τύπος οικίας άρχισε στο τέλος του 3ου αι. π.Χ. και ουσιαστικά ολοκληρώθηκε στο πρώτο τρίτο του 2ου αι. π.Χ. με την κατάληψη του συνόλου σχεδόν του ελεύθερου χώρου εντός των τειχών της πόλης της Πομπηίας.

Ωστόσο, η νέα εικόνα που προκύπτει  από τα αρχαιολογικά δεδομένα και την αρχιτεκτονική μορφή της πόλης είναι ότι υπήρξε μια ομαλή απορρόφηση σημαντικού πρόσθετου πληθυσμού μικρών ιδιοκτητών. Αυτό προκύπτει από την εντυπωσιακή ζωτικότητα στις επόμενες γενιές, κάτι που αποδεικνύεται από τις πολυάριθμες τροποποιήσεις στην μορφή και την κάτοψη των οικιών. Από αυτά φανερώνεται μια μεταμόρφωση του αστικού ιστού της Πομπηίας και η αιτία της ανάπτυξής της στους επόμενους αιώνες.

Τα τελευταία χρόνια ο Wallace- Hadrill έχει προσφέρει μια πειστική περιγραφή της κοινωνικής δομής των ρωμαϊκών κατοικιών, που αποδεικνύουν σε πιο βαθμό το σύνολο του χώρου είχε οριστεί για να παρουσιάσει την ταυτότητα και την ιδιότητα του ιδιοκτήτη στην κοινωνία του[121]. Υπάρχει λοιπόν μια κοινωνική λειτουργία του σπιτιού που προσδιορίζεται τόσο από την διαρρύθμιση των χώρων όσο και από την επιλογή των διακοσμητικών στοιχείων.

Η εικόνα των πελατών σε αναμονή στο atrium κάθε πρωί ήταν που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους συγγραφείς για να φανερώσει την κοινωνική θέση του Πάτρωνα[122]. Τους πιο σημαντικούς επισκέπτες τους δέχονταν στα μικρά δωμάτια στο εσωτερικό του σπιτιού και χρησίμευαν και ως υπνοδωμάτια. Οι φίλοι λάμβαναν μέρος στο δείπνο που γινόταν στο χώρο της τραπεζαρίας που ίσως  βρίσκονταν στο χώρο του περιστυλίου. Έτσι, δημιουργήθηκε μια κοινωνική ιεραρχία που αντιστοιχεί στους  χώρους της οικίας σε ότι αφορά την δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης στα εσωτερικά τμήματα του σπιτιού.

Με βάση την μελέτη των B.Hillier k J.Hanson την οποία ο M.Grahame εφάρμοσε στην μελέτη του για την οικία της Πομπηίας, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι στις οικίες με atrium υπάρχουν διάφοροι χώροι κλειστοί και ανοιχτοί που βρίσκονται γύρω από το atrium που δίνει πρόσβαση σε αυτούς. Θεωρείται λοιπόν ότι όλα τα μέλει της οικογένειας δύναται να εισέλθουν στα  ανοιχτά δωμάτια της οικίας. Αντιθέτως στα κλειστά δωμάτια ελέγχεται η πρόσβαση. Έτσι κατανοούμε ότι όλοι έχουν την δυνατότητα πρόσβασης στους χώρους της οικίας ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη (ελεύθερος/δούλος) και το γένος του ατόμου. Με την προσθήκη του περιστυλίου αλλάζουν οι χρήσεις κάποιον χώρων και προστίθενται νέοι χώροι με νέες λειτουργίες και χρήσεις. Έτσι στην οικία με το περιστύλιο οι συγκεντρώσεις των επίσημων καλεσμένων και φίλων γίνονταν στους χώρους που ανοίγονταν γύρω από αυτό, ενώ ο χώρος του atrium το atrium έγινε περισσότερο χώρος εμπορικών συναλλαγών και των τελετουργιών του Πάτρωνα[123]. Τα γύρω δωμάτια έχουν περισσότερο ιδιωτικό χαρακτήρα. Μάλιστα στους ιδιωτικούς χώρους της οικία  εμποδίζεται και η πρόσβαση (κλειστοί χώροι ) σε σύγκριση με τους περισσότερο δημόσιους (ανοιχτοί χώροι) χώρους της οικίας[124].

Με τις αλλαγές αυτές προκύπτουν και αλλαγές στην χρήση των χώρων ανάλογα με την κοινωνική προέλευση του κάθε ατόμου. Ενώ πραγματοποιούνται αλλαγές και στο επίπεδο της οικογένειας και στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας που είναι αποτέλεσμα του διαλόγου ανάμεσα στους διάφορους χώρους της οικίας και στα πρακτικά θέματα που υπάρχουν[125].

Κοντολογίς, παρατηρούμε ότι υπήρχε μια κοινωνική ιεραρχία που αντιστοιχεί στους χώρους της οικίας σε ότι αφορά την δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης στα εσωτερικά τμήματα του σπιτιού. Σήμερα αυτό γίνεται κατανοητό σε εμάς μέσα από την αρχιτεκτονική μορφή του σπιτιού, την διάθρωση των χώρων και την διακόσμηση των δωματίων. Αυτά μας δίνουν την δυνατότητα μαζί με τα ανασκαφικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές να υποθέσουμε και να ανασυνθέσουμε τις ακριβείς χρήσεις των χώρων της ρωμαϊκής οικίας.

Κατά τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ότι οι αρχιτέκτονες επιδίωκαν σκόπιμα κατά το σχεδιασμό των περιστυλίων στα σπίτια της Πομπηίας του 1ου αι. π.Χ. να εξασφαλίσουν ότι ο φιλοξενούμενος θα λάμβανε την πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κατοικίας, ως προς το μέγεθος και την δαπάνη του ιδιοκτήτη. Για να επιτύχουν αυτό τοποθετούσαν τα πιο εντυπωσιακά δωμάτια της υποδοχής γύρω από την περίστυλη αυλή, ώστε οι επισκέπτες να βλέπουν τους χώρους αυτούς[126]. Ο αριθμός των αιθουσών υποδοχής μας βοηθά να αντιληφτούμε την κοινωνική τάξη του ιδιοκτήτη της οικίας. Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης σπιτιού θα μπορούσε να επιλέξει μεταξύ διαφόρων ρυθμίσεων  για την υποδοχή επισκεπτών, ανάλογα με τον τύπο και τον αριθμό τους, καθώς και για την ώρα της ημέρας ή την εποχή του έτους κάτι που φανέρωνε την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη αλλά και του επισκέπτη. Η διακόσμηση (εικ.21,52) σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική και την εσωτερική σχεδίαση της οικίας, φανερώνουν την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη. Αν και η διακόσμηση είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης του ιδιοκτήτη[127].

Φυσικά, τα παραπάνω ισχύουν μόνο για τα σπίτια των πλουσίων. Για να προβάλλονται μέσα στην κοινωνία και να έχουν δυνατότητες άσκησης επιρροής στην εξουσία αλλά και στους άλλους τομείς όπως την τοπική οικονομία (Βιτρούβιος VI.5)[128]. Ο ανταγωνισμός αυτός, οδήγησε στην επικράτηση κάποιον προτύπων για την μορφή της οικίας. Ωστόσο, η δημιουργία της οικίας και η διακόσμηση της παραμένουν σημαντικοί παράγοντες και δεν ήταν φαινόμενο μόνο της Ρώμης. Σε ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής τα σπίτια των πλουσίων ήταν πιο περίτεχνα κατασκευασμένα και καλύτερα επιπλωμένα. Στα σπίτια της ελληνιστικής εποχής στη Δήλο και αλλού, υπάρχει ένας ξεχωριστό χώρο συμποσίων με αίθουσες υποδοχής, αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, ψηφιδωτά δάπεδα και τοίχους με κονιάματα (εικ.21,27-29,51-52). Το διακοσμητικό ύφος των αντίστοιχων περιοχών στα ρωμαϊκά σπίτια εμπνέεται από τα ελληνιστικά σπίτια, σύντομα όμως απέκτησε νέα διάσταση μέσα στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική περίοδο του τέλους της εποχής της Δημοκρατίας[129].

Από τον 2ο αι. π.Χ. και μετά λόγου της προσθήκης νέων στοιχείων στην αρχιτεκτονική μορφή της ρωμαϊκής οικίας με την υιοθέτηση και την ένταξη του περιστυλίου. Με την προσθήκη του περιστυλίου αναπροσαρμόζονται τα δωμάτια της οικίας μεταξύ του atrium και του περιστυλίου. Το tablinum μετατρέπεται σε ένα μεγάλο παράθυρο προς τον χώρο του περιστυλίου ενώ ένας διάδρομος (andron) δίνει πρόσβαση από το atrium στο περιστύλιο και το αντίστροφο. Τα δωμάτια είτε βρίσκονται γύρω από το atrium είτε ανοίγονται γύρω από το περιστύλιο. Δεν πραγματοποιείτε όμως αυτή η αλλαγή σε όλες τις οικίες, όπως μας δείχνει η οικία του Σκελετού στη Cosa που δεν υπάρχει περιστύλιο[130]. Η νέα εξέλιξη στο ρωμαϊκό σπίτι είναι αποτέλεσμα της επιρροής του ελληνικού κόσμου όπως φανερώνει η υιοθέτηση του περιστυλίου.

Σε ότι αφορά την μορφή του atrium, στα πρώιμα σπίτια με atrium υπήρχε μόνο ένα στενό άνοιγμα στην στέγη που λειτουργούσε ως καμινάδα αλλά και ως φωταγωγός της οικίας. Το atrium αυτού του τύπου ονομάζεται atrium testibulatum (εικ.17) και το συναντάμε στην Casa del Chirurgo. Σε μεταγενέστερη φάση όμως προωθήθηκε ο τύπος atrium που στην στέγη της αυλής έφερε άνοιγμα (εικ.18) ενώ ακριβώς κάτω από αυτό βρίσκονταν το impluvium για την συγκέντρωση του νερού της βροχής με την υπόγεια δεξαμενή.

Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της προέλευσης της οικίας με atrium αν και όπως αναφέραμε παραπάνω, οι μελετητές σήμερα θεωρούν ότι το ρωμαϊκό σπίτι προέρχεται από το ετρουσκικό σπίτι και επιπλέον ότι βασίζεται σε μια μακροχρόνια Ιταλική παράδοση. Ο Sewell παρατηρεί τις ομοιότητες ανάμεσα στις ρωμαϊκές οικίες με atrium και στις ελληνικές κατοικίες με προστάδα συμπεραίνοντας  πως η ομοιότητα τους οφείλεται σε έναν σκόπιμο συγκερασμό των στοιχείων των δύο διαφορετικών αρχιτεκτονικών παραδόσεων. Όμως διαπιστώνεται ότι οι οικίες με συστοιχία έχουν πολλές περισσότερες ομοιότητες με την ελληνική κατοικία παρά η ελληνική οικία με την οικία με atrium. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι  η οικία με atrium αποτελεί ένα τοπικό ιταλικό φαινόμενο της ιταλικής αρχιτεκτονικής παράδοσης.

Συντομογραφίες Βιβλιογραφίας

AJA                     American Journal of Archaeology

Archaology     Archaology. A magazine dealing with the Antiquity of the world

Ercolano           Ercolano1738-1988. 250 anni di ricerca archeologica

JRA                    Journal of Roman Archaeology

Ostraka            Ostraka. Rivista di antichita

RomMitt         Romischen Mittellungen

 Βιβλιογραφία

Βασική Βιβλιογραφία

Adam 1999                 J. R. Adam, Roman Building, materials and techniques (Rutledge 1999)

Blank 2004                  H. Blank, Εισαγωγή στην Ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνωνκαι Ρωμαίων (Αθήνα 2007) μτφρ.

Nappo 1997               S. C. Nappo, « Urban transformation at Pompeii in the later 3rd and early 2nd c. B.C. » στο   LAURENCE  /  A. WALLACE –Hadrill , Domestic Space in the Roman World: Pompeii and Beyond, Journal of Roman Archaeology Supplementary Series 22, Portsmouth RI 1997, 91-120.

Richardson 1988         L. Richardson, Pompeii, an architectural history (Baltimore 1988)

Sewell 2010                  J. Sewell, «Το αρχαίο ελληνικό σπίτι και η προσαρμογή του από τους Ρωμαίους», Αρχαιολογία 114, Μάρτιος 2010, 38-49.

Wallace-Hadrill           A. Wallace- Hadrill, «Rethinking the Roman atrium house» στο 1997 LAURENCE / A. WALLACE-Hadrill , Domestic Space in the Roman World: Pompeii and Beyond, Journal of Roman Archaeology Supplementary Series 22, Portsmouth RI 1997, 219-240.

Συμπληρωματική βιβλιογραφία

Bruno 1970                 V. J. Bruno, «A town house at Cosa», Archaology 23, 1970, 232-241.

Βιτρούβιος 1996         Βιτρούβιος, Vidtuvii de Architectura- Βιτρουβίου περί Αρχιτεκτονικής VI-X(Αθήνα 1996) μτφρ

Coarelli 1994               F. Coarelli, «Die fregi da Pregellae un dommento stonico della prima Guerra siriaca?», Ostraka 3, 1994, 93-108.

Coulston/Dodge          J.Coulston and H.Dodge, Ancient Rome: The archaeology of 2000 the Eternal City, Oxford, 2000

Dickmann 1999           J-A. Dickmann, Domus frequentata, Anspruchsvolles Wohnen im pompejanischen Stadthaus, Munchen 1999

Eschebach 1982          H. Eschebach, «Die Casa di Ganimede in Pompeji, VII 13,4. Ausgrabung und Baugeschichte», RomMitt 89, 1982, 229-313.

Flower 1996                H. I. Flower, Ancestor masks and aristocratic power in Roman Culture (Oxford 1996)

Hoepfner/Schwandner 1994                   W. Hoepfner/ E.L. Schwandner, Haus und Stand im  Klassischen Griechenland, Neubearbeitung,Wohnen in der Klassischen Polis 1, Μόναχο 1994

Hoepfner 2005            W. Hoefner, Ιστορία της κατοικίας, 5000π.Χ. -500μ.Χ. Προϊστορία, Πρώιμη ιστορία, Αρχαιότητα (Θεσσαλονίκη 2005) μτφρ.

Laidlaw/Parker 1971                      R. Laidlaw και K. Packer, “Excavations in the House of Sallust  in Pompeii,” AJA 75, 1971, 106-107.

Mansuelli 1963            G. A. Mansuelli, «La casa etrusca di Marzabotto. Costatazioni nei nuovi scavi», RomMitt 70, 1963, 44-62

McKay 1975                           A. McKay, Houses, villas and palaces in the Roman world (London 1975)

Nappo 1993                S. C. Nappo, «Pompeii: la casa Regio I, ins.20, n.4 nelle sue fasi. Considerazioni e proplemi», στο Ercolano 1738-1988. 250 anni di ricerca archeologica, Roma 1993, 667- 76.

Pesando/ Guidobaldi 2006         F. Pesando – M. P. Guidobaldi, Gli ozidi egco le residenze di  lusso a Pompeied Ercolano, (Roma 2006)

Ramage-Ramage 2000         Ν. Η. Ramage –Α. Ramage, Ρωμαϊκή Τέχνη, (Θεσσαλονίκη 2000) μτφρ.

Sittl 1970                    C. Sittl, Die gabargen der Griechen und Romer (New York 1970).

Trere 1993                   C. C. Trere, «Del concettto di spazio da cortile coperto ad atrio toscanico», στο Ercolano 1738-1988. 250 anni di ricerca archeologica, Roma 1993, 543-550.

Wallace-Hadrill 1989           A. Wallace-Hadrill,  Patronage in Ancient Society, 1989  (Routledge1989)

Wallace-Hadrill 1994           A. Wallace-Hadrill, Houses and society in Pompeii and Herculaneum (Princeton,New Jersey 1994)

Zanker 1998                P. Zanker, Pompeii, public and private life (Campridge 1998)


[1] Βιτρούβιος 1996, 27-39.

[2] Sewell 2010, 38.

[3] Sewell 2010, 45.

[4] Sewell 2010, 47.

[5] Wallace- Hadrill 1997, 221.

[6] Βιτρούβιος 1996, 31.

[7] Adam 1999, 299, Blanck 2004, 63 and Zanker 1998, 37-38.

[8] Adam 1999, 300.

[9] Wallace-Hadrill 1997, 220.

[10] Adam, p. 300.

[11] Blanck 2004, 64. και Βιτρούβιος 1996, 27-29.

[12] Βιτρούβιος 1996, 33-34.

[13] Βιτρούβιος 1996, 35.

[14] Βιτρούβιος 1996, 37-39.

[15] Adam 1999, 292

[16] Flower 1996, 200-201

[17] Adam 1999, 292

[18] Adam 1999, 292

[19] Ramange-Ramange 2000, 62.

[20] Blanck 2004, 65 και  Adam 1999, 320-322.

[21] Adam 1999, 296.

[22] Adam 1999, 310.

[23] Adam 1999, 296.

[24] Adam 1999, 297-298.

[25] Wallace-Hadrill 1997, 219.

[26] Wallace-Hadrill 1997, 220. και Adam 1999, 301.

[27] Adam 1999, 301

[28] Adam 1999,301.

[29] Wallace-Hadrill 1997,220. και Adam 1999, 301.

[30] Adam 1999, 301

[31] Wallace-Hadrill 1997,220.

[32] Adam 1999, 301.

[33] Wallace-Hadrill 1997,222-23.

[34] Adam 1999, 301.

[35] Wallace-Hadrill 1997,222

[36] Adam 1999, 301-4. και Wallace-Hadrill 1994, 143-174.

[37] Wallace-Hadrill 1994, 6, 158. για την εσωτερική διακόσμηση των σπιτιών Πρβλ. ίδιου 1994, 23-37,

143-174.

[38] Adam 1999, 304.

[39] Blanck  204, 65-66.

[40] Adam 1999, 306.

[41] Adam 1999, 307.

[42] Adam 1999, 307.και  Blanck 2004, 66.

[43] Blanck 2004, 66.

[44] Adam 1999, 309 και Blanck 2004, 66

[45] Adam 1999, 310, Richardson 1988, 168-170, 394 και  Zanker 1998, 39.

[46] Adam 1999,310-311.

[47]  Blanck 2004, 66-67 και Adam 1999, 311-312.

[48] Adam 1999, 312.

[49] Zanker 1998, 57.

[50] Sewell 2010, 47-48.

[51] Wallace-Hadrill 1994, 86, 158-159

[52]Wallace-Hadrill 1994, 87.

[53] Wallace-Hadrill 1997, 222-23.

[54] Wallace-Hadrill 1997, 223

[55] Wallace-Hadrill 1997, 223-224.

[56] Wallace-Hadrill 1997, 224.

[57] Wallace-Hadrill 1997, 224.

[58] Wallace-Hadrill 1997, 224.

[59] McKay 1975, 17.

[60] Wallace-Hadrill 1997, 225.

[61] Wallace-Hadrill 1997, 226.

[62] Wallace-Hadrill 1997, 226.

[63] Wallace-Hadrill, 226. και Εschebach 1982, 229-313, 258-63, 306-7.

[64] Laidlaw/ Packer 1971, 107.

[65] Wallace-Hadrill 1997, 227.

[66] Bruno 1970, 233. και Zanker 1998, 60.

[67] Wallace-Hadrill 1997, 227.

[68] Bruno, 1970, 232-41.

[69] Sewell 2010, 45.

[70] McKay 1975, 60-63.

[71] Bruno 1970, 235-40.

[72] Bruno 1970, 240.

[73] Wallace-Hadrill 1997, 228.

[74] Bruno 1970, 240-41.

[75] Coarelli 1994, 93-108.

[76] Sewell 2010, 47.

[77] Hoepfner 2005, 659.

[78] Nappo 1997, 99.

[79] Nappo 1997, ,99.

[80] Hoepfner 2005, 659.

[81] Nappo 1997, 99 και Hoepfner 2005, 659

[82] Nappo 1997, 100-101.

[83] Nappo 1997, 101.

[84] Nappo 1997, 103-105.

[85] Nappo 1997, 105.

[86] Nappo 1997, 105-107.

[87] Nappo 1997, 107-109.

[88] Nappo 1997, 109-111.

[89] Nappo 1997, 113.

[90] Nappo 1997, 113-115. και του ίδιου 1993, 667-676.

[91] Wallace-Hadrill 1997, 231-2.

[92] Wallace-Hadrill 1997, 232-3.

[93] Wallace-Hadrill 1997, 233.

[94] Wallace-Hadrill 1997, 233. και Eschebach 1982, 229-313.

[95] Wallace-Hadrill 1997, 233.

[96] Wallace-Hadrill 1997, 233.

[97] Wallace-Hadrill 1997, 236.και Richardson, 382- 391.

[98] Wallace-Hadrill 1997, 236.

[99] Wallace-Hadrill 1997, 237.

[100] Wallace-Hadrill 1997, 237.

[101] Wallace-Hadrill 1997, 237

[102] Wallace-Hadrill 1997, 237

[103] Wallace-Hadrill 1997, 237.

[104] Wallace-Hadrill 1994, 12.

[105] Sittl 1970, 78-79

[106] Wallace-Hadrill 1989, p. 209-10.

[107] Wallace-Hadrill 1994, 12.

[108] Wallace-Hadrill 1994, 10-11.

[109] Blanck 2004, 76 και  McKay 1975, 19-21.

[110]Wallace-Hadrill 1997, 234.

[111] Wallace-Hadrill 1997, 234. και Mansuelli 1963, 44-62 και McKay, 21-22.

[112] Wallace-Hadrill 1997, 234.

[113] Wallace-Hadrill 1997, 234.

[114] Sewell 2010, 46-48.

[115] Sewell 2010, 48-49 και Flower 1996, 189.

[116] Hoepfner 2005, 659.

[117] Hoepfner 2005, 660.

[118] Nappo 1997, 117.

[119] Nappo 1997, 118.

[120] Nappo 1997, 120.

[121]Zanker 1998, 12.

[122] Zanker 1998, 12-13.

[123] Wallace-Hadrill 1997, 238-239

[124] Wallace-Hadrill 1997, 239

[125] Wallace-Hadrill 1997, 240.

[126] Zanker 1998, 13-14.

[127] Wallace-Hadrill 1994, 158.

[128] Βιτρούβιος 1996, 37-39.

[129] Zanker 1998, 14.

[130] Wallace-Hadrill 1997, 235-236.

Παράτημα σχεδίων και εικόνων

Εικόνες            Τίτλος                                                              Πηγή

Τοπογραφικό της περιοχής του Βεζούβιου. Richardson 1988, εικ.1 σελ. 29

Τοπογραφικό της περιοχής της Cosa Bruno 1970, εικ.1, σελ. 231

Τοπογραφικό της περιοχής Ρώμης. Coulston/ Dodge 2000, εικ.2.1, σελ.17

Κάτοψη ρωμαϊκής οικίας με αίθριο και περιστύλιο. Blank 2004, εικ.8, σελ.62

Κάτοψη της Casa del Chirurgo Wallace-Hadrill 1997, εικ.1, σελ.225

Τομή και κάτοψη ρωμαϊκής οικίας με τα ονόματα των χώρων ( Villa di A.Trebivs Valens Regio III insula 11 n.1). Adam 1999, εικ.691, σελ 302

Εικ. 7: Εσωτερικό atrium προς το tablinum (Οικία Ξύλινων Παραπετασμάτων, Ηράκλειο). McKay 1975, εικ.17
Εικ. 8: Εσωτερικό atrium το προς το fauces (Οικία Ξύλινων Παραπετασμάτων, Ηράκλειο). McKay 1975, εικ.18

Compluvium Casa del Vettii, Πομπηία. Adam 1999, εικ.686, σελ.299

Atria tetrastyla Casa I, 6, 15 και I, 2, 28, Πομπηία. Adam 1999,εικ.688, 687, σελ. 300

Αtrium corinthicum, Casa del Epidius Rufus, Πομπηία. Adam 1999, εικ.689, σελ.300

Οικία με atrium displuviatum (Casa di Ganimede 2η φάση). Eschebach 1982, εικ.19, σελ.267

Οικία με atrium testudinatum (Casa di Ganimede 1η φάση). Eschebach 1982, εικ.18, σελ.266

Φωτογραφία atrium με catribulum και προστομιαίο, Οικία Ξύλινων, Παραπετασμάτων, Ηράκλειο. Adam 1999, εικ.681, σελ.297

Φωτογραφία atrium με catribulum και με ala στο βάθος, Casa del Fabbro, Πομπηία. Wallace-Hadrill 1994, εικ.7.15, σελ.165

Casa di Meleargo (VI,9,2) Μαρμάρινο catribulum. Pesando/ Guidobaldi 2006, εικ.73, σελ.128

Casa dei Vettii lararium με διακόσμηση. Wallace-Hadrill 1994, εικ.3.4, σελ.41

Τοιχογραφία Lararium με τους Lares και το Genus (Casa del Vettii). Adam 1999, εικ.682, σελ. 298

Ξύλινο παραπέτασμα στην πρόσοψη του tablinum της οικίας των Ξύλινων Παραπετασμάτων, Ηράκλειο. Adam 1999, εικ.694, σελ. 303

Κάτοψη Casa del Chirurgo, Πομπηία. Flower 1996, εικ.9, σελ.190

Αναπαράσταση εσωτερικής διαμόρφωσης ενός cubiculum, M.M.N.Y. Hoepfner 2005, σελ. 680

Παράθυρο ρωμαϊκής οικίας, Cardo IV, insula 5, Ηράκλειο. Adam 1999, εικ.699, σελ. 305

Εικ. 23: Φωτογραφία πλατφόρμας μαγειρικής εγκατάστασης οικίας VIII, 2, 30. Adam 1999, εικ.708, σελ.308.
Εικ. 24: Φωτογραφία πλατφόρμας μαγειρικής εγκατάστασης οικίας VIII, 2, 30. Adam 1999, εικ.708, σελ.308

Περιστύλιο της Casa del Vettii. McKay 1975, εικ.22

Φωτογραφία Triclinium της Casa Julia Felix. Adam 1999, εικ.712, σελ. 308

Oecus Corinthius ,Casa del Labirinto. Dickmann 1999, εικ.41, σελ 165

Oecus Aegyptios, Casa Nozze. Richardson 1988 εικ.21, σελ.157

Ψηφιδωτό Αλεξάνδρου και Δαρείου στην Casa de Faunus, Πομπηία. Pesando/ Guidobaldi 2006, εικ.27, σελ.51

Φωτογραφία κήπων ρωμαϊκών οικιών. Adam 1999, εικ. 716,718, σελ.313

Σχεδιαστική αναπαράσταση κήπων ρωμαϊκών οικιών. Adam 1999, εικ. 716,718, σελ.313

Κάτοψη και αναπαράσταση μία τυπικής ρωμαϊκής οικίας με atrium. McKay 1975, εικ.6, 7, σελ. 22

Εικ. 32: Φωτογραφία υπόγειας στοάς αποθηκευτικής χρήσεως. (Casa del Criptoporticus, Πομπηία). Adam 1999, εικ.719,σελ.314
Εικ. 33: Φωτογραφία ενός τυπικόυ κελαριού. (Casa V, 2, d). Adam 1999, εικ.720, σελ.314

Κάτοψη και αναπαράσταση ρωμαϊκής οικίας κατά τον Patroni. McKay 1975, εικ.3, 4. σελ.18.

