Βιβλίο και αναγνωστικές συνήθειες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Χρήστος Κυριακόπουλος

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Τουρκικών Σπουδών, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης – Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (Ι.Μ.Σ.)

Βιβλίο και αναγνωστικές συνήθειες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[1]

«Γεγονός παραμένει πως το βιβλίο σήμερα μπορεί να «γυαλίσει» όπως οποιοδήποτε προϊόν, όταν καλύπτει μόνο του μια ολόκληρη βιτρίνα, τοποθετείται σε ντάνες μπροστά στο ταμείο, φιγουράρει πάνω σε τεράστιες αφίσες ή ενσωματώνεται ως «πρόταση» στους βιβλιοπωλικούς καταλόγους».

Παπασπύρου Σταυρούλα, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 22.11.09

Οι συντελούμενες αλλαγές σε κάθε εποχή και κοινωνία οριοθετούνται, κυρίως, από τα μέσα διάδοσης της πληροφορίας και της γνώσης, τα οποία διαμορφώνουν ιδεολογίες και συμπεριφορές. Συνήθειες και τακτικές επηρεαζόμενες από πρακτικούς λόγους μεταβάλλουν αλλά και μεταβάλλονται, άλλοτε ραγδαία και άλλοτε σταδιακά, με βάση τα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα. Η επικοινωνία, με απώτερο σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών και την διάχυση της γνώσης, τόσο στο επίπεδο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου περνάει μέσα από διάφορους δίαυλους˙ το βιβλίο, η εφημερίδα, το ραδιόφωνο, και η τηλεόραση είναι ορισμένοι από τους σημαντικότερους. Το βιβλίο, από την εμφάνισή του, είτε ως «κείμενο» είτε ως «αντικείμενο», με οποιαδήποτε μορφή έχει πάρει στο πέρασμα του χρόνου – χειρόγραφο, τυπωμένο, ηλεκτρονικό – είναι ένα από εκείνα τα μέσα που συνέβαλαν καθοριστικά στις ανθρώπινες εξελίξεις.

Οι μεταβολές τόσο στους όρους της παραγωγής όσο και σε εκείνους της κατανάλωσης και ως τέτοια, μάλλον, θα πρέπει να εννοήσουμε την ανάγνωση των βιβλίων, χαρακτηρίστηκαν επαναστάσεις και επαναπροσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα δεδομένα κάθε εποχής. Η μετάβαση από το χειρόγραφο στο έντυπο βιβλίο κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και η δυνατότητα της μαζικής παραγωγής του,[2] η μετακίνηση από την μεγαλόφωνη στη σιωπηλή ανάγνωση κατά την περίοδο της Αναγέννησης, που οδήγησε στην τυπολογική αναμόρφωση των βιβλίων,[3] και τέλος η «επανάσταση της ανάγνωσης» του 19ου αιώνα με την διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού και την ένταξη καινούριων ομάδων όπως είναι οι γυναίκες και τα παιδιά,[4] είναι μόνο μερικές από τις τομές που άλλαξαν την πορεία των κειμένων από τους συγγραφείς στους αναγνώστες. Η διαθέσιμη, ανά περίοδο, τεχνολογία αποτελεί καίρια συνισταμένη, που όπως είναι αναμενόμενο, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το δίπολο παραγωγής-κατανάλωσης.[5]