Κάτοψη της Casa del Chirurgo, Πομπηία. Flower 1996, εικ.9, σελ. 190

Κάτοψη της Casa SUNY, Cosa. Bruno 1970, σελ.234

Κατόψεις των τεσσάρων τύπων οικιών σε συστοιχία με βάση την κατηγοριοποίηση του Nappo. Hoepfner 2005, σελ.659

Κάτοψη και τομή της τυπικής οικίας σε συστοιχία του 1ου τύπου. Nappo 1997, εικ.6, σελ.100

Κάτοψη οικία Ι.11.12, Πομπηία. Nappo 1997, εικ.9, σελ.102

Κάτοψη και τομή της τυπικής οικίας σε συστοιχία του 2ου τύπου. Nappo 1997, εικ.11, σελ.104

Κάτοψη οικίας Ι.9.8, Πομπηία. Nappo 1997, εικ.12, σελ.106

Κάτοψη και τομή της τυπικής οικίας σε συστοιχία του 3ου τύπου. Nappo 1997, εικ.14, σελ.109
.

Κάτοψη οικίας Ι.15.1, Πομπηία. Nappo 1997, εικ.15, σελ.110

Κάτοψη και τομή της τυπικής οικίας σε συστοιχία του 4ου τύπου. Nappo 1997, εικ.17, σελ.112

Κάτοψη οικίας Ι.20.4, Πομπηία. Nappo 1997, εικ.18, σελ.114

Σχέδιο ανασκαφής, αποστραγγιστικά κανάλια, Casa delle Forme di Creta, Πομπηία. Wallace-Hadrill 1997, εικ.6, σελ.232
.

Διαμόρφωση του δαπέδου κάτω από το επίπεδο του impluvium, Casa del Gallo, Πομπηία. Wallace-Hadrill 1997, εικ.7, σελ.234

Κάτοψη της Casa di Ganimede. Eschebach 1982, εικ.3, σελ.238

Κάτοψη οικίας στο Mazzabotto. Mansuelli 1993, εικ.3, σελ. 49

Κάτοψη οικίας με προστάδα από τον Πειραιά. Hoepfner/ Schwandner 1994, εικ.306, σελ.321

Δάπεδο Cocciopest. http://www.users.unimi.it

Λουτρό με διακόσμηση της Casa del Menandro. Hoepfner 2005, σελ. 694.

Οι κύριες ιδέες στα επαναστατικά κείμενα (Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας)

Πουλιάσης Ευστάθιος, μεταπτυχιακός φοιτητής, ΠΜΣ «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες», Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Οι κύριες ιδέες στα επαναστατικά κείμενα

(Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας)

Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να εντοπίσει και να αναλύσει τις βασικές ιδέες που αποτυπώνονται σε τρία από τα σημαντικότερα κείμενα της ελληνικής επανάστασης. Τα κείμενα αυτά είναι: α. Το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, β. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και γ. Το Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Όπως γίνεται αντιληπτό από τη πρώτη κιόλας προσέγγιση τους, είναι κείμενα ιδεολογικά φορτισμένα, που έχουν ως στόχο τόσο να αφυπνίσουν τους Έλληνες για την επανάσταση όσο και να πληροφορήσουν τους Ευρωπαίους γι’ αυτήν. Είναι γραμμένα την ίδια εποχή και οι ιδέες που εντοπίζονται είναι σε μεγάλο βαθμό κοινές.

Η ανάλυση του ιδεολογικού περιεχομένου των κειμένων αυτών θα ήταν ελλιπής χωρίς μια έστω σύντομη αναφορά στην εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο οι νέες ιδέες εισήλθαν από τη Δυτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα κείμενα, γραμμένα ανάμεσα στα έτη 1821 και 1822, είχαν σκοπό να πληροφορήσουν, να ξεσηκώσουν, αλλά και να αποδείξουν εν τέλει τη νομιμότητα του αγώνα των Ελλήνων. Οι ιδέες που ανιχνεύονται μέσα σε αυτά ήταν αδιαμφισβήτητα καινοτόμες για έναν λαό, ο οποίος βρισκόταν υπό τον τουρκικό ζυγό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα πώς τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κηρύγματα υιοθετήθηκαν τελικά από τους Έλληνες. Η διαδικασία αυτή δε θα πρέπει να θεωρηθεί βραχυχρόνια. Με την ανάπτυξη του εμπορίου, κυρίως, και με τη δημιουργία ανθηρών ελληνικών κέντρων έξω από τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τις αξίες που είχαν εμφανιστεί λίγα χρόνια πριν στη Δύση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανάληψη της εξουσίας στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες από τους Φαναριώτες[1], αποτέλεσε ίσως τον καταλυτικό παράγοντα για την είσοδο των νέων ιδεών στα οθωμανικά εδάφη.

 Εξίσου σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραμάτισε ένα παρακλάδι του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, το οποίο ονομάστηκε Νεοελληνικός Διαφωτισμός και αναπτύχθηκε στη διάρκεια  των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα και των πρώτων του 19ου. Ο Διαφωτισμός, ως πνευματικό κίνημα εν γένει, σήμανε την απαλλαγή του ανθρώπινου νου από οποιαδήποτε μορφή δεισιδαιμονίας και συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών[2]. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, συνδυάζοντας την ευρωπαϊκή καταγωγή του με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης της αστικής τάξης και, κατ’ επέκταση, οδήγησε στην ελληνική επανάσταση και στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Πρέπει εδώ να σημειωθεί η ιδιαιτερότητα του κινήματος στην Ελλάδα, αφού η χώρα επηρεάστηκε από τον Διαφωτισμό χωρίς πρώτα να έχει περάσει από το στάδιο της Αναγέννησης, όπως συνέβη στη Δύση[3]. Όπως γίνεται φανερό, το κίνημα αυτό αποτελεί ένα τεράστιο ζήτημα, η εξέταση του οποίου θα ξέφευγε από τα όρια του θέματος.

Από τα τρία κείμενα που εξετάζονται εδώ και με βάση τη χρονολογική σειρά, προηγείται το Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος[4].Το κείμενο αυτό συνιστά ουσιαστικά την επίσημη αναγγελία έναρξης της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Γραμμένο στο Κισνόβιο, πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας, από τον Γεώργιο Τυπάλδο Κοζάκη σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τυπώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1821 στο Ιάσιο [5]. Σύμφωνα με τις πηγές, εκφωνήθηκε κάτω από τους ήχους του Θούριου του Ρήγα[6]. Πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά φιλελεύθερο, κεντρικό  θεματικό άξονα του οποίου αποτελεί η αντίθεση ελευθερίας και τυραννίας. Ο Υψηλάντης, μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, προσκαλούσε τους συμπατριώτες του στον αγώνα για την ελευθερία.  Όπως χαρακτηριστικά έγραφε κλείνοντας την προκήρυξη του: «Η πατρίς μας προσκαλεί»[7]. Επιπλέον, διατύπωνε τις κύριες επιδιώξεις του ελληνικού λαού, καθώς και το μεγαλόπνοο όραμά του, δηλαδή τη δημιουργία εθνικής διοίκησης με εκλεγμένους άρχοντες και νόμους, με απώτατο σκοπό την ορθή διακυβέρνηση του  έθνους.

Δεύτερο χρονικά κείμενο (αν και το Προοίμιο του Συντάγματος και η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας έχουν πολύ μικρή χρονική διαφορά μεταξύ τους, μόλις 15 μέρες) είναι το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου[8], το  οποίο αποτελεί μια σύντομη διακήρυξη πριν από το κύριο σώμα του συντάγματος. Η ημερομηνία δημοσίευσης του είναι η ίδια με την ημερομηνία του Προσωρινού Συντάγματος, δηλαδή η 1η Ιανουαρίου 1822.  Στο μικρό αυτό κείμενο τονίζεται η απόφαση του έθνους για εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Με αλλά λόγια, πολιτικοποιείται η έννοια της ελευθερίας, για την οποία πολεμά το ελληνικό έθνος[9]. Το έθνος παρουσιάζεται ως πολιτικό υποκείμενο που επιχειρεί να εξασφαλίσει την υπόσταση του. Το Προοίμιο αυτό συνιστά μια επίσημη ανακοίνωση των παραστατών της Α’ εθνοσυνέλευσης για δημιουργία σύγχρονου εθνικού κράτους. Οι ιδέες αυτές, βέβαια, δεν ήταν νέες, καθότι είχαν ως σημείο αναφοράς κυρίως τα γαλλικά συντάγματα, αλλά και το αμερικανικό. Η επικρατέστερη, εξάλλου, άποψη στην ιστορική έρευνα είναι πως ο εθνικισμός πρωτοεμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στο μεταίχμιο του 18ου προς τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη[10].

Τρίτο και τελευταίο κείμενο που εξετάζεται είναι η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας[11]. Μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα[12], οι παραστάτες της Α΄ εθνικής συνέλευσης απηύθυναν την εν λόγω Διακήρυξη προς τον ελληνικό λαό, κατά την λήξη της τέταρτης και τελευταίας συνεδρίασης, την 15η  Ιανουαρίου 1822. Η αντίθεση των ελεύθερων Ευρωπαίων σε σχέση με τους Τούρκους τυράννους και η απαίτηση για εθνική ανεξαρτησία και δημιουργία εθνικής διοίκησης, στα πρότυπα των φιλελεύθερων ευρωπαϊκών κρατών, είναι και πάλι διάχυτη σε όλο το κείμενο. Παράλληλα, μεγάλη προσοχή αξίζει η προσπάθεια νομιμοποίησης του αγώνα των Ελλήνων. Αξιοπρόσεκτη είναι και η ημερομηνία  που σημειώνεται στο τέλος της Διακήρυξης («έτος α’»[13]), παραπέμποντας ξεκάθαρα στα συντάγματα της Γαλλικής Επανάστασης και δηλώνοντας ρητά την οριστική ρήξη με το παρελθόν[14]. Σύγχυση, ωστόσο, προκαλεί, έως και σήμερα στην έρευνα, το όνομα του συγγραφέα του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν είναι λίγα τα ονόματα που κατά καιρούς έχουν προταθεί. Πιθανολογείται ότι ο Μαυροκορδάτος μαζί με τον Νέγρη και άλλους μορφωμένους νέους, έχοντας λάβει υπόψη τους μια προγενέστερη επιστολή του Καποδίστρια με γενικές οδηγίες, προέβησαν στη συγγραφή του. Σίγουρη πρέπει να θεωρείται  και η συμμετοχή του Πολυζωίδη στη δημιουργία του κειμένου[15]. Όποιος και να ήταν ο συγγραφέας της, το σημαντικό είναι ότι η Διακήρυξη πέτυχε τον  διπλό στόχο της: αφενός να τονίσει τη νομιμότητα του αγώνα για την ελευθερία, σε μια εποχή μάλιστα που η Ιερά Συμμαχία δίωκε κάθε επαναστατικό κίνημα που αμφισβητούσε το κυρίαρχο status quo και αφετέρου να πληροφορήσει τους Έλληνες για τις εργασίες που συντελέστηκαν στην Επίδαυρο, για το προσωρινό πολίτευμα και τη δημιουργία «συστήματος», όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η πολιτική οργάνωση[16].

Θεωρήθηκε δόκιμο, αφού πρώτα εντοπιστούν οι κύριες ιδέες που διέπουν τα συγκεκριμένα κείμενα, να χωριστούν θεματικά με σκοπό την καλύτερη παρουσίαση τους. Επιπλέον, επιλέχθηκε η ομαδική εξέταση των τριών κειμένων, έχοντας την πεποίθηση ότι ο τρόπος αυτός είναι καταλληλότερος για την εξέταση ιδεών που, εν πολλοίς, είναι κοινές στα τρία κείμενα.

1. Η έννοια της ελευθερίας

Μια από τις κυρίαρχες ιδέες που εντοπίζεται στα τρία κείμενα είναι αυτή της ελευθερίας, ιδέα η οποία επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η νέα ερμηνεία της, που οφείλεται τόσο στο πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού όσο και στη μετέπειτα εμφάνιση των εθνικών κινημάτων στη Δύση, είναι αυτή που εντοπίζεται στα κείμενα της ελληνικής επανάστασης. H νεωτερική πρόσληψη της ελευθερίας δεν πρέπει να ταυτιστεί αποκλειστικά με την εμφάνιση των εθνικών κινημάτων. Συνδέεται και με διαφορετικές μορφές πολιτικής οργάνωσης, όπως αυτή των φωτισμένων απολυταρχικών κρατών[17].

Τα χρόνια αμέσως μετά την άλωση, στον ελλαδικό χώρο κυριαρχούσε η επίσημη θέση του οικουμενικού πατριαρχείου, γνωστή και ως θεωρία της «μακράς αναμονής»[18], σχετικά με την υποδούλωση του ελληνικού γένους. Με το χρόνο, έκαναν την εμφάνιση τους και άλλοι μύθοι και εσχατολογίες σχετικά με την απελευθέρωση των Ρωμιών. Ένας από τους πιο διαδεδομένους ήταν αυτός που ανήγαγε τη σωτηρία των υπόδουλων χριστιανών στο ξανθό γένος[19]. Σταδιακά, το ξανθό γένος ταυτίστηκε με τους Ρώσους. Την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, οπότε  οι προσπάθειες των Ρώσων να μετεξελιχθούν σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος εντάθηκαν, παρατηρήθηκε μια προσπάθεια υποκίνησης εξεγέρσεων των υπόδουλων χριστιανών της Βαλκανικής ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στο πλαίσιο των ρωσοτουρκικών πολέμων. Τα Ορλωφικά λοιπόν, όπως έμεινε γνωστή η υποκινούμενη από τους Ρώσους εξέγερση στην Πελοπόννησο το 1770, μπορεί να βασίζονταν στην προγενέστερη αντίληψη των Ρωμιών περί  εξωτερικής επέμβασης, αλλά  σίγουρα είχανεπηρεαστεί από τα κηρύγματα του Διαφωτισμού. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό στις Διακηρύξεις των Ρώσων προς τους Ρωμιούς, κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, όπου και γινόταν συχνή χρήση λέξεων όπως πατρίδα, ελευθερία, έθνος  κ.ά. Οι λέξεις αυτές, στις διακηρύξεις των Ρώσων, δεν είχαν τη σημασία που τους προσέδωσε αργότερα η εθνικιστική ιδεολογία[20].

         Τα εθνικά κινήματα, που έκαναν την εμφάνιση τους στον ύστερο 18ο και τον αρχόμενο 19οαιώνα, ήταν αυτά που πρώτα προσέδωσαν στην ελευθερία αμιγώς πολιτική σημασία. Είναι γνωστό ότι ακριβώς αυτά τα κινήματα αποτέλεσαν και το πρότυπο των Ελλήνων επαναστατών. Έτσι, η ελευθερία, στα τρία κείμενα που εξετάζονται, φαίνεται να αποκτά πολιτική σημασία. Το έθνος αναζητούσε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του, αφού μόνο τότε θα μπορούσε να εξασφαλίσει την υπόσταση του («κηρύττει σήμερον …την πολιτικήν αυτού ύπαρξη και ανεξαρτησία»[21]). Οι Έλληνες, πλέον, καλούνταν να αγωνιστούν για την υπεράσπιση των φυσικών δικαίων τους, τα οποία τόσους αιώνες τους στερούσαν οι ΟθωμανοίAπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς..», «Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη»[22]).

        Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τις ελληνικές ηγετικές ομάδες, κατά τις παραμονές της επανάστασης, η ελευθερία δεν είχε μια κοινή ερμηνεία[23]. Εδώ εξετάζεται, όμως, η άποψη της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία, επηρεασμένη από τις ιδέες της Δύσης, προσπάθησε αρχικά να ξεσηκώσει τους Έλληνες και ύστερα να προβεί στην ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Προ πολλού οι λαοί τής Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μάς επροσκάλουν εις μίμησιν. Αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν»[24]. Οι  Έλληνες έσπευσαν να μιμηθούν τους ελεύθερους Ευρωπαίους και να αποτινάξουν  τον οθωμανικό ζυγό. Κρίσιμη ήταν πλέον η συνειδητοποίηση πως η ελευθερία ήταν αποκλειστικά δικό τους έργο. Οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι για την κατάκτησή της και όχι κάποια ξένη δύναμη. Η ελληνική επανάσταση είχε εκ των πραγμάτων κάποιες ιδιαιτερότητες. Αδιαμφισβήτητα, αποτέλεσε την πρώτη νεωτερική επανάσταση στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας[25]. Σε αντίθεση, όμως, με τις προγενέστερες μεγάλες επαναστάσεις ( Αμερικανική, Γαλλική), οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν έναν ξένο δυνάστη. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η διαφορά, δεδομένης της κατάστασης που επικρατούσε την ίδια περίοδο στην Ευρώπη. Η Ιερή Συμμαχία εκδίωκε με κάθε μέσο οτιδήποτε νέο αμφισβητούσε το καθορισμένο από την ίδια status quo. Παραλληλα, είχαν εκδηλωθεί επαναστατικά κινήματα στην Ισπανία και στην Ιταλία, που εναντιώνονταν στο παλιό καθεστώς, το οποίο η Ιερά Συμμαχία πρέσβευε[26]. Μέσα σε ένα τέτοιο εχθρικό κλίμα, οι Έλληνες επαναστάτες προσπάθησαν από την πρώτη στιγμή να τονίσουν τη νομιμότητα του αγώνα τους. Ήταν ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας που δεν είχε καμία σχέση με τα σύγχρονά του «καρμποναρικά» κινήματα O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας»[27]). Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας νομιμοποίησης του αγώνα εντάσσεται και η απουσία της Φιλικής Εταιρίας από τα εξεταζόμενα κείμενα. Η Φιλική Εταιρία, μέσω των δικτύων της οποίας διαδόθηκε η Εθνική Ιδέα, δε μπορούσε να αναφερθεί. Οποιαδήποτε σχέση με μυστικές εταιρίες θα ενοχοποιούσε αυτόματα την επανάσταση των Ελλήνων[28]. Μέσα από τα εξεταζόμενα κείμενα προκύπτει και η θέση περί  εκ νέου κατάκτησης της ελευθερίας των αρχαίων προγόνων(«την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος»[29]). Στην αντίληψη αυτή σπουδαία κρίνεται η συνεισφορά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ως προς την διάπλαση της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Οι Έλληνες γνώρισαν τους πρόγονους τους και ,όπως οι Ευρωπαίοι[30], άρχισαν να εμπνέονται από αυτούς. Αναζήτησαν την αρχαία ελευθερία και μέσα από αυτήν τα ιδανικά και τις αξίες που γεννήθηκαν στην αρχαία Αθήνα. Η ελευθερία, με το νέο περιεχόμενο της, αναδεικνύει έντονα και την αντίθεση ανάμεσα στην Τυραννία και την ευνοούμενη και αντιπροσωπευτική πολιτεία. Το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα θα εξεταστεί εκτενέστερα παρακάτω.

2. Η δημιουργία εθνικής συνείδησης

Η δεύτερη θεματική κατηγορία που προέκυψε μέσα από την μελέτη των κειμένων, είναι η δημιουργία εθνικής συνείδησης. Σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε και εδώ ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Για να γίνει κατανοητή η μετάβαση  από το  χριστιανικό γένος στο ελληνικό έθνος, που συντελέστηκε λίγο πριν αλλά και κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, κρίνεται απαραίτητο να εξεταστεί η αυτοσυνειδησία των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία. Πριν από αυτό όμως, πρέπει να διευκρινιστεί τι ήταν το έθνος σύμφωνα με τον εθνικισμό, ο οποίος εμφανίστηκε στα χρόνια της Γαλλικής επανάστασης. Το έθνος αποτελεί την καινούρια αρχή του κράτους. Τα εθνικά κινήματα ερχόμενα σε ρήξη με το παλαιό καθεστώς, ανύψωσαν το έθνος σε πηγή κάθε εξουσίας. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας, όπως καθιερώθηκε στην συνταγματική ορολογία, αποτέλεσε μια σπουδαία καινοτομία, δίνοντας στο έθνος πολιτική υπόσταση μέσα στο νέο εθνικό κράτος.

Πριν την εμφάνιση του πνευματικού κινήματος του Διαφωτισμού,  το επίθετο  «Έλληνας» σήμαινε τον ειδωλολάτρη, παρέπεμπε στην αρχαία Ελλάδα και ερχόταν σε ρήξη με την κυρίαρχη χριστιανική ηθική. Παρά την χρήση του επιθέτου από τους λόγιους της Αναγέννησης (γνωστή είναι η χρήση του ονόματος από το Γεώργιο Γεμιστό), οι οποίοι είχαν ως στόχο να διαφοροποιηθούν από το παρακμάζον Βυζαντινό αυτοκρατορικό καθεστώς και να στραφούν προς την Δύση, το όνομα σταδιακά σταμάτησε να χρησιμοποιείται[31]. Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους(: Ρωμιούς) δικαιολογώντας έτσι την ισχύ της αυτοκρατορίας, καθώς η βασιλεύουσα αποτελούσε την νέα «Ρώμη». Στα χρόνια μετά την άλωση, οι Έλληνες συνήθιζαν να αυτοχαρακτηρίζονται ως Γραικοί ή Ρωμιοί[32]. Ουσιαστικά, κατά τη μακρά αυτή περίοδο της υποδούλωσης, η ταυτότητα των Ελλήνων καθοριζόταν από την τοπικότητα και την θρησκεία. Ήταν το γένος των Ρωμιών που φυσικά, με βάση τα κηρύγματα της εκκλησίας, είλκε την καταγωγή του από τον Αδάμ και την Εύα και όχι το έθνος των Ελλήνων, όπως αυτό άρχισε να δημιουργείται τα χρόνια πριν την επανάσταση.

 Η ριζική αυτή μεταστροφή από την θρησκευτική-τοπική ταυτότητα σε μια ταυτότητα με κοσμικά χαρακτηριστικά αποτελεί εξ’ ολοκλήρου αποτέλεσμα του κινήματος του Διαφωτισμού. Η γνωριμία με τους αρχαίους προγόνους αποτέλεσε τη βάση για την ανακάλυψη και υιοθέτηση της ιστορικής συνείδησης του υπόδουλου έθνους. Οι αξίες και τα ιδανικά της αρχαίας Ελλάδας υιοθετηθήκαν ως  στόχοι του εθνικού κινήματος των Ελλήνων.

Αν και οι Έλληνες Διαφωτιστές συνέβαλαν τα μέγιστα, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, όντας αγράμματο, δε μπορούσε να γνωρίσει την αρχαία Ελλάδα μέσα από τα βιβλία. Σημαντικό, λοιπόν, ρόλο στη διάπλαση της ιστορικής συνείδησης του μεγάλου αγράμματου στρώματος της ελληνικής υπαίθρου, διαδραμάτισε η ανάπτυξη του περιηγητισμού στην Ελλάδα. Οι Ευρωπαίοι περιηγητές, ερχόμενοι στη χώρα και αναζητώντας τα υλικά κατάλοιπα των αρχαίων χρόνων, έφεραν σε επαφή τον αγράμματο  κόσμο της ελληνικής γης με τους προγόνους του[33]. Η στροφή αυτή προς την αρχαία Ελλάδα συνοδεύτηκε από την εμφάνιση αρχαίων ονομάτων τόσο σε νέα παιδιά που βαφτίζονταν με ονόματα διάσημων αρχαίων Ελλήνων, όσο και πλοίων. Αξιοπρόσεκτα ,επίσης ,ήταν και τα ακρόπρωρα των πλοίων που πλέον κοσμούσαν μορφές, όπως αυτή του Μεγάλου Αλεξάνδρου[34].

Σε αντίθεση με τις αναφορές στην αρχαία Ελλάδα, δεν εντοπίζεται καμία σχετική με το Βυζάντιο. Είναι γνωστή η θέση των εκπροσώπων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, κυρίως των ριζοσπαστικότερων, που θέλουν τη βυζαντινή περίοδο ως εποχή παρακμής. Αρκεί μόνο η αναφορά του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος, αν και χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες ως «ομογενείς άρχοντες», θεωρεί τη διακυβέρνηση τους ως «δεσποτικό ζυγό». Δεν πρέπει, λοιπόν, να προκαλεί απορία η εσκεμμένη απουσία του Βυζαντίου από τις γραμμές των τριών κειμένων, καθώς το δεσποτικό καθεστώς, που στο παρελθόν κατέλυσε τους φιλελεύθερους θεσμούς των αρχαίων πόλεων, δεν ταίριαζε στην ανακατάληψη της αρχαίας ελευθερίας[35].