Στη διαρκώς μεταβαλλόμενη εποχή της πληροφορίας και των νέων τεχνολογιών, ιδιαίτερα μετά την είσοδο του Διαδικτύου στην καθημερινή μας ζωή, φαίνεται πως το έντυπο βιβλίο έχει, κατά κάποιο τρόπο, παραγκωνιστεί. Οι ηλεκτρονικές και ψηφιακές δημοσιεύσεις δημιούργησαν αρχικά την υποψία ότι το έντυπο βιβλίο θα περάσει σε δεύτερη μοίρα και συγχρόνως ξεκίνησαν συζητήσεις για την παρακμή και την κατάργησή του. Στην πραγματικότητα, η εκδοτική βιομηχανία τις τελευταίες δεκαετίες όχι μόνο άντεξε τους κλυδωνισμούς, υιοθετώντας μια νέα εκδοτική και πολιτική του βιβλίου σε ένα σύγχρονο περιβάλλον, αλλά παρουσιάζει και μια ετήσια αύξηση της παραγωγής. Το έντυπο βιβλίο καθιέρωσε ένα ολόκληρο πλαίσιο συνηθειών και συμπεριφορών, αποτελώντας ένα παραδοσιακό και δοκιμασμένο μέσο, και διατήρησε μέχρι σήμερα την δυναμική του.[6]

Στο κέντρο της παρούσας εργασίας τίθενται ερωτήματα και προβληματισμοί γύρω από ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό αγαθό: το βιβλίο. Τα πρότυπα ανάγνωσης και οι αναγνωστικές συνήθειες, τα οποία διαμορφώνουν έμμεσα αλλά καθοριστικά, το παραγόμενο έργο του συγγραφέα, δε θα μπορούσαν να αποκλειστούν από τούτη τη μελέτη. Τα ιστορικά συμφραζόμενα, καθορισμένα από συγκεκριμένους χρονικούς και τοπικούς άξονες, θα μας επιτρέψουν να εξετάσουμε καλύτερα τον «κόσμο» του βιβλίου στο πλαίσιο μιας παρελθούσας κοινωνίας, της οθωμανικής, με το δικό της ξεχωριστό σύστημα αξιών και νοοτροπιών[7].

Επιλογή μας, σε αυτή την εργασία είναι να ασχοληθούμε με το «οθωμανικό» βιβλίο, δηλαδή το σύνολο της γραμματείας που παράγεται στην οθωμανική γλώσσα και αναγιγνώσκεται από διάφορες ομάδες Οθωμανών υπηκόων -όχι απαραίτητα μουσουλμάνων- και εξουσιαστικών ελίτ.[8] Η χρονική περίοδος των Νεότερων χρόνων (16ος-19ος αιώνας) αποτελεί μια αδιάσπαστη ιστορική ενότητα στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, όπου τομές και επαναστάσεις κάθε είδους τείνουν, με διαφορετική ένταση για κάθε γεωγραφική περιφέρεια της ηπείρου, να μεταμορφώσουν βαθιά δομές και πρότυπα. Επιπρόσθετα, η περίοδος αυτή μελετάται ως ενότητα σημαντικών αλλαγών και για τον τομέα του βιβλίου στις κοινότητες του δυτικού κόσμου.[9] Σε κάθε περίπτωση ο χρονικός περιορισμός της μελέτης μας ταυτίζεται με τις απαρχές της περιόδου των Μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ, 1839-71), οπότε και το σύνολο των νοοτροπιών που επηρεάζουν την κυκλοφορία του βιβλίου και των υπολοίπων εντύπων μετασχηματίζονται.[10]

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μια σειρά ερωτημάτων, στα οποία θα αποπειραθούμε  να απαντήσουμε, γύρω από τις θεματικές του βιβλίου και της ανάγνωσης είναι τα ακόλουθα: Ποιά η θέση του βιβλίου, τόσο ως καταναλωτικό αγαθό όσο και ως φορέας γνώσης στην οθωμανική κοινωνία; Ποιά είναι η ταυτότητα των αναγνωστών (φύλο, ηλικία, οικονομική κατάσταση) και πώς επηρεάζουν οι αναγνωστικές συνήθειες, διαμορφώνοντας μια συγκεκριμένη κουλτούρα, το ίδιο το βιβλίο αλλά και την κοινωνία; Γενικότερα, τέλος, μπορεί η θέση του βιβλίου να αποτελέσει δείκτη για το επίπεδο μόρφωσης, ή ακόμη και παιδείας, μιας κοινωνίας και ποιά η σχέση του με τον αλφαβητισμό;