Όσον αφόρα τη δημιουργία της ελληνικής εθνικής συνείδησης, αξίζει ακόμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συχνή εμφάνιση του επιθέτου «Έλληνας» μέσα στα κείμενα («….ω Άνδρες Έλληνες»[36],«Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων….»[37]). Η επιλογή αυτή, που στόχευε  να δηλώσει τη συλλογική ταυτότητα των μέχρι πρότινος Ρωμιών, ασφαλώς και δεν έγινε τυχαία, αλλά αποτέλεσε προϊόν μιας μακροχρόνιας συζήτησης των Ελλήνων Διαφωτιστών σχετικά με το ονοματοθεσία του έθνους και της ίδιας της χώρας[38]. Οι Έλληνες διανοούμενοι δεν τάχθηκαν καθολικά υπέρ της χρήσης του ονόματος «Έλληνας». Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι η προσπάθεια που έγινε να παρουσιαστεί η ιστορική καταγωγή των Ελλήνων ως στοιχείο νομιμότητας της ελευθερίας. Η σχέση  αυτή της συνεχείας και της εκ νέου κατάκτησης της αρχαίας ελευθερίας έδινε σαφές πολιτικό νόημα  στο υπό δημιουργία έθνος. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι ο εθνικισμός, ως σύγχρονη ιδεολογία, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το παρελθόν για τους δικούς του στόχους. Για να χρησιμοποιήσει το παρελθόν, ο εθνικισμός το μεταλλάσσει σύμφωνα με τους σκοπούς του[39]. Ένα κατατοπιστικό παράδειγμα μέσα από τα κείμενα αποτελεί η φράση: «δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον…», η οποία είχε ως στόχο να τονίσει την ιστορικότητα του έθνους που ποτέ δεν έπαψε να μάχεται για την ελευθερία του. Ας ήταν προϊόν της νεωτερικότητας, το έθνος εδώ εμφανίζεται ως αδιάκοπο χρονικά σύνολο, που δε σταμάτησε να αποζητά τα δίκαια του[40]. Όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει για την εθνική ταυτότητα σε σχέση με άλλες σύγχρονες ταυτότητες ο Π. Λέκκας: « η διαφορά είναι ότι  το ψηφιδωτό της συντίθεται από παλιές ψηφίδες»[41].

Επιπροσθέτως, βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού εθνικού κινήματος ήταν η προσπάθεια ταύτισης με τα φωτισμένα ευρωπαϊκά έθνη,  αλλά και η διάκριση από τους Τούρκους τυράννους. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι ευδιάκριτα στα προς εξέταση κείμενα σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών…», «φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν..»[42]). Εύκολα μπορεί να κατανοηθεί η εν λόγω μεταστροφή της εικόνας που είχαν για τους Οθωμανούς αλλά και τους Ευρωπαίους. Οι Έλληνες, εμπνεόμενοι από τους τελευταίους, παύουν να τους βλέπουν σαν τους σχηματικούς Δυτικούς και τους αντιλαμβάνονται ως τους φωτισμένους ομόθρησκους, ως το πρότυπο το οποίο οφείλουν να μιμηθούν για να κατακτήσουν ξανά τα δικαιώματα τους. Αντίθετα, οι Τούρκοι πλέον άρχισαν να αποτυπώνονται στην ελληνική  συνείδηση όχι μόνο ως αλλόδοξοι , πράγμα που συνέβαινε από πάντα, αλλά και ως τύραννοι με πολιτικά κριτήρια. Αυτό ενισχύεται από την τελευταία παράγραφο της προκήρυξης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπου γίνεται αναφορά στους τυραννοκτόνους της αρχαίας Ελλάδας, καλώντας τους συμπατριώτες του να τους μιμηθούν για να απαλλαγούν από τον οθωμανικό ζυγό Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου»[43]). Η θεωρία της μακράς αναμονής, που εμφάνιζε τους Οθωμανούς ως θεία τιμωρία του χριστιανικού γένους, είχε δεχτεί ισχυρό πλήγμα από την εμφάνιση του Διαφωτισμού και τη γέννηση  του ελληνικού εθνικού κινήματος. Η σύγκριση με τα πεφωτισμένα κράτη ήταν αναπόφευκτη. Κι αυτό γιατί  μεγάλος αριθμός Ελλήνων ζούσε στις παροικίες του εξωτερικού. Οι Έλληνες, μέσα από τα εμπορικά δίκτυα, ήρθαν σε επαφή με τις νέες ιδέες και αφού τις υιοθέτησαν αρχικά οι ανώτερες τάξεις, τις διέδωσαν στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.Έτσι, το στοιχείο ταυτότητας των ραγιάδων θρησκευτικού και τοπικιστικού περιεχομένου που κυριαρχούσε μέχρι τότε, έπαψε σταδιακά να ισχύει. Η θρησκεία μπορεί να παρέμεινε ως στοιχείο ταυτότητας, δεν ήταν, όμως, πλέον η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους κατακτητές και τους υπηκόους. Το έθνος είχε αποκτήσει πολιτική υπόσταση. Αποτελούσε το συμπαγές σώμα που αναζητούσε την εθνική ανεξαρτησία για να επιβεβαιώσει και να διασφαλίσει την ύπαρξή του. Όριζε την ελευθερία του, όχι με βάση παραδοσιακές, τοπικές και θρησκευτικές διαφορές, αλλά σύμφωνα με πολιτικά κριτήρια. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν, όσο και αν κάποιες από τις ανώτερες τάξεις ευδοκιμούσαν, όπως αυτή των έμπορων, να ζουν ελεύθεροι κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία. Το έθνος ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο διεξήγαγε την επανάσταση και αποσκοπούσε στη δημιουργία Εθνικής Διοίκησης.

3. Η Συγκρότηση ανεξάρτητου Κράτους-Διοίκησης

Κύριο στόχο του ελληνικού εθνικού κινήματος αποτέλεσε η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους . Το «σύστημα»,   όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η δημιουργία ενιαίας εξουσίας, η οποία θα ηγούταν του αγώνα για  την ανεξαρτησία[44], συνιστά βασικό άξονα και στα τρία εξεταζόμενα κείμενα. Οι Έλληνες λόγιοι, συγγραφείς των προκηρύξεων της ελληνικής επανάστασης, θεωρούν τη δημιουργία εθνικού κράτους ως έναν από τους κυριότερους στόχους, υιοθετώντας για ακόμα μια φορά τα βασικά κηρύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Η είσοδος της πολιτικής σκέψης, σε απλοϊκή αρχικά μορφή στον ελλαδικό χώρο έγινε με ποικίλους τρόπους[45]. Οι Έλληνες σταδιακά αντιλήφθηκαν την αναγκαιότητα δημιουργίας δικού τους κράτους με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων τους και άντλησαν τα πρότυπα τους από τα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης. Οι Τούρκοι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, άρχισαν να αντιμετωπίζονται με πολιτικούς όρους και όχι τόσο με θρησκευτικούς, όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Η εικόνα του Οθωμανού δεσπότη, καταπιεστή και σφετεριστή των δικαιωμάτων του ελληνικού έθνους, πέρα από το ότι νομιμοποιούσε τον αγώνα, υπογράμμιζε την ανάγκη δημιουργίας ενός φιλελεύθερου ελληνικού κράτους. Η αυτοκρατορική ιδέα, που για χιλιετίες κυριαρχούσε στο μεσογειακό χώρο, φαίνεται ότι ξεθώριαζε μπροστά στα καινοτόμα κηρύγματα του εθνικών κινημάτων.

Η δημιουργία ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να δρα το έθνος, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους στόχους της επαναστατικής ηγεσίας αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου»[46]). Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο και η επιτυχία του ήταν αβέβαιη, καθώς αποτελούσε ένα εντελώς νέο και ξένο μοντέλο διακυβέρνησης σε σχέση με το οθωμανικό, μέσα στο οποίο για αιώνες διαβίωναν οι Έλληνες.

Δεν πρέπει να παραλείπεται, επίσης, το γεγονός ότι οι προγενέστερες μεγάλες επαναστάσεις είχαν να αντιμετωπίσουν έναν εσωτερικό εχθρό. Μετά την επίτευξη του στόχου τους χρησιμοποίησαν τους μηχανισμούς των αντιπάλων τους για να ασκήσουν την πολιτική τους. Στην ελληνική περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, οι κρατικές δομές ήταν ανύπαρκτες και ο αντίπαλος μια ολόκληρη αυτοκρατορία, από την οποία οι Έλληνες επιδίωκαν να αποσπαστούν και όχι να την κατακτήσουν. Αξιοπρόσεκτη όμως είναι  η ταχεία και καίρια προσπάθεια από μέρους της ηγεσίας της ελληνικής επανάστασης να συνθέσει θεσμούς μέσα από τους οποίους θα ενέτασσε τους πρόσφατα απελευθερωμένους κατοίκους της ελληνικής γης[47].

Το σύστημα θα ήταν αντιπροσωπευτικό, όπως προκύπτει και από τις ακόλουθες φράσεις: «θέλει εκλέξει  τους Δημογέροντας του, και εις ταύτην Βουλήν θελουσιν υπεικει ολαι μας αι πράξεις»[48] και «δια των νομίμων παραστατών του, εις εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν»[49]. Η σπουδαιότητα της θέσπισης αντιπροσωπευτικού συστήματος ήταν τεράστια, ειδικά αν λάβουμε υπόψη την εποχή.  Στην ουσία τότε καθιερώθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα των Ελλήνων. Πλέον εκείνοι,  ως μόνοι υπεύθυνοι, θα επέλεγαν τους αντιπροσώπους τους. Οι νόμοι θα διασφάλιζαν τα δίκαια των ανθρώπων. Η νομιμότητα του υπό δημιουργία εθνικού κράτους τονίζεται ουκ ολίγες φορές μέσα στα κείμενα («΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων..»[50]). Ο ελληνικός λαός, που επεδίωκε την ελευθερία του, για να την κερδίσει ολοκληρωτικά και να την διατηρήσει, έπρεπε να μείνει πιστός απέναντι στους νέους νόμους της πατρίδας. Η δημιουργία ενός κράτους δικαίου ταύτιζε για ακόμα μια φορά τους Έλληνες με τους Ευρωπαίους, απομακρύνοντας τους όλο και περισσότερο από τον Οθωμανό δεσπότη. Το σύνταγμα με τους νόμους του θα ήταν ο κύριος ρυθμιστής, στον οποίο όφειλαν να υπακούουν όλοι οι πολίτες του κράτους.

Μέσα στα κείμενα, εντοπίζεται επίσης και αναφορά σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς των εθνικών κρατών, αυτόν του στρατού («Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς», «Ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικές λεγεώνες»[51]). Ο στρατός αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης και διασφάλιζε τα εθνικά εδάφη. Η απόπειρα δημιουργίας στρατού, εντάσσοντας σε αυτόν όλους τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης, φαίνεται από την προσπάθεια που κατέβαλε η προσωρινή Διοίκηση, από την πρώτη κιόλας στιγμή, για την μισθοδοσία τους. Λογικό ήταν η προσπάθεια δημιουργίας ενός στρατού δυτικού τύπου να προκαλέσει αντιδράσεις από τις παραδοσιακές στρατιωτικές ομάδες του τόπου[52].

Ο εθνικός χώρος αποτελεί ένα βασικό στοιχείο στην Εθνική Ιδέα. Στα επαναστατικά χρόνια η εικόνα των Ελλήνων για τα σύνορα του κράτους, που θα πρόεκυπτε μετά το τέλος του αγώνα, δεν ήταν ξεκαθαρισμένη. Μέσα στα κείμενα εντοπίζουμε σημεία που αναφέρονται, κυρίως, στα εδάφη της αρχαίας Ελλάδας («Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών»[53], «κατά  πρώτον  μεν κατά μέρος,…καθ’ ως έκαστη των ερωμένων επαρχιών και νήσων ωφειλε να διαταχθή να διοικηθή»[54]). Ο ιστορικός χώρος της αρχαίας Ελλάδας ήταν ο χώρος των προγόνων μέσα στον οποίο το ελληνικό έθνος νομιμοποιούταν να δρα. Ήταν ο χώρος στα όρια του οποίου είχε διαδραματιστεί το εθνικό παρελθόν. Κάθε εθνικό κράτος όφειλε να έχει ξεκάθαρα σύνορα, την ακεραιότητα των οποίων διασφαλίζει ο εθνικός στρατός.

Πρέπει να ξεκαθαριστεί στο σημείο αυτό ότι, όσον αφόρα τον εθνικισμό, η δημιουργία του εθνικού κράτους δεν αποτελεί το «τέρμα», αλλά μόνο έναν σπουδαίο «σταθμό»[55]. Οι Έλληνες επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα συνταγματικό κράτος με κοσμικό προσανατολισμό.

4.Θρησκεία

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος του άρθρου ασχολείται με την Θρησκεία. Πιο συγκεκριμένα, με την εκκοσμίκευση, η οποία προήλθε από τον νεοελληνικό διαφωτισμό, τη σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλάδα στο πλαίσιο δημιουργίας ενός σύγχρονου εθνικού και κοσμικού κράτους, αλλά και με τη διατήρηση του χριστιανισμού ως ενός από τα βασικά στοιχεία ταυτότητας των Ελλήνων.

Με την εμφάνιση του, ο Διαφωτισμός ήρθε σε ρήξη με την ελέω θεού μοναρχία και τις θεοκρατικές αντιλήψεις. Αυτές ακριβώς οι θεοκρατικές αντιλήψεις αντικαταστάθηκαν από μια πιο κοσμική αντίληψη του κράτους. Μέσω του  Νεοελληνικού διαφωτισμού μεταλαμπαδεύτηκαν και στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι νέες αυτές ιδέες, που υιοθετήθηκαν από το ελληνικό εθνικό κίνημα, εξαφάνισαν σε μεγάλο βαθμό το πλήθος των εσχατολογιών περί σωτηρίας, οι οποίες επικρατούσαν στον ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες συνειδητοποίησαν πως οι ίδιοι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν υπεύθυνοι για την σωτηρία τους, η οποία θα επερχόταν σε αυτή τη ζωή και όχι στην επόμενη.

 Οι ισχυροί όμως δεσμοί με την θρησκεία, παρά το νέο κοσμικό προσανατολισμό, δεν έπαψαν να υπάρχουν. Σχετικές αναφορές εντοπίζονται σε διάφορα χωρία των κειμένων («ενώπιων Θεού…»[56], «με το προς την ιερά Θρησκεία σέβας»[57]). Οι αναφορές αυτές είχαν ως στόχο, από την μια να τονίσουν τη διαφοροποίηση των Ελλήνων από τον αλλόδοξο τύραννο, ο οποίος κατέστρεψε τα μνημεία της χριστιανικής πίστης («Ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους»[58]) και από την άλλη να ξεσηκώσουν συνολικά τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας στον αγώνα για την ελευθερία. Με την βοήθεια του Θεού, ο αγώνας για την ελευθερία της πατρίδας θα κερδιζόταν. Ο Σταυρός, κυρίαρχο σύμβολο του χριστιανισμού, έπρεπε να υψωθεί πρώτος και να οδηγήσει τους πιστούς στη νίκη απέναντι στο μουσουλμάνο κατακτητή («να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν· λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν»[59], «Ο ύψιστος θεός μας βοήθησε…»[60]). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι αγωνιστές, απλοί άνθρωποι της ελληνικής υπαίθρου, κατανοούσαν καλύτερα τις θρησκευτικές αναφορές των κειμένων αυτών σε σχέση με τις αναφορές στο έθνος και την πατρίδα, οι οποίες γίνονταν περισσότερο προς εντυπωσιασμό των Ευρωπαίων.[61]

Το θρήσκευμα παρέμεινε βασικό στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών. Οι απλοί αγωνιστές αποδέχονταν ως στοιχείο της ταυτότητάς τους τη χριστιανική πίστη,  πράγμα απόλυτα λογικό, αφού για αιώνες είχαν μάθει να αυτοπροσδιορίζονται με βάση τη θρησκευτική διαφοροποίηση κατακτητή-κατακτημένου.

Η χριστιανική πίστη παρουσιάστηκε στα εξεταζόμενα κείμενα και ως συνδετικός δεσμός με τους πεφωτισμένους και ομόδοξους Ευρωπαίους, τους οποίους η ηγεσία του αγώνα επιχείρησε να μιμηθεί, δημιουργώντας ένα κοσμικό κράτος, όπως ακριβώς αυτά της Δύσης («λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς ..»[62]). Η αναφορά της κοινής θρησκείας διακήρυττε στους Ευρωπαίους ότι το υπό δημιουργία ελληνικό κράτος θα εντασσόταν στη σφαίρα των ομόδοξων ευρωπαϊκών κρατών. Οι Έλληνες, στην προσπάθεια τους για κατάκτηση των δικαιωμάτων τους επιδίωξαν, τη στήριξη, οικονομική και πολιτική, των ευρωπαϊκών κρατών[63].

Η δημιουργία ενός εθνικού κράτους, όπως αυτή συντελέστηκε στη Δύση, προϋπέθετε και το διαχωρισμό εκκλησιάς – κράτους, με κυρίαρχο στη μεταξύ τους σχέση το δεύτερο[64]. Έτσι και το ελληνικό εθνικό κίνημα προσπάθησε από την αρχή να διαχωρίσει την θέση του από την εκκλησία και να τη θέσει υπό τον έλεγχο του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπεύθυνο για όλους του χριστιανούς της οθωμανικής επικράτειας, ήταν αναμενόμενο να αντιδράσει στο ξέσπασμα του απελευθερωτικού αγώνα. Ο Πατριάρχης καταδίκασε άμεσα και απερίφραστα την προσπάθεια των Ελλήνων, φτάνοντας μάλιστα μέχρι το σημείο του αφορισμού. Με τις ενέργειες του αυτές το Πατριαρχείο προσπαθούσε να διαφυλάξει την ύπαρξη του στην οθωμανική διοίκηση, αλλά και να διατηρήσει τα σημαντικά προνόμια που του είχαν παραχωρηθεί από τον σουλτάνο. Έχασε ,ωστόσο, την αξιοσέβαστη θέση που για τόσα χρόνια διατηρούσε στο ελληνικό ποίμνιο.

Η στροφή προς την Δύση παρείχε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησιάς, ως βασικού θεσμού του κράτους. Η προοπτική της αποκοπής των ελληνικών εκκλησιών από την εξουσία της Κωνσταντινούπολης δυσαρέστησε ιδιαίτερα το Πατριαρχείο, το οποίο ταύτιζε τον ελληνισμό με τον χριστιανισμό και θεωρούσε το κοσμικό κράτος αντίθετο στη βυζαντινή χριστιανική παράδοση[65]. Αν και η εκκλησία της Ελλάδος έγινε αυτοκέφαλη αργότερα (1833), το ζήτημα του διαχωρισμού από το Πατριαρχείο και της σύστασης εθνικής εκκλησιάς υπαγόμενης στο κράτος αποτέλεσε βασική ανανεωτική τάση στα χρόνια της επανάστασης.

Διαπιστώνεται λοιπόν, ότι η επαναστατική ηγεσία δε θα μπορούσε να αφήσει τη χριστιανική θρησκεία έξω από το υπό σύσταση κράτος είτε ως στοιχείο ταυτότητας των πολιτών, είτε ως συνδετικό δεσμό με την Ευρώπη, είτε τέλος, μέσω της εκκλησίας, ως κύριο θεσμό ενός κοσμικού κράτους.

Αν και τα βασικά συμπεράσματα που πρόεκυψαν μέσα από την ανάλυση του περιεχομένου των κειμένων έχουν παρουσιασθεί και αναλυθεί στο κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, παρακάτω   επιχειρείται μια σύντομη ανακεφαλαίωση των βασικότερων πορισμάτων.

Η εμφάνιση και εξέλιξη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού συνέβαλε καθοριστικά στην είσοδο και την εξάπλωση των νέων ιδεών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Το ελληνικό εθνικό κίνημα, υιοθετώντας τις νεωτερικές αντιλήψεις της Δύσης και στρεφόμενο προς το παρελθόν και τους ένδοξους προγόνους, δημιούργησε την Εθνική Ιδέα. Η ελευθερία απέκτησε αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο. Το επαναστατημένο έθνος, που παρουσιαζόταν πλέον ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, αναζητούσε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του. Η εθνική εξέγερση του 1821 νομιμοποιούταν ως εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ενάντια σε ένα ξένο κατακτητή. Η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα επιβεβαίωνε την ιστορική ταυτότητα τους έθνους, ενώ τα δυτικά πρότυπα πρόσφεραν τη βάση για τη δημιουργία ενός σύγχρονου εθνικού κράτους, καθώς και το εφαλτήριο για την αμφισβήτηση των Οθωμανών. Παραλλάσσοντας το βασικό σύνθημα του αγώνα «ελευθερία ή θάνατος» και μετατρέποντας το σε «Εθνική Διοίκηση ή θάνατος», η επαναστατική ηγεσία θέλησε να τονίσει την οριστική ρήξη με το παρελθόν και την νέα αρχή, η οποία θα συντελούταν μόνο μέσα από τη δημιουργία ανεξάρτητης εθνικής Διοίκησης.

Η χριστιανική πίστη παρέμεινε βασικό στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων, οι οποίοι πλέον συνειδητοποίησαν ότι η σωτηρία δε θα ερχόταν με τη δευτέρα παρουσία αλλά στην επίγεια ζωή από τους ίδιους . Ο Θεός, όπως προκύπτει από τα κείμενα, στεκόταν δίπλα στο επαναστατημένο έθνος.

Τα τρία κείμενα ,επηρεασμένα και δομικά από τις προγενέστερες ευρωπαϊκές Διακηρύξεις και Συντάγματα, είναι πλούσια σε λέξεις-έννοιες ξένες προς το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Όλες αυτές οι αναφορές στο έθνος, την πατρίδα, τα δίκαια κ.α. σκοπό είχαν να εντυπωσιάσουν τους ευρωπαίους παρατηρητές, ενώ  οι αναφορές στη χριστιανική πίστη ήταν περισσότερο κατανοητές από το σύνολο των Ελλήνων. Ήταν κείμενα που εξυπηρετούσαν πλήρως τους σκοπούς της επαναστατικής ηγεσίας, δηλαδή την αφύπνιση των Ελλήνων για τον εθνικό αγώνα αλλά και τη νομιμοποίηση του τελευταίου στα μάτια των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η ελληνική επανάσταση, ως η πρώτη με αμιγώς νεωτερικά χαρακτηριστικά στα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στέφτηκε με επιτυχία. Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που προέκυψε ήταν προϊόν αυτού του αγώνα.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, σελ.119-120, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1968
  • Βόγλη Ελπίδα, «Έλληνες το γένος», Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007
  • Δασκαλάκης Απ. ,Οι τοπικοί οργανισμοί της ελληνικής επαναστάσεως και το πολίτευμα της Επιδαύρου, εκδόσεις Ευγ. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα 1980
  • Δημαράς Θ. Κ., ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 2007 (9η έκδοση)
  • Διαμαντούρος Νικηφόρος, Απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους 1821 – 1828, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τ. ΙΒ’, Αθήνα
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000,τ.2ος και τ. 3ος , ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003
  • Κιτρομηλίδης Μ. Πασχάλης, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, μετάφραση Στέλλα Νικολούδη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996
  • Κουμπουρλής Γιάννης, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σ. 137-191
  • Λέκκας Ε. Παντελής, Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Κατάρτι, Αθήνα 1996
  • Λέκκας Ε. Παντελής, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, εθνικισμός και νεοτερικότητα, ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2001
  • Παναγιωτόπουλος Βασίλης : Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη νεότερη Ελλάδα , Τα Ιστορικά, 10 (1989)
  • Παντελής Μ. Αντώνης, Κουτσουμπίνας Ι. Στέφανος, Γεροζήσης Α. Τριαντάφυλλος, ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1923, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993
  • Παπαγεωργίου Στέφανος, ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2005
  • Πατρινέλης Χ.Γ., «Ο ελληνισμός κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669)», πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980.
  • Πιζάνιας Πέτρος (επιμέλεια), Η ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2009
  • Ροτζώκος Νίκος, Εθναφύπνιση και εθνογένεση .Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007
  • Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία, Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, Πατάκη, Αθήνα 2010
  •  Χασιώτης Κ. Ι., ΜΕΤΑΞΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2001
  • Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, Από την ΒΙΕΝΝΗ στις ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ 1815-1919, τόμος δεύτερος, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2004



[1] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σελ. 32-33

[2] Για τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό γενικά βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (τ. Α& Β), εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1993

[3] Κ.Θ. Δημαράς, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, εκδ. ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 2007 (9η έκδοση), σελ. 26

[4] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου- 24 Φεβρουαρίου 1821», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922 , εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ. 17-20

[5] Αλεξ. Δεσποτόπουλος, «Διπλωματικές και άλλες ενέργειες του Υψηλάντη»,Ι.Ε.Ε, τ.. ΙΒ’ Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, σελ. 22

[6] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία, Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2010, σελ. 90

[7] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π., σελ. 20

[8] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαυρου-1 Ιανουαρίου 1822», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922  εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ.30

[9] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο. Σχόλια για το ελληνικό εθνικό κίνημα», Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821,ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ (επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας), εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 237

[10] Παντελής Ε. Λέκκας, Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 1996, σελ. 90

[11] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας- 15 Ιανουαρίου 1821», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922 εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ. 30-33

[12] Έφη Αλλαμανή, «Η Α΄ εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου», Ι.Ε.Ε, ,τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, σελ. 199

[13] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 33

[14] Παπαγεωργίου Π. Στέφανος, ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2005, σελ.81

[15] Απ. Β. Δασκαλάκης, ΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, εκδόσεις Ευγ. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα 1980, σελ. 171-172

[16] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο», ό. π. , σελ.223

[17] Νίκος Β. Ροτζώκος,  εθναφύπνιση και εθνογένεση, ΟΡΛΩΦΙΚΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ 27

[18] Ι.Κ. Χασιώτης, ΜΕΤΑΞΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 133-136; Τη στάση της εκκλησίας τη περίοδο αυτή επικρίνει έντονα και ο Ανώνυμος Έλληνας στην Ελληνική Νομαρχία αναφέροντας μεταξύ άλλων ΄΄Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι. Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται αὐτοὶ οἱ φιλόζωοι καὶ αὐτόματοι ψευδοκήρυκες: «Ὁ Θεός, ἀδελφοί, μᾶς ἔδωσεν τὴν τυραννίαν ἐξ ἁμαρτιῶν μας, καὶ πρέπει, ἀδελφοί, νὰ τὴν ὑποφέρωμεν μὲ καλὴν καρδίαν καὶ χωρὶς γογγυσμόν, καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν εἰς ὅ,τι κάμνει ὁ Θεός». Καὶ ὕστερα ἀπὸ τέτοια ξυλολογήματα λέγουσι καὶ τὸ ρητὸν «ὃν ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει».΄΄ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, σελ.119-120, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1968

[19] Για τη λαική χρησμολογία κατά τη Τουρκοκρατία βλέπε: Πατρινέλης Χ.Γ., «Ο ελληνισμός κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669)», σελ.65-73,πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980.