***

Ζητήματα μεθοδολογίας

Μεθοδολογικά υπάρχουν δυο αρκετά πρόσφατες κατευθύνσεις των ιστορικών σπουδών που επιτρέπουν την καλύτερη μελέτη και κατανόηση του βιβλίου εντός ενός ευρύτερου πεδίου έρευνας. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει γίνει μια προσπάθεια να γεφυρωθεί η οικονομική με την κοινωνική ιστορία κάνοντας μια μετάβαση από τη μελέτη του χώρου της παραγωγής σε εκείνο της κατανάλωσης. Οι μελέτες για την ιστορία της κατανάλωσης (consumption studies),[11] αν και περιορισμένες μέχρι στιγμής για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφενός επιτρέπουν να συντελεστεί αυτή η σύνθεση και αφετέρου φωτίζουν μια σειρά εξω-οικονομικών συνηθειών και πρακτικών που υιοθετούν οι αγοραστές. [12]

Η κατανάλωση, ως μια κοινωνικά οριοθετημένη και αποδεκτή συμπεριφορά, φαίνεται να επηρεάζει τόσο τα αγαθά και τα δίκτυα διανομής των προϊόντων όσο και τους τρόπους που ορισμένα κοινωνικά στρώματα επιλέγουν να επιδειχθούν πολιτικά, διαλέγοντας συγκεκριμένα αντικείμενα κύρους.[13] Ένα βασικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σε όλες τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, και η οθωμανική δεν αποτελεί εξαίρεση, είναι ότι το χρήμα χρησιμοποιούνταν σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις της οικονομικής ζωής. Η αυτοκατανάλωση, λοιπόν, των αγροτικών νοικοκυριών, στην οποία μάλλον καταλήγει η πλειονότητα των παραγόμενων προϊόντων, υποθέτουμε ότι είναι υψηλή αλλά πολύ δύσκολο να ανιχνευθεί στις υφιστάμενες πηγές.

Για τους Οθωμανούς, η προσπάθεια για εφαρμογή περιοριστικής νομοθεσίας (sumptuary law) από την πλευρά του κράτους, κυρίως κανόνων για την ενδυμασία, καταδεικνύει και μια παράμετρο ελέγχου της κατανάλωσης.[14] Συγκεκριμένα για την οθωμανική περίπτωση δεν πρέπει να λησμονούμε και τα ζητήματα ηθικής που εγείρονται γύρω από την παραγωγή και την κατανάλωση. Η πρώτη θεωρείται ηθικά άμεμπτη ενώ η δεύτερη εμπίπτει περισσότερο στη σφαίρα της ανηθικότητας. Χαρακτηριστικός στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και αρνητικά φορτισμένος είναι ο τύπος του νεαρού με alafranga γούστο, ενός κωμικοτραγικού αντι-ήρωα, που σπαταλά χρήματα επηρεασμένος από δυτικά πρότυπα.[15]

Μια σειρά νεότερων και σύγχρονων ερευνητών, όπως ο Halil İnalcık, που ασχολήθηκε με την Προύσα, ο Ömer Lütfi Barkan με έρευνες για την Αδριανούπολη, ο Andrè Raymond, ο οποίος ανέλυσε την κοινωνία του Καίρου του 18ου αιώνα, οι Colette Establet και Jean-Paul Pascual, που επικεντρώθηκαν στην Δαμασκό της ίδιας περιόδου, προσπάθησαν να γονιμοποιήσουν τις σπουδές κατανάλωσης αξιοποιώντας τις οθωμανικές πηγές. Τα περιηγητικά κείμενα Ευρωπαίων αλλά και τα έργα Οθωμανών λογίων, όπως ο Εβλιγιά Τσελεμπή, μπορούν παράλληλα να ρίξουν φως στις αναζητήσεις μας.[16]