[20] Νίκος Β. Ροτζώκος,  εθναφύπνιση και εθνογένεση, σελ. 205

[21] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[22] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[23] Πέτρος Πιζάνιας, « Από ραγιάς Έλληνας πολίτης. Διαφωτισμός και Επανάσταση 1750 -1832», Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821,ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ (επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας), εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 47

[24] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 17

[25] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π, σελ. 36

[26] Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, Από την ΒΙΕΝΝΗ στις ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ 1815-1919, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2004, σελ.61

[27] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[28] Γεώργιος Κ. Θεοδωρίδης, « ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ, Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ», ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000, τ. 3ος , εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 126-127

[29] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[30] Για την σχέση της Ευρώπης με την αρχαία Ελλάδα βλ. Νάσια Γιακωβάκη, ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΣΩ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΜΙΑ ΚΑΜΠΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΗ 17ος -18ος αιώνας, εκδ. βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ- Ι.Δ ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑ Α.Ε. , Αθήνα 2006

[31] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π,  σελ.14

[32] Κ.Θ. Δημαράς, ό. π. , σελ. 82

[33] Λουκία Δρούλια, «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΓΕΜΑΤΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ», ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000, τ. 2ος , εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 45- 47

[34] Το ακρόπρωρο του πλοίου «Άρης» του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη παραπέμπει στην εικόνα του Μεγάλου Αλέξανδρου που τύπωσε σε χαρακτικό ο Ρήγας Βελεστινλής το 1797 στη Βιέννη.( Από την σχετική πινακίδα του εκθέματος στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας)

[35] Γιάννης Κουμπουρλής, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σελ. 151-165

[36] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 18

[37] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 30

[38] Βλ. Γιάννης Κουμπουρλής, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σ. 137-191

[39] Παντελής Ε. Λέκκας, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, εθνικισμός και νεοτερικότητα, εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2001, σελ. 9

[40] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο», ό. π. , σελ. 239

[41] Παντελής Ε. Λέκκας, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ , ό. π. , σελ.20

[42] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 30-31

[43] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19-20

[44] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο»,ό. π. , σελ. 223

[45] Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη νεότερη Ελλάδα», Τα ιστορικά, 10 (1989)

[46] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[47] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π. , σελ.39

[48] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[49] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[50] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 32

[51] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 18

[52] Νικηφόρος Διαμαντούρος, Απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους 1821 – 1828, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα  2006, σελ. 221

[53] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[54] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 32

[55] Παντελής Ε. Λέκκας, «Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ», ό. π,  σελ. 127

[56] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[57] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[58] Στο ίδιο, σελ. 18

[59] Στο ίδιο, σελ. 19

[60] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[61]Ελπίδα Βόγλη, «Έλληνες το γένος», Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007, σελ. 42-43

[62] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[63] Ελπίδα Βόγλη, ό. π. , σελ. 59

[64] Νικηφόρος Διαμαντούρος, ό. π. , σελ. 240

[65] Στο ίδιο, σελ. 244

Κωνσταντίνος Α’ : Από την απομακρυνση στην εξορία. Η δράση των ανακτόρων και των εξόριστων της φιλοβασιλικής παράταξης, η πολιτική των κεντρικών δυνάμεων και η έξοδος της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΕΣΤΗ

(D.E.A. POLITIQUES NATIONALES ET POLITIQUES EUROPEENNES DES ETATS DE L’UNION EUROPEENNE, UNIVERSITE PARIS III- SORBONNE NOUVELLE. ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ- ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.)

Κωνσταντίνος Α’ : Από την απομακρυνση στην εξορία.

Η δραση των ανακτόρων και των εξοριστων της φιλοβασιλικής παράταξης, η πολιτική των κεντρικων δυνάμεων και η έξοδος της Ελλάδας στον     Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.[1]

 Από την άνοιξη του 1917 οι Σύμμαχοι της Entente επεξεργάζονται το μόνο μέσο που θεωρούν αποτελεσματικό για την επίλυση του ακανθώδους ελληνικού ζητήματος, την εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Σε αυτό συνετέλεσαν ορισμένα καθοριστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα διεθνώς και καθόρισαν την πορεία του πολέμου στο σύνολό της: Η πρώτη επανάσταση στη Ρωσία και η πτώση του Τσάρου Νικολάου το Μάρτιο στέρησε από το ελληνικό στέμμα την τσαρική υποστήριξη της δυναστικής νομιμοποίησης. Σχεδόν ταυτόχρονα, η πτώση του Aristide Briand από την πρωθυπουργία της Γαλλίας, προκαλεί την απώλεια μίας φωνής μετριοπάθειας, η οποία συγκρατούσε τους οπαδούς μίας πιο δυναμικής παρέμβασης στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Τέλος, η είσοδος των Η.Π.Α. στον πόλεμο τον Απρίλιο στο πλευρό της Entente, παρότι δεν υπήρξε ποτέ κάποια ανάμειξή τους στο ελληνικό ζήτημα, στερούσε από τα ελληνικά ανάκτορα έναν δυνητικό σύμμαχο που θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στις δυτικές δυνάμεις σχετικά με το σεβασμό των δικαιωμάτων των ουδετέρων χωρών.[2] Αμεσότερες επιπτώσεις είχε το γεγονός ότι το 1917 επιβαλλόταν πλέον η συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, προκειμένου να ενισχύσει την προγραμματισμένη για την άνοιξη προέλαση του Γάλλου Στρατηγού Sarrail στη Βουλγαρία, πράγμα που πλέον ήταν προφανές ότι δεν θα συνέβαινε όσο ο Κωνσταντίνος παρέμενε στο θρόνο.

Στην Αθήνα, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ανέμενε εξελίξεις στο ανατολικό μέτωπο, προσέγγισε την αγγλική αποστολή με φιλικές διαθέσεις, προτείνοντας την αντικατάσταση της κυβέρνησης του Σπυρίδωνα Λάμπρου με μία μετριοπαθέστερη υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, προκειμένου να αποτρέψει μία γαλλική επίθεση στα ελεγχόμενα από τη βασιλική ελληνική κυβέρνηση εδάφη.[3] Πράγματι οι Γάλλοι με το Βενιζέλο επικεφαλής στη Θεσσαλονίκη από τις 9 Οκτωβρίου 1916[4]+[5], επεξεργάζονταν σχέδιο επίθεσης στη Θεσσαλία, προκειμένου να διασφαλιστεί η σοδειά, η οποία θα χρησίμευε στη σίτιση της Armée d’Orient. Στις 4 Μαΐου ο Ζαΐμης ανέλαβε τα ηνία της νέας κυβέρνησης η οποία προσπάθησε μέσω των Άγγλων διπλωματικών αντιπροσώπων να επιτύχει μία προσέγγιση Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, ο τελευταίος όμως πίστευε ότι πλέον ο καιρός των συνεννοήσεων είχε παρέλθει.[6] Τόσο οι Γάλλοι όσο και η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν αντίθετοι πλέον στις λύσεις μετριοπάθειας. Κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής σύσκεψης της 28ης-29ης Μαΐου στο Λονδίνο, οι Γάλλοι κατάφεραν να κυριαρχήσουν επ’αυτού, οπότε οι δύο σύμμαχοι κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: Αποφασίστηκε η προέλαση στη Θεσσαλία, προκειμένου να διασφαλιστεί η σοδειά, στη συνέχεια η κατάληψη του Ισθμού της Κορίνθου, προκειμένου να εγκλωβιστούν τα βασιλικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο και τέλος, η επίδοση ενός τελεσιγράφου στο Βασιλιά. Στο τελεσίγραφο οι Σύμμαχοι θα αξίωναν την απομάκρυνσή του και σε περίπτωση που αρνείτο θα αποβίβαζαν στρατεύματα στον Πειραιά. Τέλος αποφάσισαν την αποστολή ενός προσώπου που θα ενεργούσε ως ενιαία αρχή, τον Γάλλο βουλευτή Charles Jonnart, ο οποίος ήταν πρόσωπο αποδεκτό στο Λονδίνο και θα ενεργούσε εξ ονόματος του συνόλου της Entente.

                   Με την άφιξή του στην Αθήνα, ο Jonnart καθησύχασε το Ζαΐμη ότι αποστολή του ήταν μόνο η εξασφάλιση της δίκαιης διανομής της σοδειάς, παρότι ο δεύτερος γνώριζε τις συζητήσεις για την επικείμενη απομάκρυνση του Βασιλιά.  Κατόπιν, ο Γάλλος επιτετραμμένος αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη, όπου οργάνωσε με τον Sarrail τις ταυτόχρονες ενέργειες σε Θεσσαλία, Αθήνα και Ισθμό. Παρά την ασυμφωνία στη συμμαχική πολιτική, η προέλαση στη Θεσσαλία ξεκίνησε στις 10 Ιουνίου και το ίδιο βράδυ, ξημερώματα της 11ης Ιουνίου, κατελήφθη ειρηνικά ο Ισθμός. Το ίδιο πρωί, παράλληλα με την εμφάνιση των συμμαχικών μεταγωγικών έξω από την Αθήνα, και αγνοώντας τους βρετανικούς ενδοιασμούς της τελευταίας στιγμής, ο Jonnart επέδωσε στο Ζαΐμη τελεσίγραφο, με το οποίο αξίωνε την παραίτηση του Βασιλιά υπέρ ενός από τους δύο γιους του πλην του διαδόχου Γεωργίου.[7] Στο ανακτοβούλιο που συνήλθε εσπευσμένα το απόγευμα της 29ης Μαΐου/ 11ης Ιουνίου υπήρξαν διαφωνίες: Ο μεν Ζαΐμης πρότεινε την παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ του γιου του Αλέξανδρου, οι δε πιο σκληροπυρηνικοί πρότειναν την απόρριψη του τελεσιγράφου, ενώ ο Μεταξάς είχε ήδη εισηγηθεί τη διαφυγή του Βασιλιά στην Τρίπολη και την ανάληψη από εκεί ένοπλης αντίστασης με τη βοήθεια των βασιλικών στρατευμάτων.[8] Τελικώς ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να αποδεχτεί το τελεσίγραφο, στο οποίο στις 12 Ιουνίου έδωσε την εξής απάντηση:

«Ὑπείκων εἰς ἀνάγκην καί ἐπιτελῶν καθῆκον πρός τήν Ἑλλάδα, ἒχων δέ πρό ὀφθαλμῶν Αὐτῆς μόνης τό συμφέρον, ἀναχωρῶ ἐκ τῆς Ἀγαπητῆς μου Πατρίδος μετά τοῦ Διαδόχου, ἀφίνων εἰς τόν θρόνον τόν υἱόν μου Ἀλέξανδρον».[9]

Η απάντηση αυτή, η οποία επίτηδες διατυπώθηκε έτσι από τον συντάκτη Ζαΐμη, δεν ανέφερε τον όρο «παραίτηση», προκειμένου να δώσει περιθώριο σε μετέπειτα επιστροφή του Κωνσταντίνου, γεγονός που είχε εγκριθεί και από τον Jonnart, καθώς οι Σύμμαχοι τότε δεν έφεραν αντίρρηση για τη μετά το πέρας του πολέμου επάνοδό του, εφόσον ανταποκρινόταν στην επιθυμία του ελληνικού λαού. Η αναχώρηση της βασιλικής οικογένειας συντελέστηκε το βράδυ της 12ης Ιουνίου χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια παρά τη συγκέντρωση πλήθους έξω από τα ανάκτορα, ανάμεσά στο οποίο και μέλη του Συνδέσμου των «Επιστράτων», οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει στα επεισόδια των Νοεμβριανών του 1916. Παράλληλα αποβιβάστηκαν με τάξη συμμαχικά στρατεύματα και κατέλαβαν κάποιες στρατηγικές θέσεις, ενώ ο Jonnart, προκειμένου να προλάβει αντιδράσεις, εξήγγειλε την ταυτόχρονη άρση του ανεφοδιαστικού αποκλεισμού της Ελλάδας.

Κι ενώ εξετάζονταν οι εναλλακτικές δυνατότητες για την προπαρασκευή της επανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία, ο Jonnart ξεκίνησε τις διαδικασίες εκτόπισης των κορυφαίων ανακτορικών στελεχών, πράγμα που αθετούσε τις προγενέστερες διαβεβαιώσεις του για τη μη λήψη μέτρων αντεκδίκησης. Έτσι περίπου τριάντα επιφανείς αντιβενιζελικοί, μεταξύ των οποίων οι στρατιωτικοί Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς και ο πρώην Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, αναχώρησαν στις 20 Ιουνίου 1917 για τη Μασσαλία και από εκεί για την Κορσική, όπου παρέμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου. Άλλο εκατό περίπου, μεταξύ αυτών οι πρώην πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης, Σπυρίδων Λάμπρος και Στέφανος Δραγούμης προβλεπόταν ή να τεθούν υπό επιτήρηση ή να εξοριστούν σε νησιά του Αιγαίου. [10]

Στο Αιάκειο της Κορσικής ο Μεταξάς θα εγκατασταθεί στο Grand Hotel με τη σύζυγό του και τις δύο ανήλικες κόρες του. Η αναγκαστική του αδράνεια τον ανάγκαζε να γεμίσει τις ώρες του με μακρινούς περιπάτους, διδασκόμενος τη γαλλική γλώσσα, διαβάζοντας και ερχόμενος σε επαφή με αρκετούς από τους συνεξορίστους του, με τους οποίους παρακολούθησε τις εξελίξεις του πολέμου από το δεύτερο εξάμηνο του 1917.[11] Αν και δεν υπάρχει ημερολόγιο της εποχής της εξορίας, εντούτοις ο Μεταξάς κρατούσε σημειώσεις για τις σκέψεις του σε ξεχωριστό τετράδιο[12], σκέψεις πάνω στον ανταγωνισμό εντός του στρατοπέδου της Entente, στην τελειότητα της γερμανικής ομαδικής προσπάθειας για τη βελτίωση και τελειοποίηση της κοινωνίας τους, στην αστάθεια που θα επικρατούσε στην Ευρώπη σε περίπτωση γερμανικής ήττας, την ανάγκη της ευρωπαϊκής ενότητας. Επίσης έθετε φιλοσοφικά ερωτήματα για τη θρησκεία, την ευρωπαϊκή αντίληψη για το γερμανικό φαινόμενο, την εφαρμοσιμότητα των Σημείων του Wilson.[13] Στην Κορσική ο Μεταξάς παρέμεινε μέχρι τις 24 Νοεμβρίου/ 7 Δεκεμβρίου, απ’όπου και κατάφερε να δραπετεύσει μαζί με τους Δ. Γούναρη και Γ. Πεσμαζόγλου. Έφτασαν στη Σαρδηνία, όπου κρατήθηκαν από τις ιταλικές αρχές μέχρι τον Ιούλιο του 1918, παρότι οι μασώνοι της Σαρδηνίας τους βοήθησαν ιδιαιτέρως στην προσαρμογή τους. Ο Μεταξάς ήταν Τέκτονας και μάλιστα κατείχε υψηλό βαθμό στη μασωνική ιεραρχία.[14] Σχεδίαζε να δραπετεύσει και από εκεί και να μεταβεί στην Ελβετία με τον Πεσμαζόγλου, όμως ο Γούναρης δε συμφώνησε και έτσι το σχέδιο ματαιώθηκε.[15] Εκτός του να ενημερώνεται και να συζητάει τις εξελίξεις με τους συνεξορίστους του, δεν φαίνεται να ανέλαβε κάποια ιδιαίτερη δράση στη διάρκεια της εξορίας του, πέραν των επαφών του με την ιταλική μασωνεία. Άλλωστε, ως κρατούμενος στην ουσία των Ιταλών δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Στην Ελλάδα, θα επιστρέψει πλέον το Νοέμβριο του 1920.[16]

Στην Ελλάδα, με την ανάρρησή του στο θρόνο, ο Αλέξανδρος εξέδωσε διάγγελμα, στο οποίο μεταξύ άλλων δήλωνε την πρόθεσή του να ακολουθήσει την πολιτική του πατέρα του. Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε εξαιρετικά προκλητική από πολλούς βενιζελικούς, ο ίδιος ο Βενιζέλος όμως αντέδρασε ήπια, παρότι είχε αποδεχτεί τη λύση της παραμονής της δυναστείας στο πρόσωπο του Αλέξανδρου με μεγάλη απροθυμία. Κοινός παρανομαστής ήταν πλέον η εξεύρεση λύσης για κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης. Το σενάριο προέβλεπε μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Ζαΐμη και κατόπιν σύγκλιση της Βουλής της 13ης Ιουνίου 1915 «των Λαζάρων», η λειτουργία της οποίας, σύμφωνα με τους βενιζελικούς, είχε τερματιστεί με τρόπο αντισυνταγματικό από τον Βασιλιά στις 5 Οκτωβρίου 1915.[17] Ο Ζαΐμης αρνήθηκε να συναινέσει και στις 24 Ιουνίου υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να καλέσει το Βενιζέλο να αναλάβει το σχηματισμό κυβέρνησης. Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση αυτή ξέσπασαν μεγάλες ταραχές στην Αθήνα και στην υπόλοιπη ελεγχόμενη από τα βασιλικά στρατεύματα και τους «Επιστράτους» Ελλάδα. Στις 25 Ιουνίου ο Βενιζέλος εισέρχεται στην Αθήνα υπό προστατευτικό κλοιό χωροφυλακής και Γάλλων στρατιωτών. Στις 27 Ιουνίου παρουσιάστηκε στο Βασιλιά ο κατάλογος του νέου υπουργικού συμβουλίου και ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση. Την επομένη έγινε το πρώτο βήμα της ανάμειξης της ενιαίας πλέον Ελλάδας στον πόλεμο με την παύση των διπλωματικών σχέσεων με τις Κεντρικές Δυνάμεις.[18]

Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και η ανάμειξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την Entente κατά κάποιο τρόπο διευκόλυναν τη Γερμανία, περιέπλεξαν όμως τα πράγματα στις σχέσεις μεταξύ των Κεντρικών Δυνάμεων και της Ελλάδας. Θεωρητικά η Ελλάδα δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, αφού εκείνες δεν είχαν αναγνωρίσει το καθεστώς της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, με την αναχώρησή του, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν είχε παραιτηθεί από την ηγεσία του ελληνικού κράτους και ότι ο Αλέξανδρος τον αναπλήρωνε απλώς ως τοποτηρητής του θρόνου. Η ανωμαλία των συνθηκών προσέφερε στο Βερολίνο την κατάλληλη ευκαιρία ώστε να αποφύγει να κηρύξει πόλεμο στην Ελλάδα για λίγο καιρό, καθώς δεσμευόταν και από το συγγενικό δεσμό του Κωνσταντίνου με τον Kaiser.

Η Γερμανία βρέθηκε στη λεπτή θέση να πρέπει να συνδυάσει τις βλέψεις της συμμάχου Βουλγαρίας με τη διατήρηση των επαφών της με τον Κωνσταντίνο, απέναντι στον οποίον το 1915 είχε δεσμευτεί για τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και την αποχώρηση των στρατευμάτων των Κεντρικών Δυνάμεων από το μακεδονικό έδαφος μετά το πέρας των επιχειρήσεων. Όμως η Βουλγαρία είχε ήδη προβεί σε επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσε κυριαρχικές, καθώς και σε πολιτική εκτοπισμού του ελληνικού στοιχείου από τα εδάφη που κατακτούσε. Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από τον ελληνικό θρόνο και η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο αποτελούσαν θετική εξέλιξη, καθώς ακύρωναν κάθε προηγούμενη βουλγαρική δέσμευση απέναντι σε μία ουδέτερη χώρα. Έτσι η Βουλγαρία, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανακατάληψη της εξουσίας από το Βενιζέλο, άρχισε να επεξεργάζεται σχέδιο άμεσης προέλασης προς τη Θεσσαλονίκη.[19]

Σε γενικές γραμμές η πολιτική της Γερμανίας στα Βαλκάνια αρχικά ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική των συμμάχων της σε αρκετά επίπεδα. Η αυστριακή οπτική για μία μικρή Σερβία χωρίς διέξοδο στη θάλασσα ερχόταν σε αντίθεση με τη γερμανική οπτική για μία μεγάλη Σερβία, οικονομικά εξαρτημένη από την Αυστροουγγαρία, η οποία θα διευκόλυνε την εδραίωση ενός γερμανικού πυρήνα στην Κεντρική Ευρώπη. Από την άλλη, η Γερμανία μπορεί να επιθυμούσε μία μεγάλη σύμμαχο Βουλγαρία, όμως η επιθυμία της να εδραιώσει την επιρροή της τόσο στην Κωνστάντζα, όσο και στη Θεσσαλονίκη περιέπλεκαν τις σχέσεις της με τη Βουλγαρία, λόγω των διεκδικήσεων της τελευταίας στη Δοβρουτσά και τη Μακεδονία. Τέλος, το γεγονός ότι η Γερμανία προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας, περιέπλεκε τις σχέσεις της με τους δύο αυτούς συμμάχους της. Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου στάθηκε μία ευκαιρία να επεξεργαστούν οι γερμανικές αρχές μία νέα πολιτική απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, βάσει της οποίας θα ικανοποιούσαν τους συμμάχους τους.[20]

Ο εξόριστος Βασιλιάς και οι σύμβουλοί του δεν είχαν καταφέρει να προβλέψουν την ταχύτητα των εξελίξεων μετά την αποδοχή του τελεσιγράφου της Entente. Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν πως ο Κωνσταντίνος ούτε πρόλαβε να καταστρώσει πρόγραμμα εναλλακτικών ενεργειών για τον Αλέξανδρο, ούτε είχε την ευκαιρία να δώσει οδηγίες στους έμπιστούς του αξιωματικούς στην Πελοπόννησο.[21] Επίσης η επικοινωνία που παγιώθηκε μεταξύ του βασιλικού ζεύγους και του Αλεξάνδρου δεν ήταν ούτε συχνή ούτε απρόσκοπτη, παρότι σε κείμενα προερχόμενα από οπαδούς των Φιλελευθέρων αναφέρεται το αντίθετο.[22] Χαρακτηριστικά αναφέρεται ο πόνος της βασιλομήτορος Σοφίας που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το παιδί της.[23]

Παρόλ’ αυτά, στην Ελβετία πλέον, ο Κωνσταντίνος διατηρούσε την αισιόδοξη πεποίθηση ότι η επικείμενη λαϊκή εξέγερση εναντίον του Βενιζέλου, στην οποία θα πρωτοστατούσαν οι αφοσιωμένες στον ηγεμόνα στρατιωτικές δυνάμεις της Πελοποννήσου, θα αποτελούσε αφορμή για να επιστρέψει στο θρόνο. Η οριστική νίκη επί του βενιζελισμού επέβαλλε μία συντονισμένη γερμανοβουλγαρική επίθεση απέναντι στις δυνάμεις συμμάχων και βενιζελιστών, η οποία θα συνέπιπτε με την ευκταία λαϊκή εξέγερση. Με την εγκατάστασή του στην Ελβετία, κι ενώ στην Αθήνα ο Βενιζέλος έχει ήδη σχηματίσει κυβέρνηση, ο Κωνσταντίνος θα θέσει, σε συνεργασία με τους στενότερους συμβούλους του, το διπλωμάτη και πρώην Υπουργό Εξωτερικών Γ. Στρέιτ και τον πρώην Πρέσβη της Ελλάδας στο Βερολίνο, Ν. Θεοτόκη, τους άμεσους στόχους της πολιτικής του: Α) Την παρεμπόδιση των εργασιών της Βουλής από τον Αλέξανδρο και την αντιβενιζελική αντιπολίτευση. Β) Τη ματαίωση της επιστράτευσης με την τήρηση παθητικής στάσης ή τη δημιουργία στασιαστικών επεισοδίων. Γ) Την ανατροπή της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο. Δ) Το συνδιασμό της επίθεσης των Κεντρικών Δυνάμεων με μία λαϊκή εξέγερση.[24]

Μία επιστολή του Αλέξανδρου προς τον πατέρα του τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου του 1917 δείχνει με πόση δυσκολία διεκπεραίωνε τα καθήκοντά του.[25] Παρά τις δυσκολίες στην επικοινωνία, ο Κωνσταντίνος επιδίωξε να χρησιμοποιήσει το γιο του για την εξυπηρέτηση της πολιτικής του, δίνοντάς του οδηγίες για την παρακώλυση της επιστράτευσης καθώς και για τις εγγυήσεις που θα έπρεπε να ζητήσει σε περίπτωση διενέργειας εκλογών. Επιπλέον, κατά τα μέσα Αυγούστου προσέγγισε το Βερολίνο με συγκεκριμένες προτάσεις που ανακινούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα,[26] τα οποία προκαλούσαν ανησυχία στη γερμανική πλευρά. Ακόμη και η παρουσία του βασιλικού ζεύγους στην Ελβετία προκαλούσε αμηχανία στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών και την επιφυλακτικότητα του Πρέσβη στη Βέρνη. Κατά τη σύντομη παραμονή του ζεύγους στο Λουγκάνο, η πρώην Βασίλισσα Σοφία είχε παραπονεθεί στο Γερμανό πρόξενο ότι η κυβέρνησή του δεν είχε στηρίξει τον Κωνσταντίνο όσο έπρεπε, θεωρούσε δε απαραίτητη την ταχεία γερμανοβουλγαρική επίθεση στην Ελλάδα. Μετροπαθέστερη στάση τηρούσε ο Στρέιτ στις επαφές του με Γερμανούς διπλωμάτες στην Ελβετία, τους οποίους έσπευσε να καθησυχάσει ότι μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου στο θρόνο, η πολιτική που θα ακολουθείτο από την Ελλάδα δεν θα εμπνεόταν από μεγαλοϊδεατισμό, αλλά θα είχε ως στόχο τις σχέσεις καλής γειτνίασης με την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Αυτό που ανησυχούσε βέβαια το Βερολίνο δεν ήταν τα μακροπρόθεσμα σχέδια του Κωνσταντίνου, αλλά οι άμεσοι στόχοι του.

Η Γερμανία, χωρίς να φέρνει αντίρρηση στις επεκτατικές τάσεις της Βουλγαρίας, εντούτοις απέφευγε η ίδια να εμπλακεί σε περαιτέρω επιθετικές ενέργειες στα Βαλκάνια. Η στάση αυτή του Βερολίνου είχε ανησυχήσει τη Σόφια, καθώς οι Βούλγαροι θεωρούσαν ότι παρά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, η Γερμανία εξακολουθούσε να υποστηρίζει τα ελληνικά συμφέροντα. Η αλήθεια είναι πάντως ότι τόσο ο Kaiser όσο και το Επιτελείο του πίστευαν πλέον ότι έπρεπε να ικανοποιηθούν οι βουλγαρικές αξιώσεις στη Μακεδονία, προκειμένου να περιοριστούν οι αντίστοιχες στην περιοχή της Δοβρουτσάς και να επιτευχθεί η επιστροφή της Δυτικής Θράκης στην Τουρκία.[27] Τελικώς Αυστροουγγαρία και Γερμανία συμφώνησαν στην αναγνώριση της προσάρτησης των ήδη κατακτημένων από τη Βουλγαρία περιοχών στην Ανατολική Μακεδονία,[28] κρατώντας ως διαπραγματευτικό χαρτί το μέλλον της κυριαρχίας της Θεσσαλονίκης, που ήταν ο τελικός στόχος των Βουλγάρων.

Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μεγαλεπίβολα σχέδια του Κωνσταντίνου ήταν καταδικασμένα σε αποτυχία. Το Βερολίνο υιοθέτησε εξαρχής παθητική και αναβλητική στάση απέναντι στον εξόριστο μονάρχη και ο Γερμανός Πρέσβης στη Βέρνη είχε εντολή να αποφεύγει τις συνομιλίες με την οικογένεια.[29] Στις αρχές Αυγούστου του 1917, τόσο ο Στρέιτ όσο και ο Θεοτόκης, με υπόμνημα που υπέβαλαν στο Βερολίνο, επιδίωξαν να καταστήσουν σαφείς τόσο τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει η ουδετερότητα του Κωνσταντίνου στις Κεντρικές Δυνάμεις, όσο και τους στόχους της πολιτικής του στο μέλλον, τους οποίους η Γερμανία έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψιν.[30] Οι προσεγγίσεις αυτές δεν βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Το επιχείρημα της ουδετερότητας ήταν έτοιμο να καταρριφθεί από τους Γερμανούς διπλωμάτες και οι βλέψεις του Κωνσταντίνου έπρεπε να αγνοηθούν. Οι Γερμανοί δεν είχαν πλέον κανένα συμφέρον να υποστηρίξουν την επιστροφή του στην Ελλάδα, ούτε μπορούσαν να αγνοήσουν τους όρους της συμμαχίας με τη Βουλγαρία εξαιτίας των τυπικών τους σχέσεων με το βασιλικό ζεύγος. Παρόλ’ αυτά δεν ήταν δυνατό να τον αγνοήσουν, κυρίως για δυναστικούς λόγους, εξ’ου και η πολιτική της αναβλητικότητας.

Στα σχέδια του Κωνσταντίνου περιλαμβανόταν και η αποκατάσταση της επικοινωνίας του με του έμπιστούς του Στρατηγό Παπούλα και Συνταγματάρχη Παπαγεωργίου, τότε διοικητή συμμοριτικής ομάδας που δρούσε στα νώτα των Συμμάχων στην περιοχή της Κορυτσάς.[31] Έτσι ζήτησε να συναντηθεί στο Σαιντ Μόριτς με τον συνταγματάρχη Χατζόπουλο, τον αρχηγό του 4ου σώματος στρατού που από την κατάληψη της Καβάλας και μετά βρισκόταν αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς, προκειμένου να αποστείλει στην Ελλάδα ορισμένους άνδρες ως αγγελιοφόρους του και κατασκόπους. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε από τις γερμανικές αρχές, προκειμένου να μην προκληθούν προβλήματα στην ουδετερότητα της Ελβετίας, όμως στο τέλος Σεπτεμβρίου δόθηκε άδεια σε απεσταλμένο του Κωνσταντίνου να μεταβεί στο Γκαίρλιτς. Η απάντηση στο ελληνικό υπόμνημα, που ήρθε στις 27 Σεπτεμβρίου 1917, ανέφερε ότι η Γερμανία δεν έφερε αντίρρηση στο σχέδιο του Κωνσταντίνου για την αποκατάσταση της επικοινωνίας με τους έμπιστούς του, μάλιστα ήταν διατεθειμένη να βοηθήσει στην πραγματοποίησή του. Επίσης αναγνωριζόταν η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας, όμως δηλωνόταν ότι δεν δίνονταν εγγυήσεις για την ύπαρξη στο μέλλον ευκαιρίας για την υπό συζήτηση γερμανοβουλγαρική επίθεση στην Ελλάδα, η οποία θα επανέφερε τον Κωνσταντίνο στο θρόνο.[32]

Παράλληλα όμως και προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, το Βερολίνο υπήρξε αρκετά πρόθυμο να ικανοποιήσει το αίτημα της ενίσχυσης της βασιλικής προπαγάνδας. Το Μάρτιο του 1917 είχε ιδρυθεί στη Γενεύη η «Ελληνική Ένωσις (Union Hellénique)», η οποία αποτέλεσε το όργανο της κωνσταντινικής προπαγάνδας στην Ελβετία.[33] Από τα τέλη της άνοιξης του 1917 εισέπραττε μηνιαία χορηγία από τη γερμανική διπλωματική αντιπροσωπία στη Βέρνη για την έκδοση της εφημερίδας της «Écho de Grèce» και μετά το Σεπτέμβριο του 1917, το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων μάρκων διανεμήθη μεταξύ αυτής και της ενίσχυσης της φιλοβασιλικής προπαγάνδας στην Ελλάδα. Μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, η «Ελληνική Ένωσις» ανέπτυξε συστηματικότερη δράση υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Στρέιτ, ο οποίος της προσέδωσε κύρος με δημοσιεύματα τα οποία προσέλκυσαν το ενδιαφέρον διαφόρων πολιτικών κύκλων στην Ευρώπη.[34]

Τους τελευταίους μήνες του 1917 ο Κωνσταντίνος ασχολήθηκε με την αποκατάσταση της επικοινωνίας του με τον Αλέξανδρο και του έμπιστούς του, όμως η χλιαρή βοήθεια του Βερολίνου επέτρεψε την αποστολή των πρώτων αξιωματικών σε ελληνικό έδαφος μόλις το Φεβρουάριο του 1918. Πάντως στα τέλη του 1917 ο ίδιος ο Kaiser ανακίνησε το ζήτημα μίας πιθανής γερμανοβουλγαρικής επίθεσης στην Ελλάδα. Οι συνθήκες ευνοούσαν, καθώς το ρωσικό μέτωπο είχε καταρρεύσει και επίκειντο οι υπογραφές της ρωσικής και της ρουμανικής ανακωχής στο Μπρεστ- Λιτόφσκ και το Βουκουρέστι. Πάντως οι σύμβουλοί του εξέφρασαν απερίφραστα την αντίρρησή τους. Οι Βούλγαροι δεν θα συναινούσαν ποτέ σε μία κοινή επίθεση αν δεν εξασφάλιζαν το λάφυρο της Θεσσαλονίκης και επιπλέον οι Γερμανοί ήδη είχαν συμφωνήσει στη βουλγαρική προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας.[35] Έτσι ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να προσφέρει στο λαό του εγγυήσεις για εδαφική ακεραιότητα. Ακόμη αμφισβητείτο το αξιώμαχο του Δ’ Σώματος Στρατού, καθώς ανάμεσα στις τάξεις του υπήρχε υπολογίσιμος αριθμός υποστηρικτών του Βενιζέλου, αλλά αναγνωριζόταν και η αδυναμία της Γερμανίας να αναλάβει την τροφοδοσία της Ελλάδας σε περίπτωση νέου αποκλεισμού από τους συμμάχους της Entente. Παράλληλα, την άνοιξη του 1918, οι προετοιμασίες της υπογραφής της ειρήνης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία είχαν ανοίξει τεράστια εδαφικά ζητήματα στα Βαλκάνια μεταξύ Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Τουρκίας για τη Δοβρουτσά, τα σύνορα του Έβρου και την Υπερκαυκασία, τα οποία αποσπούσαν τη γερμανική προσοχή. Ο Kaiser φοβόταν ότι μία μεγάλη Βουλγαρία, που θα εξερχόταν ενισχυμένη από τον πόλεμο, θα ήταν ανεξέλεγκτη και θα χρειαζόταν πολιτικό αντίβαρο στα Βαλκάνια, για το οποίο ο ίδιος ήθελε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα. Έτσι την άνοιξη του 1918 πρότεινε ο ίδιος στον Κωνσταντίνο την επεξεργασία σχεδίου επίθεσης, παρά το γεγονός ότι οι σύμβουλοι και το Επιτελείο του απέρριψαν και πάλι αυτή την πιθανότητα.[36]

Η γερμανική κυβέρνηση και το γερμανικό επιτελείο δεν σκόπευαν να ενισχύσουν τα σχέδια της ελληνικής βασιλικής οικογένειας εγγυώμενοι την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, καθώς είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν εδάφη της χώρας ως διαπραγματευτικά χαρτιά για την επίλυση των ήδη δυσεπίλυτων προβλημάτων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Επιπλέον αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη Βουλγαρία, η οποία φοβόταν για την τύχη των κατακτήσεών της στο ελληνικό έδαφος, εφόσον οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν είχαν κηρύξει επίσημα τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας. Η ελληνική βασιλική προπαγάνδα διατυμπάνιζε με οποιοδήποτε μέσο ότι δεν υφίστατο εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Κεντρικών Δυνάμεων, πράγμα που ερέθιζε τις βουλγαρικές αντιδράσεις.

Ο Κωνσταντίνος ανυπομονούσε πλέον για την επίθεση, λαμβάνοντας και την πληροφόρηση ότι η επιστράτευση που είχε κηρύξει ο Βενιζέλος στην Ελλάδα στις 22 Ιανουαρίου δεν είχε αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι γερμανικές αρχές έρχονταν πλέον σε πολύ δύσκολη θέση. Άρθρα που κυκλοφόρησαν σε γερμανικές εφημερίδες εξέθεταν το ελληνικό ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις της εμπόλεμης με τις Κεντρικές Δυνάμεις κατάστασης, ενώ απαγορεύτηκε και η δημοσίευση οποιουδήποτε άρθρου θα ήταν επιζήμιο για τις γερμανοβουλγαρικές σχέσεις.[37] Εντωμεταξύ οι επιχειρήσεις στο μακεδονικό μέτωπο ενισχύονταν από την προοδευτική αύξηση του αριθμού των ελληνικών στρατευμάτων, με αποκορύφωμα τη σημαντική συμβολή τους στη νίκη του Σκρα στις 18/31 Μαΐου 1918, η οποία ανέτρεψε το βουλγαρικό μέτωπο σε μήκος 12 και βάθος 2 χιλιομέτρων.[38]

Σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης ο Νικόλαος Θεοτόκης προσπαθούσε μάταια να αποσπάσει σαφείς απαντήσεις από τη γερμανική πλευρά για την επίθεση. Το επεισόδιο ενός Έλληνα αυτομολήσαντα στο βουλγαρικό στρατόπεδο, ο οποίος πληροφόρησε τις γερμανικές αρχές ότι το Α΄ Σώμα Στρατού ήταν έτοιμο να στασιάσει στην εμφάνιση του Κωνσταντίνου, αναζωπύρωσε για τελευταία φορά τις ελπίδες στην Ελβετία, τις οποίες ήρθε να σβήσει η κήρυξη της συμμαχικής επίθεσης εναντίον της Βουλγαρίας το Σεπτέμβριο.[39] Ήδη όμως οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να ξεκαθαρίσουν ότι δεν σχεδίαζαν επίθεση στη Μακεδονία στο άμεσο μέλλον και ότι η αποκατάσταση του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο σχετιζόταν άμεσα με το ενδεχόμενο μίας γερμανικής νίκης στον πόλεμο. Ως ύστατη χειρονομία γενναιοδωρίας, οι Γερμανοί προσέφεραν στον Κωνσταντίνο δύο εκατομμύρια μάρκα για τη διευκόλυνση της συνέχισης του προπαγανδιστικού του έργου,[40] το οποίο δεν ανακόπηκε ούτε από το νικηφόρο τέλος του πολέμου για τις δυνάμεις της Entente.[41]

 Βιβλιογραφία

  • Βεντήρης, Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Ιστορική Μελέτη, Τόμος Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1970- α’ έκδοση 1931.
  • Η Πολιτική του Κωνσταντίνου επί τη Βάσει Επισήμων Εγγράφων, Αθήνα: Εκδόσεις Πατρίδος, χ.χ. (www.anemi.gr)
  • Leon, George B., Greece and the Great Powers 1914-1917, Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974.
  • Λεονταρίτης, Γεώργιος Β., Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μτφρ. Βασίλης Οικονομίδης, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2000.
  • Μεταξάς, Ιωάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β2, Αθήνα, Γκοβόστης: 1958.
  • Mourélos, Yannis G., L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre 1916-1917, Αθήνα: Collection de l’Institut Français d’ Athènes, 1983.
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα: Εστία, 2005- α΄έκδοση 1992.
  • Σκανδάμης, Ανδρέας, Η Βασίλισσα Σοφία- Βιογραφία, Αθήνα: Εκδ. Δημητράκου, 1947  http://anemi.lib.uoc.gr

Σημειώσεις :

[1] Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα δευτερεύουσας εργασίας με τίτλο «Κεντρικές Δυνάμεις και Ελλάδα 1914-1918» η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια σεμιναρίου του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Νεότερης και Σύγρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό την επίβλεψη της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας κ. Αγγελικής Σφήκα- Θεοδοσίου, Μάρτιος 2012.

[2] Γ.Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μτφρ. Βασίλης Οικονομίδης, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2000, σ. 26.

[3] Γ. Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Ιστορική Μελέτη, τόμος Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1970- α’ έκδοση 1931, σ. 317.

[4] G. B. Leon, Greece and the Great Powers 1914-1917, Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974, σ. 428.

[5] Οι ημερομηνίες αναγράφονται σύμφωνα με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, εκτός κι αν παρατίθενται διπλές ή επισημαίνεται διαφορετικά.

[6] Leon, ό.π., σ.σ. 476-477.

[7] Αυτόθι, σ.σ. 486-487.

[8] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 60.

[9] Αυτόθι, σ. 62.

[10] Y.G. Mourélos, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre 1916-1917, Αθήνα: Collection de l’Institut Français d’ Athènes, 1983, σ.σ. 161-162.

[11] Ιω. Μεταξάς, Απομνημονεύματα, τόμος Β2, Αθήνα, Γκοβόστης: 1958, σ. 450.

[12] Αυτόθι, σ. 451.

[13] Αυτόθι,σ.σ. 455-463.

[14] Αυτόθι,σ.σ. 464-465.

[15] Αυτόθι,σ. 469.

[16] Αυτόθι,σ. 642.

[17] Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα: Εστία, 2005 α΄έκδοση 1992, σ. 120.

[18] Leon, ό.π., σ. 489.

[19] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 117-119.

[20] Αυτόθι,σ.σ. 116-117.

[21] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 109.

[22] Βεντήρης, ό.π., σ. 373.

[23] Α. Σκανδάμης, Η Βασίλισσα Σοφία- Βιογραφία, Αθήνα: Εκδ. Δημητράκου, 1947, σ. 146.

[24] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 113-114.

[25] Αυτόθι,σ.σ. 111-113.

[26] Η Πολιτική του Κωνσταντίνου επί τη Βάσει Επισήμων Εγγράφων, Αθήνα: Εκδόσεις Πατρίδος, χ.χ., σ.σ. 182-183.

[27] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 116-117, 122.

[28] Αυτόθι,σ.σ. 122-124.

[29] Αυτόθι,σ. σ. 127- 128.

[30] Αυτόθι,σ. 128.

[31] Αυτόθι,σ. 131.

[32] Αυτόθι,σ. 133.

[33] Βεντήρης, ό.π., σ. 367.

[34] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 134.

[35] Αυτόθι, σ. 137.

[36] Αυτόθι, σ.σ. 137-143.

[37] Αυτόθι,σ.σ. 145-146.

[38] Βεντήρης, ό.π., σ. 374.

[39] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 147.

[40] Αυτόθι, σ. 148.

[41] Βεντήρης, ό.π., σ. 383.

Σπύρος Κ. Κατωμέρης, «Η Χώρα των Φαιάκων. Τόπος Βίος και Έθιμα του Λαού. Μια Υπόθεση Εργασίας Ταύτισης της Ομηρικής Σχερίας με την Χώρα των Φαιάκων Δρεπάνη του Απολλώνιου Ρόδιου»

Μετά από ευγενική παραχώρηση του κ. Σπύρου Κ. Κατωμέρη επισυνάπτουμε το ψηφιοποιημένο βιβλίο του «Η Χώρα των Φαιάκων. Τόπος Βίος και Έθιμα του Λαού. Μια Υπόθεση Εργασίας Ταύτισης της Ομηρικής Σχερίας με την Χώρα των Φαιάκων Δρεπάνη του Απολλώνιου Ρόδιου»:

http://www.serrelib.gr/pdf/katomeris.pdf

Το e-mail του συγγραφέα Σπυρίδωνα Κ. Κατωμέρη είναι το εξής katomeri@tellas.gr.

Το ζήτημα της Βεσσαραβίας στο πλαίσιο των σχέσεων Ρουμανίας και ΕΣΣΔ στο Μεσοπόλεμο.

Το ζήτημα της Βεσσαραβίας στο πλαίσιο των σχέσεων Ρουμανίας και ΕΣΣΔ στο Μεσοπόλεμο.

Παύλος Βασιλειάδης, Υποψήφιος Διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Α.Π.Θ.