Η δεύτερη κατεύθυνση της έρευνας, που είναι εξίσου πρόσφατη, προσπαθεί να καταγράψει την ιστορία του βιβλίου και της ανάγνωσης.[17] Το βιβλίο, ως υβριδικό αντικείμενο, ενώ ξεκίνησε ως μία από τις πηγές πληροφόρησης του ερευνητή, σήμερα έχει πάρει τη μορφή αντικειμένου, συμβολικού μεν, αλλά με την δική του ιστορία. Ευρύτερα, η ιστορία του βιβλίου εντάσσεται σε εκείνη των μέσων μαζικής επικοινωνίας αποτελώντας, ίσως, το σημαντικότερο τμήμα της παρ’ όλες τις υπαρκτές δυσκολίες στον σαφή ορισμό του αντικειμένου προς μελέτη.[18]

Συνοπτικά παρουσιάζονται τέσσερις άξονες έρευνας της ιστορίας του βιβλίου. Ο πρώτος, επηρεασμένος από τις γερμανικές έρευνες σχετικά με την «ιστορία της πρόσληψης» (Rezeptionsgeschichte), αφορά τα ζητήματα της ανάγνωσης και των μεθόδων της που μερικές φορές προσιδιάζει σε εκείνη της λογοτεχνίας. Ο δεύτερος, πρωτοξεκίνησε από τους Άγγλους ιστορικούς του βιβλίου και αφορά τις υλικές μορφές του. Η «υλική βιβλιογραφία», όπως ονομάζεται, μελετά την εξωτερική εμφάνιση των κειμένων, προκειμένου να εντοπίσει τη γενεαλογία τους και τις παραλλαγές τους, με σκοπό μια όσο γίνεται περισσότερο γνήσια και αξιόπιστη έκδοση. Ο τρίτος προέκτεινε αυτή την προοπτική στη μελέτη της εσωτερικής διάταξης του βιβλίου όπου και ανιχνεύτηκαν ερωτήματα για την υλική διάταξη του κειμένου ενός συγκεκριμένου βιβλίου και των πληροφοριών που παρέχει για τις έμμεσες συνθήκες οργάνωσής του. Ο τελευταίος άξονας στοχεύει στη δημιουργία συγκριτικής ιστορίας του βιβλίου, καθώς μέχρι τη δεκαετία του 1980, ο τομέας αυτός είχε αντιμετωπιστεί σε πλαίσιο σχεδόν αποκλειστικά εθνικό.[19]

Ο συσχετισμός των βιβλίων με τον αναγνώστη τους είναι τελείως διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο συσχετισμό μεταξύ κοινών αντικειμένων και των χρηστών τους. Η ενδυμασία, τα εργαλεία, το φαγητό όλα έχουν μια συμβολική λειτουργία, ωστόσο τα βιβλία επιβάλλουν στους αναγνώστες τους ένα συμβολισμό  πολύ πιο σύνθετο από εκείνον ενός οποιουδήποτε αντικειμένου. Η ίδια η κατοχή βιβλίων υπονοεί κοινωνική στάθμη και έναν κάποιο πνευματικό και υλικό πλούτο.[20]

Το ελληνικό κοινό τα τελευταία χρόνια έχει πρόσβαση σε αυτού του είδους την ιστορία αφού έχουν μεταφραστεί μια σειρά εγχειριδίων που αφορούν ποικίλα ιστορικά συμφραζόμενα.[21] Επίκεντρό τους έχουν τις εξελίξεις στον κόσμο του βιβλίου και τις αναγνωστικές συνήθειες από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Οι θεματικές τους είναι πολύπλευρες και επιχειρήθηκε, χρησιμοποιώντας οικονομολογικά και κοινωνιολογικά εργαλεία, να ερμηνευτούν τόσο οι αναγνωστικές συνήθειες όσο και η εξέλιξη του βιβλίου. Εντούτοις παρατηρείται ότι το βιβλίο στις μουσουλμανικές χώρες, ανεξάρτητα των ιστορικών συμφραζομένων, δεν έχει γίνει αντικείμενο μελέτης σε βάθος και δεν έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη η εν γένει δυναμική του.[22]