Σημείωση: το παρακάτω κείμενο, με κάποιες τροποποιήσεις χάριν συνοχής, αποτελεί υποκεφάλαιο της μεταπτυχιακής διατριβής: Το ζήτημα της Βεσσαραβίας και η διαδικασία διαμόρφωσης της μολδαβικής ταυτότητας στο πλαίσιο των σοβιετο-ρουμανικών σχέσεων, 1918-1990 (Θεσσαλονίκη, 2010).
Η ένωση της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και η αναγνώρισή της από τις νικήτριες δυνάμεις ήταν ένα από τα πολλά ζητήματα που απασχόλησαν το συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι που άρχισε τις εργασίες του τον Ιανουάριο του 1919. Η Ρουμανία βγήκε ιδιαίτερα ευνοημένη από τις τότε εξελίξεις. Η συνθήκη του Αγίου Γερμανού της έδωσε το σύνολο των εδαφών της Μπουκοβίνας, η συνθήκη του Τριανόν την Τρανσυλβανία και το Βανάτο, ενώ η ειρηνευτική συμφωνία με τη Βουλγαρία επιβεβαίωσε τα σύνορα που είχαν οριστεί με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913. Το ζήτημα της Βεσσαραβίας, εντούτοις, παρέμεινε ανοιχτό. Οι νικήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ) ήλπιζαν ότι ο εμφύλιος πόλεμος που είχε ξεσπάσει στη Ρωσία από το 1918 θα μπορούσε να επαναφέρει τη Ρωσία στο πλευρό της Αντάντ και έτσι ήταν επιφυλακτικές στο να δεχθούν οποιαδήποτε δέσμευση απέναντι στη Ρουμανία . Ο ρωσικός εμφύλιος, ωστόσο, δεν είχε την εξέλιξη που όλοι περίμεναν στο Παρίσι, και το ενδεχόμενο μιας γρήγορης ανατροπής των Μπολσεβίκων από τις αρχές του 1920 φαινόταν μακρινό. Έτσι στις 20 Φεβρουαρίου 1920 συντάχθηκε μια ειδική συνθήκη από Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Ιαπωνία, η οποία αναγνώριζε τα ιστορικά και εθνικά δικαιώματα της Ρουμανίας στη Βεσσαραβία, ενώ παράλληλα δέσμευε τις τέσσερις συμβαλλόμενες δυνάμεις να δώσουν εγγυήσεις για το καθεστώς των ρουμανοσοβιετικών συνόρων κατά μήκος της γραμμής του ποταμού Δνειστέρου .
Βασικό, εντούτοις, μειονέκτημα αυτής της συνθήκης ήταν ότι δεν είχε την αναγνώριση των Σοβιετικών, οι οποίοι αρνούνταν πεισματικά να αποδεχθούν την «αρπαγή», όπως ισχυρίζονταν, ενός τμήματος της επικράτειάς τους από τη Ρουμανία. Η σοβιετική πολιτική πάνω στο θέμα της Βεσσαραβίας όλη την μεσοπολεμική περίοδο ήταν σταθερή ως προς τους στόχους της: μη αναγνώριση της ένωσης της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και αξιοποίηση κάθε δυνατού μέσου για την ανακατάληψη της. Ήδη από το 1918 ο Λένιν είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία και είχε διατάξει να συλλάβουν τον Ρουμάνο πρέσβη στη Μόσχα. Την άνοιξη του 1919 οι Μπολσεβίκοι υποκίνησαν δυο ιδιαίτερα βίαιες εξεγέρσεις κατά μήκος των ρουμανοσοβιετικών συνόρων στηριζόμενοι σε διάφορες οργανώσεις Βεσσαράβων κομμουνιστών, οι οποίοι είχαν καταφύγει στη Ρωσία ύστερα από την προέλαση του ρουμανικού στρατού στη Βεσσαραβία τον Ιανουάριο του 1918.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, τα νέα προβλήματα που ανέκυπταν στο ζήτημα της εδαφικής της ακεραιότητας, η Ρουμανία προσπάθησε τις επόμενες δεκαετίες να υπερασπιστεί πολιτικά και διπλωματικά τα κεκτημένα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Βασική επιδίωξη της ρουμανικής πολιτικής έγινε η προάσπιση της ειρήνης, η διατήρηση του μεταπολεμικού status quo, ο σεβασμός των διεθνών συμφωνιών και η σύναψη όσο το δυνατόν φιλικότερων σχέσεων με όλα τα γειτονικά κράτη. Σε ένα τέτοιο πνεύμα υπογράφηκε το Μάρτιο του 1921 η ρουμανο-πολωνική αμυντική σύμβαση, ενώ ταυτόχρονα η Ρουμανία υπήρξε ιδρυτικό μέλος της πρώτης περιφερειακής συμμαχίας που σχηματίστηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη το 1920-1921 και έμεινε γνωστή ως «Μικρή Αντάντ». Σε αυτήν συμμετείχαν, η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία. Η συμμαχία απολάμβανε, επίσης, την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, κυρίως όμως της Γαλλίας, η οποία μετά τον πόλεμο αναδείχθηκε σε χώρα-ψυχή του διεθνούς συστήματος των Βερσαλλιών. Βασική αιτία για το σχηματισμό της Μικρής Αντάντ ήταν η αναθεωρητική πολιτική της Ουγγαρίας, η οποία είχε εδαφικές διεκδικήσεις σε περιοχές και των τριών συμβαλλομένων κρατών.
Παρά τον αντιβουλγαρικό και αντιουγγρικό χαρακτήρα της Μικρής Αντάντ, η Ρουμανία σύναψε διπλωματικές σχέσεις με την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία αρνιόταν να διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία όσο το βεσσαραβικό ζήτημα έμενε άλυτο. Παρ’ όλα αυτά, το ρουμανικό κράτος αντιλαμβανόταν ότι ποτέ δε θα μπορούσε να νιώσει ασφαλές για τα ανατολικά του σύνορα, όσο οι σχέσεις με την ΕΣΣΔ έμεναν τεταμένες. Γιαυτό, το Βουκουρέστι επιδόθηκε σε μια μεγάλη προσπάθεια για την εξομάλυνσή τους. Η προσπάθεια όμως αυτή σκόνταφτε συνεχώς στην επιμονή της Μόσχας να αποφεύγει να αναγνωρίσει τον Δνείστερο ως κοινό σύνορο μεταξύ των δύο χωρών και να θεωρεί το βεσσαραβικό ζήτημα ανοιχτό. Οι Σοβιετικοί προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν την εντύπωση ότι οι δυο χώρες είχαν να επιλύσουν σοβαρά εδαφικά ζητήματα μεταξύ τους και επιδίωκαν, τουλάχιστον μέχρι το 1924-1925, να δώσουν μια αίσθηση εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δυο πλευρών. Γιαυτό, εξωθούσαν τις όποιες διπλωματικές προσπάθειες συμβιβασμού σε αδιέξοδο, το οποίο κατόπιν χρέωναν στη ρουμανική πλευρά, ενώ, παράλληλα, υποκινούσαν μικρής εμβέλειας εξεγέρσεις κατά μήκος του Δνείστερου με την ελπίδα να μπλέξουν τη Ρουμανία σε μια αντιπαράθεση, η οποία θα την ωθούσε αργά ή γρήγορα στο διπλωματικό ή στρατιωτικό λάθος, το οποίο και θα εκμεταλλεύονταν εκείνοι προς το συμφέρον τους. Αποφασισμένη να μην πέσει στη σοβιετική παγίδα, η Ρουμανία, από την πλευρά της, ξεκαθάριζε πως δεν υπήρχαν εδαφικές διαφορές με την ΕΣΣΔ, θεωρούσε το βεσσαραβικό ζήτημα λήξαν, και το μόνο που ζητούσε από τη σοβιετική πλευρά ήταν να σεβαστεί την απόφαση του Sfatul Țării για ένωση της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και να αποδεχθεί τα κοινά σύνορα στο Δνείστερο. Η απόσταση που χώριζε τα δύο κράτη ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής: αυτό που για τη Ρουμανία δεν ήταν δυνατόν να τεθεί υπό διαπραγμάτευση, αποτελούσε για τους Σοβιετικούς βασική προϋπόθεση για την έναρξη οποιωνδήποτε συζητήσεων.
Αποτέλεσμα ήταν να συντηρείται κλίμα έντονης καχυποψίας, το οποίο ενέτεινε τη σοβιετο-ρουμανική διένεξη και υπονόμευε εξαρχής οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια εξομάλυνσης των πολιτικών, οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών τη δεκαετία του 1920. Το συνέδριο που έγινε το 1921 στη Βαρσοβία (22 Σεπτεμβρίου-25 Οκτωβρίου) με στόχο την εύρεση μιας κοινής βάσης διαπραγμάτευσης μεταξύ Ρουμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, κατέληξε σε αδιέξοδο, λόγω της αγεφύρωτης απόστασης απόψεων που χώριζε τα δύο κράτη . Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε τον Απρίλιο του 1922 στο πλαίσιο της Οικονομικής Συνδιάσκεψης της Γένοβας, όπου ο σοβιετικός επίτροπος εξωτερικών υποθέσεων Gheorghe Chicherin είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί άμεσα με τον ρουμάνο πρωθυπουργό Ion Bratianu, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι οι όροι που έθετε η Ρουμανία να αποκαταστήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με την ΕΣΣΔ δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτοί.
Παρά το γεγονός ότι η αδυναμία προσέγγισης ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής, η Ρουμανία συμφώνησε τελικά στη διεξαγωγή ακόμα ενός συνεδρίου στα τέλη Μαρτίου του 1924 στη Βιέννη. Γρήγορα, όμως, οι όποιες ρουμανικές προσδοκίες υπήρχαν για εξομάλυνση της κατάστασης διαψεύσθηκαν. Οι διαφωνίες ξέσπασαν από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση, όταν ο επικεφαλής της σοβιετικής αποστολής, και ταυτόχρονα πρέσβης της ΕΣΣΔ στο Βερολίνο, Nikolai Krestinsky, τόνισε ότι, παρά την καλή της θέληση, δεν ήταν δυνατόν για την ΕΣΣΔ να «ευλογήσει» την παρουσία του ρουμανικού στρατού κατοχής στη Βεσσαραβία και υποστήριξε πως η μόνη αποδεκτή λύση για τη χώρα του στο συγκεκριμένο πρόβλημα θα ήταν η διεξαγωγή γενικού δημοψηφίσματος στην περιοχή, έτσι ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ελεύθερα και ανεπηρέαστα ο ίδιος ο μολδαβικός λαός για το μέλλον του. Η ιδέα αυτή όμως απορρίφθηκε συλλήβδην από τη ρουμανική πλευρά, καθώς συνεπαγόταν απόσυρση του ρουμανικού στρατού από τη Βεσσαραβία, με αποτέλεσμα αυτή να βρίσκεται εκτεθειμένη στις εκάστοτε ορέξεις του σοβιετικού γείτονα. Ακόμα, όμως, και να μην υπήρχε ο κίνδυνος της σοβιετικής εισβολής, η περιοχή θα κατακλυζόταν από ταραχοποιούς και προπαγανδιστές κάθε είδους, γεγονός που θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στις σχέσεις των εθνοτήτων και θα δημιουργούσε στη χώρα επικίνδυνες αναταράξεις. Με το κλίμα ιδιαίτερα τεταμένο και το βεσσαραβικό ζήτημα άλυτο από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις, οι δυο πλευρές απέτυχαν να βρουν έναν κοινό τόπο συνεννόησης και στα υπόλοιπα θέματα, με αποτέλεσμα το συνέδριο της Βιέννης να κλείσει, άδοξα, τις εργασίες του στις 2 Απριλίου 1924.
Το προδιαγεγραμμένο αδιέξοδο του συνεδρίου επιτάχυνε την επιδείνωση των ήδη τεταμένων σοβιετορουμανικών σχέσεων. Οι δυο χώρες απέφυγαν για όλο το 1924 οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους σε επίπεδο διπλωματίας, όντας πλέον αποφασισμένες να διαχειριστούν το ζήτημα με τον τρόπο που η καθεμιά έκρινε καλύτερο. Η μεν Ρουμανία επιχείρησε να ενδυναμώσει τις σχέσεις της με την Πολωνία και επιδίωξε τα επόμενα χρόνια μια συμμαχία με τη Γαλλία προκειμένου να θωρακιστεί αμυντικά, ενώ, στον αντίποδα, η Σοβιετική Ένωση εγκατέλειψε τη διπλωματική οδό και ήδη από το καλοκαίρι του 1924 κατάστρωνε διάφορα σχέδια για να επέμβει στρατιωτικά στη Βεσσαραβία. Λίγους μήνες αργότερα η Μόσχα έθεσε τα σχέδια αυτά σε εφαρμογή, στέλνοντας μυστικά στη ρουμανική Βεσσαραβία ένοπλα σώματα τα οποία τον Σεπτέμβριο του 1924 κατέλαβαν τη μικρή πόλη Τατάρ Μπουνάρ και συγκάλεσαν δική τους συνέλευση, η οποία ανακήρυξε τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας και ζήτησε την αλληλεγγύη της Μόσχας στον αγώνα του μολδαβικού λαού εναντίον του καθεστώτος των «αστο-τσιφλι- κάδων». Ο ίδιος, ωστόσο, μολδαβικός λαός έμεινε απαθής στα επαναστατικά καλέσματα των ταραξιών με αποτέλεσμα η εξέγερση να περιθωριοποιηθεί γρήγορα. Ο ρουμανικός στρατός, από την πλευρά του, κινητοποιήθηκε άμεσα και, ύστερα από τρεις μέρες αιματηρότατων συμπλοκών, κατάφερε να διαλύσει τις δυνάμεις των εξεγερθέντων. Βλέποντας την άσχημη τροπή των πραγμάτων στο Τατάρ Μπουνάρ, η Μόσχα προτίμησε να μην επέμβει στρατιωτικά. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου τα ρουμανικά στρατεύματα είχαν καθαρίσει την Βεσσαραβία από κάθε κομμουνιστική οργάνωση είτε αυτή είχε ξεσηκωθεί εναντίον της καθεστηκυίας τάξης είτε όχι. Ενδεικτικό για την κυριαρχία του μη ρουμανικού-μολδαβικού στοιχείου στην εξέγερση αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των 489 συλληφθέντων και 85 καταδικασθέντων δεν υπήρχε ούτε ένας ρουμανικής καταγωγής.
Από το 1925 και μέχρι το 1928 οι σχέσεις της Ρουμανίας με την ΕΣΣΔ χαρακτηρίζονται από έντονη στασιμότητα, καθώς για τρία περίπου έτη δεν υπήρξαν ούτε συνέδρια ούτε επίσημες ή ανεπίσημες διπλωματικές συναντήσεις και, γενικότερα, απουσίαζε η θέληση για μια αμοιβαία προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων και ανάπτυξης της διμερούς συνεργασίας. Σίγουρα, η αντιπαράθεση Trotsky-Stalin, η οποία επιδείνωσε τη διεθνή θέση της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι το 1927-1928, έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη, καθοριστικότατος, ωστόσο, παράγοντας για το «πάγωμα» των σχέσεων αποδείχθηκε η υπογραφή της γαλλο- ρουμανικής συμμαχίας στις 10 Ιουνίου 1926. Στην Ρουμανία, ειδικότερα, το γαλλικό κράτος δε δίστασε να υποσχεθεί ένοπλη υποστήριξη σε περίπτωση που με αφορμή το βεσσαραβικό ζήτημα ξεσπούσε σοβιετορουμανικός πόλεμος . Κατόπιν των εξελίξεων αυτών το ρουμανικό κράτος, νιώθοντας περισσότερο ασφαλές και ενισχυμένο, δεν φαινόταν διατεθειμένο να κάνει εκείνο την πρώτη κίνηση για την επανεκκίνηση των συνομιλιών με την Σοβιετική Ένωση, συνομιλίες που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ρουμάνων πολιτικών, επρόκειτο να προσκρούσουν στη γνωστή σοβιετική αδιαλλαξία .
Το σταδιακό ξεπέρασμα της εσωτερικής κρίσης στην ΕΣΣΔ, η άνοδος του Stalin στην εξουσία, η έναρξη του πρώτου πενταετούς προγράμματος το 1928, η αποστασιοποίηση της Κομιντέρν από το δόγμα της παγκόσμιας επανάστασης και η προσπάθεια «οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα» αποτέλεσαν εκείνες τις εξελίξεις που στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έδειξαν να βγάζουν την Μόσχα από την απομόνωση και να την βάζουν πάλι δυναμικά στη διεθνή αρένα. Στο πνεύμα της υπογραφής του συμφώνου Briand-Kellogg τον Αύγουστο του 1928, η ΕΣΣΔ υπέγραψε τον επόμενο χρόνο με την Λετονία, την Πολωνία και την Ρουμανία το γνωστό «Πρωτόκολλο της Μόσχας» (ή αλλιώς «Σύμφωνο Litvinov»), το οποίο αποδεχόταν τις διακηρύξεις του συμφώνου Briand-Kellogg, καταδικάζοντας απερίφραστα τον πόλεμο ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής στις σχέσεις των συμβαλλόμενων κρατών.
Στη Ρουμανία η υπογραφή του πρωτοκόλλου της Μόσχας δημιούργησε ελπίδες στην κοινή γνώμη για σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων της χώρας με την Σοβιετική Ένωση. Παρά την κατάρρευση των συνομιλιών που διεξήγαγαν 1931 και 1932 διπλωματικοί αντιπρόσωποι των δύο χωρών στη Ρίγα της Λετονίας με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τη σύνταξη ενός συμφώνου μη επίθεσης, η εύρεση ενός modus vivendi με τη Ρωσία απασχολούσε σοβαρά τις ρουμανικές κυβερνήσεις και είχε αρχίσει να γίνεται πλέον κοινός τόπος στους πολιτικούς κύκλους ότι μια προσέγγιση στο πνεύμα του συμφώνου Briand-Kellogg με τους Σοβιετικούς δε μπορούσε να αποκλειστεί . Το έργο αυτό ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο έμπειρος διπλωμάτης και πρώην πρόεδρος της ΚτΕ Nicolae Titulescu, στον οποίο τον Οκτώβριο του 1932 ανατέθηκαν οι εξωτερικές υποθέσεις του ρουμανικού κράτους και επρόκειτο να παραμείνουν στη δικαιοδοσία του για την επόμενη περίπου τετραετία.
Ο Titulescu υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του συστήματος των Βερσαλλιών και σε όλη τη διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να προωθήσει τις καλές σχέσεις μεταξύ των εθνών. Η πολιτική αυτή του Titulescu φαινόταν να ευνοείται και από το διεθνές σκηνικό. Μετά το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης (1929) και την άνοδο του Adolf Hitler στα πολιτικά πράγματα της Γερμανίας, η Γαλλία προωθούσε την ιδέα ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια ευνοώντας την υπογραφή συμφωνιών που θα διασφάλιζαν το status quo από εξωτερική επιβουλή. Κύριος εκφραστής των γαλλικών πρωτοβουλιών στις επίμαχες αυτές περιοχές υπήρξε ο ρουμάνος πολιτικός. Η ανανέωση του συμφώνου της Μικρής Αντάντ τον Φεβρουάριο του 1933 και η σύναψη του Βαλκανικού Συμφώνου με την Ελλάδα, την Τουρκία και την Γιουγκοσλαβία στις αρχές του 1934, θεωρήθηκαν, πέρα από σημαντικό επίτευγμα της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, προσωπικός θρίαμβος του Titulescu, χάρη στον οποίο η Ρουμανία είχε σοβαρούς πλέον λόγους να αισθάνεται ασφαλής απέναντι στον ουγγρικό και σοβιετικό αναθεωρητισμό.
Η άνοδος του Adolf Hitler στην εξουσία ώθησε, επίσης, τη Γαλλία να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός κοινού αντιγερμανικού μετώπου. Η σταδιακή βελτίωση του κλίματος στις σχέσεις Γαλλίας και ΕΣΣΔ δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια σοβιετορουμανική προσέγγιση. O Titulescu πίστευε ότι ήταν απαραίτητο για τη χώρα του να υποστηρίξει τη γαλλική προσπάθεια εναντίον του φασισμού και να προωθήσει την ιδέα μιας συμφωνίας με τους Σοβιετικούς . Ο Stalin, από την πλευρά του, δεν έκρυβε την έντονη δυσφορία του για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία και φαινόταν τότε περισσότερο ανοικτός σε μια ενδεχόμενη συνεργασία, έστω και εφήμερου χαρακτήρα, με τα καπιταλιστικά κράτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες Ρουμανία και Σοβιετική Ένωση κλήθηκαν να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να εξομαλύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Καθώς όμως το βεσσαραβικό ζήτημα επρόκειτο να αποτελέσει για άλλη μια φορά το μεγάλο εμπόδιο προς αυτήν την κατεύθυνση, αμφότερες πλευρές επιχείρησαν να το παρακάμψουν. Η Ρουμανία θα μπορούσε να δεχτεί μια αναγνώριση των ανατολικών της συνόρων από τους Σοβιετικούς, έστω και αν οι τελευταίοι δεν έκαναν ρητά αποδεκτή την ένωση του 1918, ενώ η Μόσχα, από την πλευρά της, ήταν διατεθειμένη να κάνει κάποιες παραχωρήσεις στο θέμα των ρουμανικών συνόρων και του θησαυρού, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζει υποχρεωτικά τα ζητήματα αυτά με εκείνο της νομιμότητας της ρουμανικής κυριαρχίας στη Βεσσαραβία.
Η Συνδιάσκεψη για τον Αφοπλισμό που έγινε το 1933 στην Γενεύη έδειξε καθαρά τις σοβιετικές και ρουμανικές προθέσεις. Ο διάδοχος του Chicherin στη θέση του επιτρόπου εξωτερικών υποθέσεων της ΕΣΣΔ, Maxim Litvinov, πρότεινε στη διάρκεια του συνεδρίου να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με σκοπό την υπογραφή μιας συμφωνίας, στην οποία θα καθορίζονταν επακριβώς τα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να διατυπωθεί ένας σαφής ορισμός του επιτιθέμενου κράτους. Νιώθοντας άμεσα ενδιαφερόμενος, ο Titulescu υπήρξε από τους πρώτους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών κρατών που χαιρέτισαν με θέρμη τη πρόταση του σοβιετικού διπλωμάτη. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συναίνεσης ήταν η επίσημη συμφωνία του Λονδίνου μεταξύ ΕΣΣΔ, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας τον Ιούλιο του 1933 για τον ορισμό του επιτιθέμενου κράτους. Παράλληλα με τα άρθρα που στοιχειοθετούσαν τον ενλόγω ορισμό, η Ρουμανία απαίτησε και πέτυχε να δοθεί και ένας ορισμός για το έδαφος, το οποίο πλέον ορίζονταν ως εκείνος ο χώρος στα όρια του οποίου το εκάστοτε κράτος ασκούσε αυτοδύναμη εξουσία. Η υπογραφή των κειμένων αυτών ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη Ρουμανία, επειδή με αυτόν τον τρόπο η Σοβιετική Ένωση όχι μόνο καταδίκαζε τη χρήση βίας ως μέσο άσκησης διεθνούς πολιτικής, αλλά σεβόταν, έστω και έμμεσα, τη ρουμανική κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα.
Από εκεί και πέρα ο δρόμος για μια σοβιετορουμανική προσέγγιση ήταν ανοικτός. Το 1934 Titulescu και Litvinov αντάλλαξαν επιστολές μεταξύ τους, στις οποίες αποκαθιστούσαν και επίσημα τις διπλωματικές σχέσεις των χωρών τους. Το γεγονός σκόρπισε χαμόγελα στη Ρουμανία, καθώς η ΕΣΣΔ αναγνώριζε έτσι και επίσημα το ρουμανικό κράτος και σεβόταν τα κοινά τους σύνορα. Το κλίμα, ωστόσο, ευφορίας που δημιουργήθηκε στην χώρα επισκίασε το γεγονός ότι στις συμφωνίες Titulescu-Litvinov η σοβιετική κυβέρνηση δεν είχε προβεί σε ρητή και κατηγορηματική αναγνώριση του ρουμανικού καθεστώτος στη Βεσσαραβία. Αντίθετα, η ΕΣΣΔ αποδεχόταν μόνο de facto (και όχι de jure) το καθεστώς της Βεσσαραβίας, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το Βουκουρέστι επρόκειτο να ακολουθήσει πολιτική αποστάσεων από την χιτλερική Γερμανία. Με άλλα λόγια, η Ρουμανία εξασφάλιζε απλά τη σιωπή της ΕΣΣΔ, αναλαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το πολιτικό και οικονομικό ρίσκο μιας αντιγερμανικής πολιτικής. Έτσι, οι Σοβιετικοί μπορεί να απείχαν από κάθε δήλωση σχετικά με το βεσσαραβικό ζήτημα, στην πράξη όμως χωρίς δεν είχαν παραιτηθεί απ’ αυτό. Το καλό κλίμα, βέβαια, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στις σχέσεις της Μόσχας με τους Δυτικούς και τους συμμάχους τους στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, λόγω γερμανοφοβίας, έστρεψε την προσοχή της κοινής γνώμης μακριά από το σκοτεινό αυτό σημείο των συζητήσεων. Εξάλλου, είχε αρχίσει να εδραιώνεται και στην ίδια τη ρουμανική κοινωνία η άποψη ότι, από τη στιγμή που η ΕΣΣΔ εντασσόταν στο διεθνές σύστημα των Βερσαλλιών, το βεσσαραβικό ζήτημα κάποια στιγμή θα διευθετούνταν τρόπον τινά.
Η εξομάλυνση των σοβιετο-ρουμανικών σχέσεων το 1934 αποτέλεσε το διαβατήριο της ΕΣΣΔ για την Κοινωνία των Εθνών. Την εποχή που η Γερμανία του Hitler εγκατέλειπε τις συμφωνίες του Λοκάρνο και αποχωρούσε τόσο από τη Συνδιάσκεψη για τον Αφοπλισμό (1933) όσο και από την ΚτΕ (1934), η Ρωσία του Stalin επέστρεφε δυναμικά στη διεθνή σκηνή αυτήν τη φορά ως νέος σύμμαχος και υποστηρικτής του συστήματος των Βερσαλλιών. Το Μάιο του 1935 οι Σοβιετικοί υπέγραψαν συμφωνίες αμοιβαίας βοήθειας με τη Γαλλία, ενώ το ίδιο έκαναν και με την Τσεχοσλοβακία το 1936. Ταυτόχρονα στο Έβδομο Συνέδριό της το 1934, η Κομιντέρν προέτρεψε τις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων να προσεγγίσουν τις καπιταλιστικές δυνάμεις, δημιουργώντας λαϊκά μέτωπα εναντίον του φασισμού. Αυτές οι εξελίξεις φαίνονταν να ευνοούν τα σχέδια του Titulescu, ο οποίος επιδίωκε να δεσμεύσει τη ΕΣΣΔ σε μια συνθήκη αμοιβαίας βοήθειας με τη Γαλλία αφενός και αφετέρου να επεκτείνει το σύστημα αυτό σε όλα τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη που απειλούνταν από τον χιτλερικό επεκτατισμό.
Οι εξελίξεις, ωστόσο, δεν ακολούθησαν την πορεία που ανέμενε ο ρουμάνος πολιτικός. Η δολοφονία του σέρβου βασιλιά Αλέξανδρου Καραγεώργη μαζί με τον γάλλο υπουργό Εξωτερικών Barthou, υποστηρικτή του Titulescu, τον Οκτώβρη του 1934, το φιάσκο των ποινών που επέβαλλε η ΚΤΕ στον Μουσολίνι λόγω της εισβολής του στην Αιθιοπία το 1935, όπως και η μονομερής άρση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος της Ρηνανίας το 1936 από το Βερολίνο χωρίς γαλλική αντίδραση, σήμαναν την αρχή του τέλους στην ελκυστικότητα της γαλλικής πολιτικής. Γρήγορα ο Titulescu έπεσε σε δυσμένεια, λόγω του φθόνου των πολιτικών του αντιπάλων και της ολοένα αυξανόμενης τάσης του ρουμάνου βασιλιά για ολοκληρωτικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής καθώς και λόγω της δημοτικότητας της φασιστικής οργάνωσης «Σιδηρά Φρουρά» που εκμεταλλευόμενη τα παραδοσιακά αντιρωσικά αισθήματα του λαού κατηγορούσε το ρουμάνο πολιτικό για παράδοση της χώρας στον εβραιομπολσεβικισμό. Ο νέος κύκλος συζητήσεων που άνοιξε στα τέλη του 1935 για το ενδεχόμενο υπογραφής μιας συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ ΕΣΣΔ και Ρουμανίας, ξεσήκωσε αντιδράσεις στο πολιτικό κατεστημένο του Βουκουρεστίου, το οποίο φοβόταν στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στα ρουμανικά εδάφη (και κυρίως σε αυτά της Βεσσαραβίας) με ασήμαντη αφορμή, και επιβάρυνε το κλίμα εναντίον του Titulescu . Τότε, ο ρουμάνος βασιλιάς Κάρολος Β΄, θέλοντας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα εντός και εκτός της χώρας, απέπεμψε τον Titulescu τον Σεπτέμβριο του 1936, την ώρα που ο τελευταίος είχε πετύχει την σύνταξη μιας αποδεκτής για τα ρουμανικά συμφέροντα συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας και ήταν ένα βήμα μακριά από το να την υπογράψει.
Η αποπομπή του Titulescu από το θώκο του ρουμανικού υπουργείου εξωτερικών αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία φοβόταν τη σταδιακή είσοδο του ρουμάνου γείτονα της στη σφαίρα της οικονομικής επιρροής του Τρίτου Ράιχ . Επίσης, η φανερή απροθυμία των Δυτικών να στηρίξουν έμπρακτα τις συμφωνίες με την ΕΣΣΔ, αναλαμβάνοντας κοινή δράση σε περίπτωση νέων προκλήσεων, ενίσχυσε το σοβιετικό σκεπτικισμό. Ήδη από το 1937-1938 ο Στάλιν είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη Γαλλία και την Αγγλία, καθώς διαισθανόταν ότι η πολιτική κατευνασμού που εφάρμοζαν ενίσχυε το γερμανικό αναθεωρητισμό και οδηγούσε στην απομόνωση της ΕΣΣΔ από τις μεγάλες εξελίξεις που συνέβαιναν στην Ευρώπη .
Καθώς το σύστημα των Βερσαλλιών αποδυναμωνόταν συνεχώς, η διεθνής θέση της Ρουμανίας γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Παρά την κίνηση του βασιλιά Καρόλου Β΄ να ανακηρύξει καθεστώς προσωπικής δικτατορίας τον Φεβρουάριο του 1938 με στόχο την ομαλοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού βίου, τα προβλήματα για το ρουμανικό κράτος δεν σταματούσαν. Η κρίση, ο διαμελισμός και η τελική εξαφάνιση της Τσεχοσλοβακίας την περίοδο 1938-1939 στέρησε τη χώρα από την πολύτιμη προστασία της Μικρής Αντάντ και την εξέθεσε άλλη μια φορά στις αναθεωρητικές βλέψεις της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Οι ήδη λιμνάζουσες σχέσεις με τη Μόσχα χειροτέρευαν, ενώ την ίδια στιγμή η κατευναστική πολιτική των Δυτικών ενίσχυε τα αισθήματα αβεβαιότητας των Ρουμάνων, οι οποίοι διατύπωναν εναγωνίως το ερώτημα, πού θα στηριζόταν πλέον η ασφάλεια της χώρας τους. Ο Κάρολος Β΄, προσπάθησε να κρατήσει τη χώρα του ουδέτερη ακολουθώντας μια πολιτική ευαίσθητων ελιγμών. Καταρχήν, αναγκάστηκε να προσεταιριστεί ακόμα περισσότερο τη Γερμανία. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1938 Γερμανία και Ρουμανία είχαν συμφωνήσει στο να αυξηθούν οι εξαγωγές πετρελαϊκών και αγροτικών προϊόντων από τη Ρουμανία στο Ράιχ, με αντάλλαγμα βασικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ στις 23 Μαρτίου 1939 οι δύο χώρες αποφάσισαν από κοινού ένα δεκαετές σχέδιο οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης, το οποίο έδινε το δικαίωμα στη Γερμανία να εκμεταλλεύεται σχεδόν απρόσκοπτα τους ρουμανικούς φυσικούς πόρους.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η Ρουμανία δεν έπαυε να αναζητά πιθανούς συμμάχους στη Δύση προκειμένου να μην μεταβληθεί ολοκληρωτικά σε γερμανικό δορυφόρο και παρασυρθεί στα πολεμικά σχέδια του Ράιχ. Στα τέλη Μαρτίου του 1939 και με την διεθνή κοινή γνώμη να μην έχει ακόμη συνέλθει από την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από το γερμανικό στρατό, ξέσπασαν φήμες στη Βρετανία για επικείμενη εισβολή του γερμανικού στρατού στα ρουμανικά εδάφη, και έγιναν εκκλήσεις για υποστήριξη. Η Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, αποφασισμένες πλέον να μην ανεχθούν περισσότερο το γερμανικό επεκτατισμό, προχώρησαν στις 13 Απριλίου σε δηλώσεις βάσει των οποίων επέκτειναν τις εγγυήσεις τους, πέρα από την άμεσα απειλούμενη Πολωνία, στην Ρουμανία και την Ελλάδα. Ύστερα από αυτό, ο τότε ρουμάνος υπουργός Εξωτερικών, Grigore Gafencu, πραγματοποίησε διερευνητικές επισκέψεις σε Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο, θέλοντας να διαπιστώσει εκ μέρους της κυβέρνησής του σε ποιο βαθμό μπορούσαν οι Δυτικοί να υποστηρίξουν πρακτικά τις υποσχέσεις τους και να υπερασπιστούν τη Ρουμανία σε περίπτωση επίθεσης. Άγγλοι και Γάλλοι εγγυήθηκαν για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία της Ρουμανίας, δεν έκαναν, όμως, το ίδιο και για την εδαφική της ακεραιότητα, γεγονός που απογοήτευσε ενμέρει τον Gafencu. Στη συνάντηση που είχε με τον γερμανό καγκελάριο, ο ρουμάνος πολιτικός βρέθηκε αντιμέτωπος με την έντονη δυσφορία του γερμανικού πολιτικού επιτελείου σχετικά με τις κινήσεις των Βρετανών και των Γάλλων· ο Gafencu, ωστόσο, τον διαβεβαίωσε ότι η εγγυήσεις αυτές ήταν ειρηνικές και δεν συνεπάγονταν αμοιβαιότητα.
Αυτό, βέβαια, που τόσο ο Gafencu όσο και η Δύση δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν σωστά ήταν οι προθέσεις του Stalin. Ο σοβιετικός ηγέτης, όπως τονίστηκε παραπάνω, είχε ήδη αρχίσει να δυσανασχετεί με την απαθή στάση των Δυτικών απέναντι στο σύστημα της συλλογικής ασφάλειας, όταν το 1938 η χώρα του δήλωσε πρόθυμη να ενεργοποιήσει το σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας του 1936 και να υπερασπίσει την Τσεχοσλοβακία σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Γερμανία, δεν της επιτράπηκε όμως λόγω των έντονων ενδοιασμών της Γαλλίας αλλά και της ρητής άρνησης των δύο ομόρων στην Τσεχοσλοβακία κρατών, δηλ. της Πολωνίας και της Ρουμανίας, να επιτρέψουν το πέρασμα σοβιετικών στρατευμάτων από τα εδάφη τους. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν παρούσα στις συνομιλίες που έκριναν το μέλλον όχι μόνο της Τσεχοσλοβακίας αλλά και του διεθνούς κρατικού συστήματος γενικότερα, έπεισαν τη Μόσχα ότι οι δυτικές δυνάμεις επέμεναν περισσότερο στη θεωρία της συλλογικής ασφάλειας και δεν ασχολούνταν με την πρακτική της διάσταση. Για το λόγο αυτό, η ΕΣΣΔ έκρινε τελείως άσκοπο να θυσιάσει φυσικούς πόρους και πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό για να υπερασπίσει ένα σύστημα, στα πλαίσια του οποίου ασφυκτιούσε. Κρίνοντάς το πλέον ανεπαρκές για την ασφάλειά τους, οι Σοβιετικοί άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από το σύστημα της συλλογικής ασφάλειας και να προσανατολίζονται σε μια συμφωνία που από τη μια θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την ειρήνη, και από την άλλη θα ικανοποιούσε τις επιδιώξεις τους στην ανατολική Ευρώπη. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ο Stalin δεν είχε κανένα ενδοιασμό να έλθει σε κάποιου είδους συνεννόηση με τη ναζιστική Γερμανία, εφόσον βέβαια η τελευταία μπορούσε να κάνει την υπέρβαση που αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν η Βρετανία και η Γαλλία. Την ίδια στάση, βέβαια, φαινόταν να παίρνουν και οι Γερμανοί εκείνη την περίοδο. Παρά το αβυσσαλέο ιδεολογικό χάσμα που τους χώριζε, Γερμανοί και Σοβιετικοί διείδαν γρήγορα τα οφέλη που θα μπορούσαν να αποκομίσουν προσωρινά από μια μεταξύ τους συμφωνία. Για τον Hitler μια ειρήνη, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά μεγάλης σημασίας καθώς μόνο έτσι αποτρέπονταν οριστικά το ενδεχόμενο διεξαγωγής πολέμου για τη Wehrmacht σε δύο μέτωπα. O Stalin, από την πλευρά του, κέρδιζε πολύτιμο χρόνο, τον οποίο σκόπευε να αξιοποιήσει προς το συμφέρον του όσο τα καπιταλιστικά κράτη θα αλληλοεξοντώνονταν οικονομικά και στρατιωτικά. Ταυτόχρονα η ΕΣΣΔ είχε την ευκαιρία να επεκτείνει τα όρια της στην ανατολική Ευρώπη και να ανακτήσει περιοχές οι οποίες, πέρα από την αντίληψη ότι αποτελούσαν ιστορικά κομμάτια του ρωσικού κράτους, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άνετα ως ζώνες ανάσχεσης σε περίπτωση μιας σοβιετο-γερμανικής σύγκρουσης.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι βολιδοσκοπήσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν ήδη αρχίσει από τον Απρίλιο του 1939 με αφορμή μερικές οικονομικής φύσης συζητήσεις . Τελικά ορίστηκε η 23η Αυγούστου 1939 ως ημέρα επίσκεψης στη Μόσχα του υπουργού Εξωτερικών του Γ΄ Ράιχ Von Ribbentrop. Την ίδια νύχτα υπογράφηκε η περίφημη συμφωνία Molotov-Ribbentrop, στην οποία τα δύο κράτη δεσμεύονταν να μην εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους και να αναπτύξουν παράλληλα τις εμπορικές τους σχέσεις. Στην υπάρχουσα συμφωνία, ωστόσο, προσετέθη και ένα μυστικό πρωτόκολλο, στο οποίο ΕΣΣΔ και Γερμανία όριζαν σφαίρες επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη ανάλογα με τα συμφέροντα τους. Στην ΕΣΣΔ θα επιδικαζόταν η Φιλανδία, η Εσθονία, η Λετονία και η Ανατολική Πολωνία, ενώ οι Γερμανοί αναγνώριζαν τις διεκδικήσεις της στη Βεσσαραβία.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 άρχισε η γερμανική επίθεση εναντίον της Πολωνίας. Στις 17 Σεπτεμβρίου τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην ανατολική Πολωνία, και άλλα προωθήθηκαν στη Βαλτική και τη Φιλανδία. Η κάμψη της πολωνικής αντίστασης στα τέλη του Σεπτέμβρη και η εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης της γερμανικής πολεμικής μηχανής στο πεδίο της μάχης στην Σκανδιναβία την άνοιξη του 1940 έπεισαν τον Κάρολο Β΄ της Ρουμανίας ότι η Γαλλία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη χώρα του σε περίπτωση πολέμου με τις δυνάμεις της καθηλωμένες στη γραμμή Μαζινό, και ότι μόνον μέσω μιας γερμανόφιλης πολιτικής θα μπορούσε η Ρουμανία να διατηρήσει την εδαφική της ακεραιότητα. Η προσπάθεια, εξάλλου, του Gafencu να προωθήσει ήδη από το φθινόπωρο του 1939 την ιδέα ενός συνασπισμού ουδέτερων κρατών με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας και τις εγγυήσεις της Ιταλίας είχε πέσει στο κενό και η Ρουμανία ένιωθε όσο ποτέ άλλοτε εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο να παρασυρθεί σε έναν ανεπιθύμητο πόλεμο. Στις 29 Μαΐου 1940 υπογράφηκε μια νέα γερμανο-ρουμανική εμπορική συνθήκη σύμφωνα με την οποία το Γ΄ Ράιχ θα μπορούσε να προμηθεύεται φθηνό πετρέλαιο, τρόφιμα και άλλα αγροτικά προϊόντα προσφέροντας για αντάλλαγμα στο ρουμανικό κράτος οπλισμό. Δυο μέρες αργότερα ο Gafencu αντικαταστάθηκε στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών από τον γερμανόφιλο και οπαδό του εθνικοσοσιαλισμού Ion Gigurtu.
Η Ρουμανία, ωστόσο, βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ήδη η υπογραφή της συμφωνίας Molotov-Ribbentrop το περασμένο καλοκαίρι είχε διαλύσει το σύστημα συμμαχιών στο οποίο βασιζόταν μέχρι τότε το Βουκουρέστι, είχε αποξενώσει τη Ρουμανία από την παραδοσιακή της σύμμαχο, τη Γαλλία, είχε στενέψει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και είχε αφήσει τη χώρα απροστάτευτη απέναντι στις εδαφικές διεκδικήσεις της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Επίσης, η αναγνώριση των σοβιετικών διεκδικήσεων στη Βεσσαραβία από πλευράς Γερμανίας, σήμαινε ότι σε περίπτωση σύνταξής του με τον Άξονα, το Βουκουρέστι ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε, δυσάρεστες για εκείνο, παραχωρήσεις απέναντι στη Μόσχα. Ήδη οι Γερμανοί ασκούσαν πιέσεις από την αρχή του 1940 για να κινηθεί το Βουκουρέστι προς μια τέτοια κατεύθυνση και επιδίωκαν να λάβουν μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα «αν και κατά πόσο θα μπορούσε η Ρουμανία να λάβει σοβαρά υπόψη τα αιτήματα των γειτόνων της για επαναχάραξη των συνόρων στην περιοχή, όπως για παράδειγμα αυτά που αφορούσαν το βεσσαραβικό ζήτημα» .
Με την κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατό στις 14 Ιουνίου και την τυπική παράδοση της Γαλλίας στις 25 Ιουνίου του 1940, η Ρουμανία έχασε και την τελευταία δύναμη, η οποία θα μπορούσε να υπερασπίσει την εδαφική της ακεραιότητα. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός, οι Σοβιετικοί απηύθυναν στις 26 Ιούνιου 1940 στο Βουκουρέστι τελεσίγραφο, στο οποίο έδιναν είκοσι τέσσερις ώρες διορία στις ρουμανικές αρχές να εκκενώσουν τη Βεσσαραβία και τη βόρεια Μπουκοβίνα. Στο σχετικό κείμενο η ΕΣΣΔ ισχυριζόταν ότι η Βεσσαραβία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του ρωσικού κράτους και ότι τόσο η Βεσσαραβία όσο και η βόρεια Μπουκοβίνα κατοικούνταν κατά κύριο λόγο από Ουκρανούς, και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να επιστρέψουν στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας . Παρά το γεγονός ότι η βόρεια Μπουκοβίνα δεν ανήκε στις περιοχές που είχαν επιδικαστεί στην ΕΣΣΔ βάσει του μυστικού πρωτοκόλλου το 1939, η Γερμανία, που χρειαζόταν μια σταθερή Ρουμανία για να μην διαταραχτεί η πρόσβασή στους απαραίτητους για τον γερμανικό στρατό πλουτοπαραγωγικούς της πόρους, πίεσε τον Κάρολο να δεχτεί τους σοβιετικούς όρους . Έτσι, αντίθετα από τη κοινό αίσθημα, η Ρουμανία ενέδωσε στις γερμανικές και σοβιετικές πιέσεις, και στις 28 Ιουνίου 1940 ο Κόκκινος Στρατός εισήλθε στη Βεσσαραβία και τη βόρεια Μπουκοβίνα, ενώ οι ρουμανικές αρχές και οι απλοί πολίτες εγκατέλειπαν τις περιοχές σε κατάσταση πανικού.
Στις 2 Αυγούστου 1940 η ΕΣΣΔ διαμέλισε τη Βεσσαραβία αποδίδοντας το νότιο τμήμα της (το παλιό οθωμανικό Μπουτζάκ) και τη βόρεια περιοχή του Χότιν στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας, ενώ το κεντρικό κομμάτι ενώθηκε με τη λωρίδα γης ανατολικά του Δνείστερου (τη γνωστή Υπερδνειστερία) σε μια ενιαία Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας. Τα υπόλοιπα εδάφη της ΑΣΣΔΜ ενσωματώθηκαν, μαζί με τη βόρεια Μπουκοβίνα, στην Ουκρανία. Αμέσως μετά την κατάληψη των νέων εδαφών ξεκίνησε η κολεκτιβοποίηση, η διάλυση της μεγάλης ιδιοκτησίας και η προσαρμογή της περιοχής στα νέα σοβιετικά οικονομικά δεδομένα.
Η αρπαγή και κομμουνιστικοποίηση της Βεσσαραβίας αποδείχτηκε πως ήταν μόνο η αρχή των εδαφικών ανακατατάξεων για το Βουκουρέστι. Τον Ιούλιο του 1940 η ουγγρική κυβέρνηση του Pal Teleki εκμεταλλεύτηκε τη σοβιετική προέλαση στη Βεσσαραβία και την οριστική ρήξη των σχέσεων της Ρουμανίας με τους δυτικούς της συμμάχους, για να εγείρει και επίσημα αξιώσεις στην Τρανσυλβανία . Καθώς, όμως, προκλήθηκε ιδιαίτερη ένταση μεταξύ Βουκουρεστίου και Βουδαπέστης με τον κίνδυνο να είναι ορατός ένας τοπικός πόλεμος, Γερμανοί και Ιταλοί κάλεσαν τις δύο πλευρές σε συνάντηση στη Βιέννη, όπου και επέβαλαν το δικό τους πολιτικό σχέδιο . Σύμφωνα με αυτό, η βόρεια Τρανσυλβανία μαζί με την πόλη του Κλουζ θα παραχωρούνταν στην Ουγγαρία, ενώ το υπόλοιπο νότιο τμήμα της περιοχής καθώς και το Βανάτο θα παρέμεναν κάτω από ρουμανική κυριαρχία. Μην έχοντας περιθώρια ελιγμών ο Κάρολος Β΄ της Ρουμανίας δέχτηκε τη γερμανική «διαιτησία της Βιέννης» στις 30 Αυγούστου 1940, ο ίδιος όμως απομονώθηκε πολιτικά και, ύστερα από την επιστροφή και της νότιας Δοβρουτσάς στη Βουλγαρία το Σεπτέμβριο του 1940, παραιτήθηκε από το θρόνο υπέρ του υιού του Μιχαήλ, η εξουσία του οποίου όμως ήταν καθαρά συμβολική. Τις πολιτικές τύχες της Ρουμανίας στο εξής ανέλαβε ο γερμανόφιλος στρατηγός Ion Antonescu, ο οποίος στηρίχθηκε αρχικά στα φασιστικά στοιχεία της Σιδηράς Φρουράς και τον Νοέμβριο του 1940 υπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο εντάσσοντας τη Ρουμανία στο στρατόπεδο του Άξονα.
Στις 22 Ιουνίου 1941 ο Hitler παραβίασε τη συμφωνία της 23ης Αυγούστου 1939 και επιτέθηκε με όλες του τις δυνάμεις στην ΕΣΣΔ. Στις πολεμικές επιχειρήσεις της Γερμανίας εναντίον των Σοβιετικών συμμετείχαν περίπου ένα εκατομμύριο Ρουμάνοι στρατιώτες που ετοίμαζαν από τον προηγούμενο χρόνο την εκδίκηση τους. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου 1941 ολόκληρη η Βεσσαραβία βρίσκονταν και πάλι υπό ρουμανικό έλεγχο. Οι ρουμανικές δυνάμεις συνέχισαν με επιτυχία την προέλασή τους και κατάφεραν να προωθηθούν έως την Υπερδνειστερία και την περιοχή της Οδησσού, όπου, κατόπιν και γερμανικών παραινέσεων, επιδόθηκαν σε διωγμούς εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού . Παράλληλα το καθεστώς του Antonescu θέλησε να επανεντάξει τη Βεσσαραβία στον ρουμανικό εθνικό κορμό, προσπαθώντας να ελέγξει την παραγωγή και να βάλει τάξη στο οικονομικό και κοινωνικό χάος, να επισκευάσει το οδικό δίκτυο και να ανοίξει και πάλι τα ρουμανικά σχολεία που είχαν κλείσει οι Σοβιετικοί το 1940 .
Μετά τη νίκη, ωστόσο, των Σοβιετικών στο Στάλινγκραντ το 1943 και την υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την Ανατολική Ευρώπη, η αναταραχή επανήλθε στην περιοχή. Τον Απρίλιο του 1944 σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την Υπερδνειστερία από την Ρουμανία και μέσα στους επόμενους μήνες άρχισαν να εισέρχονται και στη Βεσσαραβία. Με τον Κόκκινο Στρατό προ των πυλών, ο βασιλιάς Μιχαήλ οργάνωσε στις 23 Αυγούστου 1944 στρατιωτικό πραξικόπημα σε συνεργασία με αντιφασιστικές δυνάμεις και ανέτρεψε τον Antonescu, τάσσοντας τη χώρα του στο πλευρό των Συμμάχων. Ήταν όμως αργά για να αλλάξει η τύχη τόσο της Ρουμανίας όσο και της Βεσσαραβίας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισήλθε στο Βουκουρέστι φέρνοντας μαζί του και μια νέα πραγματικότητα στην έως τότε πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 υπογράφηκε ανακωχή, βάσει της οποίας η ΕΣΣΔ υποσχόταν στη Ρουμανία την επιστροφή της βόρειας Τρανσυλβανίας, εφόσον αυτή, βέβαια, αποφάσιζε να συνδράμει στρατιωτικά στην ήττα του φασισμού και να μη θέσει μεταπολεμικά θέμα Βεσσαραβίας . Οι επιδιώξεις του σοβιετικού παράγοντα έγιναν τελικά πραγματικότητα και το συνέδριο της ειρήνης στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1947 σταθεροποίησε τα ρουμανο-σοβιετικά σύνορα στον ποταμό Προύθο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anghel, Florin, «Relațiile româno-sovietice la Conferința de la Varșovia (1921)», Studii și materiale de istorie contemporană, 2 (2003)