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε να αναφέρουμε εδώ τις πρωτοπόρες μελέτες που εκπόνησε σχετικά με τον υλικό πολιτισμό ο Fernard Braudel κατά τη δεκαετία του 1970, οι οποίες αποτέλεσαν την απαρχή για σχεδόν όλες τις παραπάνω αναζητήσεις. Στο τρίτομο έργο του Braudel ανιχνεύεται μια πρώτη προσπάθεια να μελετηθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός μέσα από το πρίσμα της καθημερινότητας. Η καθημερινή τροφή, το ποτό, η ενδυμασία, το βιβλίο, τα όπλα, η κατοικία, οι μεταφορές σε πρώτο επίπεδο αλλά και ο προσδιορισμός του περιττού και του κοινού, η εννοιολογική χρήση του όρου μόδα και η διάκριση του συνηθισμένου από το πολυτελές σε δεύτερο επίπεδο που, πλέον, έχουν γίνει αντικείμενο έρευνας για τους σύγχρονους ιστορικούς, έχουν εφαλτήριο τις μελέτες του γάλλου ιστορικού.[23]

***

Γλώσσα, εκπαίδευση και εγγραμματοσύνη

Λίγους μήνες πριν την κατάληψη του Βελιγραδίου από τον αυστριακό στρατό κατά τη διάρκεια της προέλασής του στη Βαλκανική χερσόνησο υπό τη διοίκηση του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας, η σύζυγος του προξένου της Μ. Βρετανίας, λαίδη Μαίρη Μόνταγκιου, καθ’ οδόν για την Κωνσταντινούπολη, διανυκτέρευσε και φιλοξενήθηκε από ένα μουσουλμάνο προύχοντα της πόλης[24]. Ούσα στην πόλη, στις 12 Φεβρουαρίου 1717, σε μια από τις επιστολές της στον Αλέξανδρο Πόουπ[25] διαβάζουμε την παρακάτω περιγραφή: «Περιμέναμε να μας επιτραπεί να αναχωρήσουμε μετά από παραμονή μιας νύχτας εδώ [Βελιγράδι] αλλά ο πασάς είχε αποφασίσει να μας κρατήσει μέχρι να πάρει διαταγές από την Αδριανούπολη. Στο μεταξύ, έχουμε καταλύσει σε ένα απ’ τα καλύτερα σπίτια, που ανήκει σε έναν από τους σπουδαιότερους προύχοντες εδώ, και μας φρουρεί μια ολόκληρη δύναμη γενιτσάρων. Η μοναδική μου διασκέδαση είναι οι συζητήσεις μου με τον σπιτονοικοκύρη μας Αχμετ-μπεκ (Bey) που ο τίτλος είναι ανάλογος με εκείνον του κόμη στη Γερμανία. Ο πατέρας του ήταν ένας πολύ μεγάλος πασάς και ο ίδιος είναι μορφωμένος στους εκλεκτότερους τομείς της ανατολικής σοφίας, γνωρίζει άριστα την περσική και την αραβική γλώσσα και είναι ικανότατος γραφέας έχοντας τον τίτλο του εφέντη … Ο Αχμέτ-Μπεκ έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη με πολλά και ποικίλα αραβικά βιβλία και μου λέει ότι περνάει εκεί τον περισσότερο καιρό».[26]

Δυστυχώς, πέρα από αύτη τη σύντομη περιγραφή της λαίδη Μόνταγκιου για τις αναγνωστικές συνήθειες του Αχμέτ Μπέη, δε διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία για να ανασυνθέσουμε την ζωή του. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν επιβίωσε της πολιορκίας, αν συνέχισε να ζει στην πόλη του Βελιγραδίου ή αν αναγκάστηκε να μετοικήσει. Ακόμα λιγότερες πληροφορίες έχουμε για την τύχη της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Εντούτοις εγείρονται μια σειρά σημαντικών προβληματικών γύρω από το βιβλίο.