American Society of International Law, «Treaty between the Principal Allied Powers and Roumania Respecting Bessarabia», The American Journal of International Law, 1 (1923)

Bacon, Walter, Behind Closed Doors. Secret Papers on the Failure of Romanian-Soviet Negotiations 1931-1932, Stanford: California, Hoover Institution Press, 1979

Bacon, Walter, Nicolae Titulescu and Romanian Foreign Policy, 1933-1934, Stanford: California, Hoover Institution Press, 1975

Bodunescu, Ion, Diplomația românească în slujba indepndenței, București, Junimea, 1984

Bulei, Ion, Ιστορία των Ρουμάνων, Μετάφρ. Τσιπριάν Ν. Σούτσιου, Θεσσαλονίκη, Σταμούλης, 2008

Calafateanu, Ion, Diplomația românească în sud-estul Europei (martie 1938-martie 1940), București, Editura Politică, 1980

Campus, Eliza, «Main features of Romania’s foreign policy in the inter-war period», Nouvelles Etudes d’ Histoire, 5 (1975)

Castellan, Georges, A History of the Romanians, New York, East European Monographs, 1989

Castellan, Georges, Ιστορία των Βαλκανίων, Μετάφρ. Βασιλική Αλιφέρη, Αθήνα: Γκοβόστης, 1991

Cașu, Igor, «Fals premeditat sau eroare banală? Considerații despre ultima- tumul sovietic din iunie 1940», Revista de Istorie a Moldovei, 4 (2004)

Cornea, Victor, «Bessarabia and Russo-Rumanian Relations», Contemporary Review, 157 (1940)

Dima, Nicholas, Bessarabia and Bukovina: The Soviet-Romanian Territorial Dispute, Boulder, Eastern European Monographs, 1982

Dobrinescu, Valeriu Florin, «Romania n the summer of 1940: The Evacuation of Bessarabia and Northern Bukovina (June 1940)», Revue Roumaines d’ Histoire, 3-4 (1995)

Donaldson, Robert, The Foreign Policy of Russia: changing systems, enduring interests, New York, 1998

Εllenstein, Jean, Ιστορία της ΕΣΣΔ, Μετάφρ. Βενετία Σταυροπούλου, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980

Gafenco, Gregoire, Preliminaires de la guerre a l’ est: De l’accord de Moscou aux hostilites en Russie, Paris, Egloff, 1944

Gorodetsky, Gabriel (ed.), Soviet Foreign Policy, 1917-1991: A Retrospective, Portland, Frank Cass, 1994

Hitchens, Marilyn Giroux, Germany, Russia and the Balkans. Prelude to the Nazi-Soviet Non-Aggression Pact, Boulder, East European Monographs, 1983

Ionescu, Costin (ed.), Relațiile româno-sovietice. Documente-Vol. II, 1935-1941, București: Editura Fundației Culturale Române, 2003

Iordan, Constantin, «Ofensiva Kominternului contra statelor sud-estului european și reacții în regiune (1924-1925)», Revista de istorie a Moldovei, 1 (2008)

King, Charles, The Moldovans. Romania, Russia, and the Politics of Culture, Stanford, California: Hoover Institution Press, 2000

Kissinger, Henry, Διπλωματία, Μετάφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, Αθήνα, Λιβάνης, 1995

Kontler, Laszlo, A history of Hungary: millennium in Central Europe, Budapest, Atlantisz, 2002

Micu, Veniamin (ed.), 6 Martie 1945: Începuturile Comunizării României, București, Editura Enciclopedica, 1995

Miliukov, Paul (ed), Case for Bessarabia: Α Collection of Documents on the Rumanian occupation, London, Russian Liberation Committee, 1919

Mitrasca, Marcel, Moldova: A Romanian Province Under Russian Rule: Diplomatic History From The Archives Of The Great Powers, New York, Algora Publishing, 2002

Oprea, Ion, Nicolae Titulescu’s Diplomatic Activity, Bucharest, Publishing House of the Academy of the Socialist Republic of Romania, 1968

Otelița, Doina, « Problema Basarabiei în evoluția raporturilor româno-sovietice, 1918-1924», Buletinul Cercurilor Științifice Studențești:Arheologie-Istorie, 1 (1995)

Ragsdale, Hugh, «The Butenko Affair: Documents form Soviet-Romanian Relations in the Time of the Purges», The Slavonic and East European Review, 4 (2001)

Riestelhueber, Rene, Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, Μετάφρ. Αναστασία Μεθενίτη-Αθανάσιος Στεφανής, Αθήνα, Παπαδήμας, 2003

Ross, Graham, Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η παρακμή του ευρωπαϊκού κρατικού συστήματος, 1914-1945, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1987

Roberts, Geoffry, «The Soviet Decision for a pact with Nazi Germany», Soviet Studies, 1 (1994)

Scurtu, Ioan (ed.), Istoria Basarabiei de la începuturi până în 1998, București, Editura Semne, 1998

Stefănescu, Romică, «Conferința româno-sovietică de la Viena (27 martie-2 aprilie 1924)», Chronos – Revista de istorie, 2 (2007)

Titulescu, Nicolae, Romania’s Foreign Policy (1937), Bucuresti, Encyclopedic Publishing House, 1994

Τούντα-Φεργάδη, Αρετή, Η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Σιδέρης, 2000

Van Meurs, Wim, The Bessarabian Question in Communist Historiography. Nationalist and Communist Politics and History-Writing, New York, Eastern European Monographs, 1994

Volkmer, Gerald, «Die UdSSR und Rumänien 1939 bis 1941», Zeitschrift für Siebenbürgische Landeskunde, 22 (1999)

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Charles Upson Clark, Bessarabia, Russia and Rumania on the Black Sea:
http://depts.washington.edu/cartah/text_archive/clark/toc_pag.shtml

Nicolae Dragușin, Nicolae Titulescu. Patriot sau trădator?:
http://www.romanialibera.ro/index.php?page=13&aid=124659

Saulius Sužiedėlis, The Molotov-Ribbentrop Pact: The Documents:
http://www.lituanus.org/1989/89_1_03.htm

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Jurnalul Național, 1.12.2004, «Septembrie 1924–Bolsevicii încearcă să recupereze Basarabia».

Η Νεότερη Νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου. Μια συνοπτική επισκόπηση.

Τρίμμης Προκόπιος Κωνσταντίνος

Η Νεότερη Νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου. Μια συνοπτική επισκόπηση.

Εισαγωγή

Ο ρόλος που παίζει το σπήλαιο στην ανθρώπινη ιστορία είναι σημαντική και αναμφισβήτητη. Στον παρόν άρθρο μας ενδιαφέρει να δούμε τη θέση του σπηλαίου στο Νεολιθικό Αιγαίο και ιδιαίτερα στη Νεότερη Νεολιθική.
Η έρευνα τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει καταλήξει ότι στον Αιγιακό χώρο και κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής, τα σπήλαια δεν αποτέλεσαν ποτέ κύριες θέσεις, μόνιμης εγκατάστασης ομάδων (group). Αντίθετα, τα σπήλαια παρατηρούνται ως δορυφορικές και εξαρτημένες θέσεις οικισμών (Σάμψων 2006 , Trantalidou et all 2010). Δηλαδή στα σπήλαια δεν ήταν μόνιμα εγκατεστημένη μια ομάδα ανθρώπων. Αντίθετα, διέμενε σε αυτά μία ομάδα ανθρώπων, για κάποια συγκεκριμένη περίοδο με σκοπό να επωφεληθεί από το μικρο- περιβάλλον και τη θέση του σπηλαίου, ώστε να φέρει σε πέρας έναν αριθμό δραστηριοτήτων (Σάμψων, 2007 & Τρανταλίδου et all, 2010). Οι δραστηριότητες αυτές εμφανίζουν τεράστια ποικιλία και σχετίζονται με την αποθήκευση αγαθών, το σταβλισμό ζώων, τη φιλοξενία ομάδων κυνηγών, γεωργών, τροφοσυλεκτών, την κατασκευή εργαλείων, τις ταφές, τις ιδεολογικά φορτισμένες πράξεις (τελετές) κ.ο.κ. (Σάμψων 2006 , Galanidou, 2000 ).
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που παρατηρείται στο χώρο του Νεολιθικού Αιγαίου, είναι η αύξηση των σπηλαίων που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της νεότερης και της τελικής νεολιθικής σε σχέση με την αρχαιότερη και μέση (Trimmis & Elezi 2012 , Σάμψων 2007 , Παπαθανασόπουλος 1996). Εκτός από την αύξηση του απόλυτου αριθμού σπηλαίων που χρησιμοποιούνται, παρατηρήείται και αύξηση της ποικιλομορφίας και της πολυπλοκότητας των χρήσεων (Halstead 1994: 200, Παπαθανασόπουλος 1996: 36, 40).
Σε σχέση όμως με τον αριθμό των σπηλαίων που υπάρχουν στη χώρα μας, ελάχιστα είναι αυτά που έχουν μελετηθεί αρχαιολογικά, ακόμη και σε επιφανειακό στάδιο .
Τα σπηλαία των νησιών του Αιγαίου είναι τα καλύτερα ίσως ερευνημένα σπήλαια σε σύνολο, γι’ αυτό και μπορούν να δώσουν τις περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη χρήση των σπηλαίων στη συγκεκριμένη περίοδο.

Η νεότερη νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου.

Ξεκινώντας από το βορρά προς το νότο συναντούμε το σπήλαιο του Κύκλωπα στη νησίδα των Γιούρων στις Σποράδες. Το σπήλαιο του Κύκλωπα παρουσίασε σημαντικά στρώματα της Μεσολιθικής περιόδου που πιστοποιούν την κατοίκηση σε αυτό ήδη από την 8η χιλιετία π.χ. (Σαμψών 2006). Τα ευρήματα του σπηλαίου, πραγματικά εντυπωσιακά, έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για αυτή την ελάχιστα γνωστή στο προϊστορικό Αιγαίο. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη άλλων θέσεων σε άμεση γειτνίαση και συνάφεια σε σχέση με το σπήλαιο των Γιούρων, καθώς και η μικρής έκτασης γενικότερη έρευνα για τη μεσολιθική στα νησιά, δεν μπορούν να μας δώσουν μια καθαρή εικόνα για την συγκεκριμένη περίοδο. Παρόλη την ανάπτυξη της θέσης κατά τη μεσολιθική και ΑΝ, ΜΝ περίοδο στη διάρκεια της νεότερης νεολιθικής που αποτελεί και θέμα του άρθρου η κατοίκηση στο σπήλαιο παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία και ο χαρακτήρας της γίνεται λιγότερα εντατικός (Σάμψων 2006). Η τελευταία θεωρία ενισχύεται από την απουσία επιφανειών χρήσης στο χώρο του σπηλαίου (Σάμψων 2006). Το σπήλαιο πιθανώς να χρησιμοποιούταν από ομάδες κτηνοτροφών για περιστασιακή χρήση και για αποθήκευση. Αυτό καταδεικνύεται από το πλήθος των οστών ζωών που δεν έχουν ίχνη κατανάλωσης από τον άνθρωπο καθώς και το πλήθος αποθηκευτικών πίθων. Το μόνο ιδεολογικά φορτισμένο αντικείμενο που σώθηκε είναι ένα σχηματοποιημένο μαρμάρινο ειδώλιο, το όποιο είναι και το μόνο που βρέθηκε στο σπήλαιο (Sampson 1996). Η κεραμική της περιόδου από τα Γιούρα δείχνει σχέσεις με την Εύβοια και γενικά με το νότιο Αιγαίο (Σάμψων 2006) πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη τοπικής κεραμικής παλαιοτέρων περιόδων. Αυτό ίσως και να σχετίζεται με παρακμή του πολιτισμού που άκμασε στην περιοχή από την 8η χιλιετία και την αφομοίωση του από πολιτισμικές ομάδες των νοτιότερων περιοχών.
Πέραν του σπηλαίου στα Γιούρα, δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία για χρήση άλλων σπηλαίων στη συγκεκριμένη περίοδο βόρειο Αιγαίο. Κάποια όστρακα νεολιθικής περιόδου περισυλλέχθηκαν στο σπήλαιο του Αγ. Βαρθολομαίου στη Λέσβο μετά από έρευνα της Γ. Ευσταθίου αλλά το σπήλαιο δεν έχει ερευνηθεί εντατικά ώστε να έχουμε ενδείξεις για τη χρήση του (Σάμψων 2006).
Στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου ξεχωρίζουν τα δυο σπήλαια στο Άγιο Γάλας της Χίου. Η Χίος είναι ένα ελάχιστα ερευνημένο νησί γι’ αυτό και ουσιαστικά πέραν των σπηλαίων αυτών και του οικισμού στο Εμποριό δεν υπάρχουν άλλα δείγματα. Το κάτω σπήλαιο (lower cave) στο Άγιο Γάλας παρουσίασε κυρίως ευρήματα ΑΝ και ΜΝ. Στα ανωτέρα ωστόσο στρώματα βρεθήκαν και όστρακα ΝΝ. Το πλέον σπάνιο εύρημα είναι μια ανάγλυφη παράσταση πάνω σε ένα αγγείο (Hood 1981), εξαίρετο δείγμα νεολιθικής τέχνης, η όποια οποία θυμίζει την αντίστοιχη παράσταση από το σπήλαιο της Σκοτεινής στην Εύβοια.
Τα κυριότερα ευρήματα για την ΝΝ παρουσίασε το πάνω σπήλαιο (Upper Cave) στο Άγιο Γάλας . Η κεραμική του σπηλαίου συνδέεται με θέσεις στο του νότιου Αιγαίου, όπως η Φτελιά της Μυκόνου και ο Σάλιαγκος της Αντιπάρου (Σάμψων 2006). Η κεραμική του σπηλαίου μπορεί να διακριθεί σε δύο φάσεις, η πρώτη σε χαμηλότερα στρώματα με ανοιχτά κυρίως αγγεία και η δεύτερη σε ανώτερα με γραπτά κυρίως αγγεία και αγγεία τύπου Cheese pot. Μολαταύτα ως σύνολο ανήκει στην ΝΝ Ι (Hood 1981).
Περνώντας σταδιακά στο χώρο του κεντρικού Αιγαίου αξίζει να γίνει αναφορά στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί του πελάγους, την Εύβοια, το οποίο βέβαια λόγω της θέσης του παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με τη Στερεά Ελλάδα παρά με τα υπόλοιπα νησιά. Η Εύβοια είναι από τις καλύτερα ερευνημένες περιοχές, σε επιφανειακό τουλάχιστον επίπεδο, στην Ελλάδα. Ο συστηματικός εντοπισμός προϊστορικών θέσεων ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 από τον Δ. Θεοχάρη, συνεχίστηκε από Άγγλους αρχαιολόγους και ολοκληρώθηκε από το Δ. Σάμψων στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Αυτές οι έρευνες έχουν εντοπίσει συνολικά πάνω από 300 θέσεις. Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει το σπήλαιο Σκοτεινή στα Θαρρούνια, μία ορεινή περιοχή της κεντρικής Εύβοιας. Το σπήλαιο είναι από τα μεγαλύτερα του νησιού ,έχει στενή είσοδο, ευρύ εσωτερικό χώρο και παρουσίασε ευρήματα που χρονολογούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της ΝΝ.
Η κατοίκηση στο σπηλαίο Σκοτεινή χωρίζεται σε δυο υποπεριόδους ΝΝ1 και ΝΝ2 με την πρώτη να είναι πιο πλούσια σε ευρήματα και με πιο εκτεταμένη στρωματογραφία (Σάμψων 2006). Η κεραμική του σπηλαίου δείχνει σχέσεις με όλη την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, από τη νότια Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο, αλλά όχι με τα νησιά του Αιγαίου (Σάμψων, 1993).
Τα σημαντικότερα ευρήματα των Θαρρουνίων είναι οι ανθρωπόμορφες ανάγλυφες παραστάσεις σε όστρακα. Τέτοιες παραστάσεις στην Ελλάδα έχουν ανακαλυφθεί στο σπηλαίο Άγιο Γάλας, στη Θεσσαλία και στη Θράκη, ενώ στα Βαλκάνια είναι πιο συχνές και εντοπίζονται στη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ουγγαρία.
Πλησίον του σπηλαίου ανασκάφηκε οικισμός και νεκροταφείο της ΝΝ, γεγονώς που ενισχύει τις θεωρίες για περιστασιακή κατοίκηση- χρήση του σπηλαίου από ομάδες ανθρώπων, κτηνοτροφών ή γεωργών (Σάμψων 2006).
Περνώντας από την Εύβοια στο χώρο των Κυκλάδων θα αναφερθούμε στο σπήλαιο του Ζα στην Νάξο, στο σπήλαιο της Αντιπάρου και στα σπήλαια Άγιος Νικόλαος και Καλαμπάκι της Πάρου.
Το σπήλαιο του Ζα στη Νάξο είναι η σημαντικότερη μέχρι σήμερα νεολιθική θέση σε σπήλαιο στις Κυκλάδες και ανασκάφηκε από τον αρχαιολόγο Κ. Ζάχο τη δεκαετία του 1990. Τα ευρήματα από το σπήλαιο, που αντιπροσωπεύουν τη ΝΝ, δείχνουν σχέσεις των κάτοικων του σπηλαίου με την ηπειρωτική χώρα και το ΒΑ Αιγαίο (Ζάχος 1996), ενώ σε ύστερες φάσεις εμφανίζονται αγγεία που συγγενεύουν σχηματικά με τη νεολιθική θέση Φτελιά της Μυκόνου (Σάμψων 2006). Το σπήλαιο θεωρήθηκε τόπος λατρείας (Ζάχος 1987), αν και κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τα δεδομένα από το υπόλοιπο Αιγαίο. Πιθανότερο είναι το σπήλαιο να χρησιμοποιούνταν για περιστασιακή κατοίκηση και να φιλοξενούσε μερικές φορές λατρευτικές εκδηλώσεις παρά να προορίζονταν αποκλειστικά για αυτό το σκοπό.
Υλικό ΝΝ συνέλεξε ο Μπακαλάκης από το διάσημο σπηλαίο της Αντιπάρου τη δεκαετία του 1960 (Bakalakis 1969). Νεότερη έρευνα της δεκαετίας του 1990 (Σάμψων 2006) συνέδεσε την προέλευση της νεολιθικής του σπηλαίου με τους οικισμούς της Φτελιάς και του Σάλιαγκου, δηλαδή με το τέλος της ΝΝ. Το σπήλαιο έγινε αντικείμενο έρευνας ξανά στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, λόγω της ανακαίνισης της σκάλας πρόσβασης. Το υλικό από αυτή την ανασκαφή δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
Τα σπήλαια του Αγ. Νικολάου και του Καλαμπακίου της Πάρου εμφάνισαν επιφανειακό υλικό της νεολιθικής περιόδου, που συνέλεξε ο Μπακαλάκης (1969) αλλά και αυτά δεν έχουν μελετηθεί ποτέ συστηματικά.
Οι Κυκλάδες δεν έχουν να παρουσιάσουν άλλες ενδιαφέρουσες θέσεις σε σπήλαια, εκτός από τις προαναφερθείσες. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη συστηματικής έρευνας. Πρέπει λοιπόν να γίνουν εντατικές προσπάθειες και από τους αρχαιολόγους αλλά και από τους σπηλαιολόγους για τον εντοπισμό προϊστορικών θέσεων στα νησιά των Κυκλάδων.
Ολοκληρώνοντας θα αναφερθούμε στα σπήλαια που έχουν παρουσιάσει κατάλοιπα ΝΝ στα Δωδεκάνησα. Η περιοχή αυτή μέχρι και πριν από μερικά χρόνια ήταν μια terra incognita γενικά για την προϊστορία της και κυρίως για την νεολιθική και μεσολιθική περίοδο. Τα τελευταία χρόνια συστηματικές έρευνες έχουν επισημάνει πλήθος θέσεων σε όλα τα νησιά, τόσο εντός, όσο και εκτός σπηλαίων.
Η παλαιότερη ανασκαφή έγινε στο Χαρκαδιό της Τήλου. Στο Το σπήλαιο εντοπίστηκαν οστά νάνων ελεφάντων και ελαφιών, ενώ στα ανωτέρα στρώματα εμφανίστηκε και νεολιθική κεραμική μαζί με εργαλεία (Bachmayer 1976). Το γεγονός ότι τα ζώα αυτά ζούσαν στα νησιά μέχρι και τα τελευταία χρόνια της νεολιθικής και μετά εξαφανίστηκαν ίσως είναι ένδειξη για συστηματικό κυνήγι των ζώων αυτών από τον νεολιθικό άνθρωπο (Σάμψων, 2006). Η μελέτη ωστόσο των οστών των ζώων δεν έχει αποδείξει με σιγουριά την παραπάνω θεωρία.
Άλλα δυο ανεσκαμμένα σπήλαια βρίσκονται στη Ρόδο. Είναι το σπήλαιο του Αγ. Γεωργίου στις Καλυθιές και το σπήλαιο Κούμελο στην περιοχή Αρχαγγέλου.
Το σπήλαιο των Καλυθιών, αν και μικρού μεγέθους (και λόγω της δυσπρόσιτης θέσης του), είχε διατηρήσει σχεδόν ανέπαφη μια στρωματογραφία τεσσάρων μέτρων (Σάμψων 1987). Η ανθρώπινη παρουσία στο σπήλαιο των Καλυθιών αρχίζει από τα μέσα της 6ης π.Χ. χιλιετίας ενώ διαφαίνονται σχέσεις και επιρροές κυρίως με το χώρο της Ανατολίας (Σάμψων 2006). Από την αρχή ωστόσο της ΝΝ τα πολιτισμικά στοιχεία καταδεικνύουν δεσμούς με το χώρο του Αιγαίου (Σάμψων 2006). Η ανασκαφή παρουσίασε ένα σημαντικό αριθμό πιθοειδών αγγείων γεγονός που χαρακτηρίζει το σπήλαιο ως χώρο αποθήκευσης για τον πληθυσμό κάποιου παρακείμενου οικισμού που δεν έχει εντοπιστεί ακόμη (Σάμψων 2006). Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει βεβαίως τη χρήση του σπηλαίου για εποχική- περιοδική κατοίκηση. Εντός του σπηλαίου επίσης αποκαλύφθηκαν ταφές , πράγμα συχνό για τις θέσεις μέσα σε σπηλαία, που ανήκουν πιθανότατα στους περιοδικούς χρηστές των σπηλαίων.
Η χρήση του σπηλαίου των Καλυθιών παρουσιάζει μια ακμή στην αρχή της ΝΝ μέχρι και τις τελικές φάσεις της νεολιθικής. Από εκεί και μετά παύει η χρήση του κάτι το όποιο είναι ένα σύνηθες φαινόμενο για το ΝΑ Αιγαίο από τα μέχρι τώρα στοιχεία της έρευνας (Σάμψων 2006).
Το σπήλαιο Κούμελο στην περιοχή Αρχάγγελος στη Ρόδο είναι η δεύτερη συστηματικά ανεσκαμμένη θέση στο νησί. Τα ίχνη χρήσης στο σπήλαιο Κούμελο ξεκινούν από τα μέσα της ΝΝ, δηλαδή αργότερα σε σχέση με το σπήλαιο του Αγ. Γεώργιου (Σάμψων 2006). Η ανασκαφή στο σπήλαιο εμφάνισε διαμορφωμένες επιφάνειες χρήσης στο εσωτερικό του καθώς και κατασκευασμένες εστίες (Σάμψων 1987). Παρά τα παραπάνω, η κατοίκηση στο σπήλαιο είναι περιστασιακή και η χρήση του προσδιορίζεται σε αποθηκευτική, όπως δείχνουν τα ευρήματα (Σάμψων 1987). Μετά το τέλος της νεολιθικής το σπήλαιο δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αν και υπάρχουν κάποια ίχνη της ύστερης Χαλκοκρατίας και των ιστορικών χρονών σε αυτό (Σάμψων 2006).
Εκτός από τα δύο αυτά σπήλαια στη Ρόδο έχουν εντοπιστεί και άλλες θέσεις, με ίχνη νεολιθικής χρήσης, οι οποίες βρίσκονται σε βραχοσκεπές και μικρά σπήλαια. Τα ευρήματα όμως από αυτές τις θέσεις είναι ελάχιστα , ενώ οι επιχώσεις ανύπαρκτες ή πολύ λεπτές (Σάμψων 2006).
Στα υπόλοιπα νησιά των Δωδεκανήσων η έρευνα δεν έχει προχωρήσει. Στη Κω ανασκάφηκε το σπήλαιο της Άσπρης Πέτρας πριν από ένα περίπου αιώνα (Levi 1925) ενώ την ιδία περίπου περίοδο ανασκάφηκαν στην Κάλυμνο, με γρήγορους ρυθμούς, άλλα τρία σπηλαία και αυτά από Ιταλούς αρχαιολόγους (Σάμψων 2006). Οι ανασκαφείς όμως δεν συνέχισαν την έρευνα με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα να μην έχουμε καθαρή εικόνα από αυτά τα σπήλαια. Στην Κάρπαθο εντοπιστήκαν ίχνη χρήσης σε δυο σπήλαια κοντά στα Πηγάδια, αλλά δεν έχουν μελετηθεί ακόμη (Σάμψων 2006).

Συνοψίζοντας

Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις. Η έρευνα στα νησιά του Αιγαίου παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητες που έχει λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των νησιών αλλά και τις αλλαγές που έχει υποστεί το τοπίο από την προϊστορία ως σήμερα, έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Αυτό οφείλεται κυρίως σε μερικούς ερευνητές οι όποιοι συνέδεσαν το έργο τους με συγκεκριμένα τμήματα του Αιγιακού χώρου. Τέτοιοι είναι ο Α. Σάμψων με τις έρευνες του στις Σποράδες και τα Δωδεκάνησα, ο Hood με τις έρευνες του στη Χίο, ο Ζάχος και ο Μπακαλάκης με τις έρευνες τους στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στην Πάρο και την Αντίπαρο.
Μελετώντας τα στοιχεία από τις ανασκαφές, τις επιφανειακές έρευνες, καθώς και από τα γενικότερα γεωλογικά χαρακτηριστικά των σπηλαίων, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τα σπήλαια δεν ήταν μόνιμοι χώροι κατοικίας κάποιων ομάδων- πληθυσμών, αλλά χώροι με περιοδική χρήση. Η υγρασία της σπηλιάς, ο περιορισμένος χώρος που συνήθως είναι γεμάτος από των περιττώματα των ζώων που κατοικούν στο σπήλαιο, το καθιστούν ένα περιβάλλον αφιλόξενο. Οι σπηλιές λοιπόν χρησιμοποιούνταν από ομάδες κυνηγών, γεωργών, κτηνοτρόφων, αλιέων, δίνοντας τους ένα πρόχειρο καταφύγιο για όσο διαρκούσαν οι δραστηριότητες τους στη περιοχή. Ταυτόχρονα όμως ήταν και χώρος αποθήκευσης. Το σπήλαιο σαν χώρος έχει μοναδικά χαρακτηριστικά, τα όποια ήταν δύσκολα να τα βρει αλλού ο προϊστορικός άνθρωπος. Οι σταθερές συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας που επικρατούν στο εσωτερικό της σπηλιάς την καθιστούν ιδανικό χώρο για τη συντήρηση αγαθών. Ακόμη και σήμερα τα σπήλαια χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό (Σάμψων 2007). Παράδειγμα αποτελεί μια σπηλιά που εξερευνήθηκε κατά την αποστολή της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας στην Κρήτη (Ψαρή 2009) και χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση και διατήρηση τυριών. Έτσι πιθανώς εξηγείται και το πλήθος αποθηκευτικών αγγείων και πίθων που αποκαλύφθηκαν σε όλα τα υπό εξέταση σπήλαια.
Στην νεότερη νεολιθική, σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλες προηγούμενες περιόδους, ο άνθρωπος διαμορφώνει το περιβάλλον του σπηλαίου ανάλογα με τις ανάγκες του και προσπαθεί να το καταστήσει βιώσιμο. Για αυτόν το λόγο κατασκευάζει επιφάνειες χρήσης (δάπεδα) από πηλόχωμα, ώστε να έχει μια καθαρή, λεία και μια όσο το δυνατόν πιο στεγνή επιφάνεια που θα διευκολύνει τη διαβίωση του στη σπήλια. Επίσης κατασκευάζει εστίες από πέτρες και πηλό για να μην έχει ανεξέλεγκτες φωτιές και να μπορεί άνετα να παρασκευάζει το φαγητό του. Τα ίχνη αυτών είναι διακριτά στην ανασκαφή, αν οι επιχώσεις δεν έχουν καταστραφεί από την ροή του νερού ή από ανθρωπογενείς παράγοντες.
Μια άλλη όψη της χρήσης των σπηλαίων είναι αυτή που τα χαρακτηρίζει ως τόπους λατρείας. Σε μεταγενέστερες περιόδους ο χθόνιος χαρακτήρας που έχει το σπήλαιο και το υποβλητικό του περιβάλλον συνδέθηκαν με λατρείες και η χρήση πολλών σπηλαίων περιορίστηκε για αυτό το σκοπό. Στη νεολιθική περίοδο ωστόσο είναι αδύνατο να μπορέσουμε να χαρακτηρίσουμε με ευκολία ένα σπήλαιο λατρευτικό. Παρά την πρόοδο της έρευνας, αυτά που ξέρουμε για τη λατρεία και τις θρησκευτικές αντιλήψεις των ανθρώπων της νεολιθικής είναι ελάχιστα. Στο υλικό όμως που προκύπτει από τις έρευνες υπάρχουν αντικείμενα, τα όποια με σιγουριά θα έλεγε κάνεις ότι δεν αποτελούν αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τέτοια είναι τα λίγα ειδώλια, οι ανάγλυφες παραστάσεις στην κεραμική, όπως αυτές των σπηλαίων Σκοτεινή και Άγιο Γάλας κ.α.. Είναι πολύ πιθανό αυτά να είναι αντικείμενα που σχετίζονται με λατρεία, αλλά δεν είναι αρκετά για να δώσουν λατρευτικό χαρακτήρα στα σπήλαια. Μια άποψη είναι ότι αυτά τα αντικείμενα μεταφερθήκαν στα σπήλαια από τις ομάδες που τα χρησιμοποιούσαν όπως μεταφέρει κάνεις σήμερα φυλαχτά ή άλλα λατρευτικά ειδή. Γενικά όμως είναι πολύ νωρίς ακόμη για να σκιαγραφηθεί ο ρόλος των σπηλαίων στην λατρεία της περιόδου (σχετικά δες: Tomkins 2009).
Εκτός από το ρόλο τους σαν κομμάτι της νεολιθικής του Αιγαίου τα σπήλαια των νησιών μας βοηθούν στην ανασύνθεση και άλλων όψεων της νεολιθικής κοινωνίας. Οι ομοιότητες στην κεραμική μεταξύ των θέσεων αλλά και η διασπορά των αντικειμένων ή εργαλείων από οψιανό βοηθούν στη χαρτογράφηση των εμπορικών δρόμων στο προϊστορικό Αιγαίο. Τα σύνολα που προέρχονται από θέσεις σε σπήλαιο σε συνδυασμό με αυτά που προέρχονται από τις ανοικτές θέσεις και τους οικισμούς ολοκληρώνουν το χάρτη της κοινωνίας που άκμασε στην νεολιθική περίοδο στο συγκεκριμένο χώρο. Αναλύοντας τα παραπάνω, αν μια θέση σε σπήλαιο δεν συνδεθεί με ανοικτούς οικισμούς είναι πολύ δύσκολο να αποσαφηνισθεί ο ακριβής της ρόλος τόσο στην τοπική κοινωνία, όσο και στον ευρύτερο χώρο του πελάγους. Έτσι, θέσεις που έχουν ανασκαφεί συστηματικά, όπως τα σπήλαια Καλυθιών και Κούμελο στη Ρόδο, αλλά δεν έχουν ανεσκαμμένους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή είναι δύσκολο να μας δώσουν επαρκή στοιχεία για την εν λόγω περίοδο στο συγκεκριμένο μέρος. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με ένα σπήλαιο, το όποιο έχει μελετηθεί σε συνάρτηση με κάποιον παρακείμενο οικισμό, όπως το σπήλαιο στα Θαρρούνια της Ευβοίας, του όποιου μπορεί πλέον να συνδεθεί η χρήση του με τις δραστηριότητες των κάτοικων της περιοχής (Σάμψων 2006).
Ολοκληρώνοντας για να έχουμε μια πλήρη αντίληψη για τις νεολιθικές κοινωνίες και τις παραγωγικές διαδικασίες που τις διέπουν είναι απαραίτητη η έρευνα των θέσεων σε σπήλαια μιας και είναι σαφής η ανάπτυξη που γνώρισε η χρήση τους κατά τη διάρκεια της περιόδου. Αναφορικά δε με το χώρο του Αιγαίου, πολλά νησιά όπως η Λέσβος, η Ικάρια, οι Κυκλάδες και η Χίος είναι ανεπαρκώς εξερευνημένες περιοχές, τόσο σπηλαιολογικά όσο και αρχαιολογικά. Για να γίνει λοιπόν ο χάρτης της ΝΝ στα νησιά πιο πλήρης και για να προωθηθεί η έρευνα είναι σημαντικό οι ομάδες των σπηλαιολόγων, που οργώνουν την ύπαιθρο, να είναι υποψιασμένες για σημάδια χρήσης σε σπήλαια. Εκτός αυτού, εξίσου σημαντικό είναι να αναπτυχτεί περεταίρω και η αρχαιολογική έρευνα στις ανοικτές θέσεις, ώστε να μπορέσουν οι πληροφορίες από τα σπήλαια να ενταθούν με ασφάλεια σε πολιτισμικά πλαίσια.

Βιβλιογραφία:

• BACHMAYER F., SYMEONIDES N., SEEMONN R & ZAPFE H. 1976 Die Ausgrabungen in der Zwergelefanten- Hohle Charkadio auf ser Insel Tilos inden Jahren. Annalen des Naturhistorischen Museums in Wien, p. 113-144.

• BAKALAKIS G. 1969 . Aus den Grotten in Antiparos und Paros. Archäologischer Anzeiger, p. 125- 132.

• GALANIDOU N. 2000. Patterns in Caves. Foragers, Horticulturists, and the Use of Space. Journal of Anthropological Archaeology 19, p. 243- 275.

• HALSTEAD P. 1994. «The North-South Devide: Regional paths to Complexity in Prehistoric Greece.» In Development and decline in the Mediterranean Bronze Age, ed. C. Mathers and S. Stoddart. Sheffield: J.R. Collis Publications. 195-219.

• HOOD S. 1981. Excavation in Chios 1938- 1955: Prehistoric Emborio and Agio Gala. London.

• LEVI D. 1925. La protta di Aspri Petra. Annuario VIII-IX, Roma, p. 235- 312.

• ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Γ. 1996. “Σπήλαια”. Στο Παπαθανασόπουλος (επιμ.) Ο νεολιθικός πολιτισμός στην Ελλάδα. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 1987. Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα. Αθήνα.

• SAMPSON A. 1996. Excavation at the cave of Cyclope, Youra. Die Agäisch Frühzeit. Forschungebricht 1975 -1994, Wien, p. 507 – 520.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 1993. Σκοτεινή Θαρρουνίων . Το σπήλαιο, ο οικισμός και το νεκροταφείο. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 2006. Προϊστορία του Αιγαίου. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 2007. Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου. Αθήνα. σ. 456- 462

• TOMKINS P. 2009. Domesticity by Default. Ritualization and cave- use in the Neolithic Aegean. Oxford Journal of Archaeology 28 (2). Oxford p. 125- 153

• TRANTALIDOU K., BELEGRINOU E., ANDREASEN N. 2010. Pastoral societies in the southern Balkan peninsula: The evidence from caves occupied during the Neolithic and Chalcolithic era. ANODOS, Sstudies of the Ancient world 10, Trnava p. 295- 320.

• TRIMMIS P. K. & ELEZI G. 2012. Who is the caveman? Identities and roles of Aegean Neolithic cave users. Under publication in Documenta Praehistorica 39. Ljubljana.

• ΖΑΧΟΣ Κ. 1987. Σπήλαιο Ζα. Αρχαιολογικό Δελτίο (ΑΔ) 42 Αθήνα. σ. 693-700.

• ΖΑΧΟΣ Κ. 1996. “Το σπήλαιο Ζα στη Νάξο” Στο Παπαθανασόπουλος (επιμ.) Ο νεολιθικός πολιτισμός στην Ελλάδα. Αθήνα σ. 88-89.