Η γλώσσα, γραπτή ή προφορική, συγχρόνως ως μέσο έκφρασης αλλά και ως περιοριστικός μηχανισμός της σκέψης αποτελεί βασικό δείκτη των κοινωνικών σηματοδοτήσεων. Με σαφείς ενοποιητικές λειτουργίες αλλά και τάσεις διαφοροποίησης, η γλώσσα εξυπηρετεί τις ανάγκες κοινωνικών ομάδων για έκφραση καθορίζοντας και τα όρια τους. Για παράδειγμα, διαφορετικό είναι το λεξιλόγιο των κρατικών λειτουργών από εκείνο των εμπόρων και των πωλητών, παρότι μπορεί να κατοικούν στο ίδιο αστικό περιβάλλον. Εάν αναλογιστούμε την «υψηλή οθωμανική» γλώσσα, με σημαντικότερη έκφραση της στην ποίηση, όπου χαρακτηριστική είναι η χρήση του αραβοπερσικού λεξιλογίου γίνεται εμφανές ότι τα «γλωσσικά επίπεδα» στην οθωμανική περίπτωση ενδέχεται να έχουν ακραία θέση.[27] Ο Αχμέτ Μπέη, μετέχοντας σε μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική διαδικασία, φαίνεται να έχει αποκτήσει μια ευχέρεια πέρα από τα τουρκικά και στα περσικά, την γλώσσα της «υψηλής» κουλτούρας αλλά και στα αραβικά, γλώσσα της θρησκείας, όλες συνισταμένες της οθωμανικής γλώσσας.

Η οθωμανική φιλολογική παραγωγή, που ως μέσο έκφρασής της έχει την οθωμανική γλώσσα, θα μπορούσε σχηματικά να χωριστεί σε δυο κατηγορίες: τη «λόγια» λογοτεχνία[28] και τη «λαϊκή» αστική και αγροτική λογοτεχνία. Ο κύριος όγκος της λόγιας ή γραπτής παραγωγής περιλαμβάνει εκτός από θεολογικές και ιστορικές πραγματείες και το μνημειώδες έργο ορισμένων σημαντικών προσωπικοτήτων όπως είναι παραδείγματος χάρη οι Εβλιγιά Τσελεμπή και Κιατίπ Τσελεμπή. Η ποίηση ντιβανή (divânı) χρησιμοποιεί μια δυσπρόσιτη γλώσσα, περισσότερο περσική παρά τουρκική, δυσχεραίνει την προσέγγιση των ποιημάτων γεγονός που κάνει τη διάχυση της στα λαϊκά στρώματα μάλλον προβληματική. Εν πολλοίς οι ποιητές παραμένουν περιχαρακωμένοι αδιαφορώντας για το κοινό τους ενώ οι δυνατότητες για ευρεία κυκλοφορία του χειρογράφου παραμένουν περιορισμένες. Φορέας διάχυσης της κουλτούρας ντιβανή στα λαϊκά στρώματα πρέπει να θεωρηθεί ο επαγγελματίας παραμυθάς και διασκεδαστής (meddah).

Παρ’ όλο τον υψηλό βαθμό διάχυσης, πολύ λιγότερα είναι όσα κείμενα έχουν διασωθεί από τη «λαϊκή» παραγωγή. Ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον, μπορούμε να κάνουμε μια διάκριση στην παραγωγή των κατώτερων αστικών στρωμάτων και εκείνη των αγροτικών, ενίοτε ημινομαδικών πληθυσμών. Τα έργα του Καραγκιόζ (Karagöz), του ορτά ογιουνού (orta oyunu), οι ιστορίες των μεντάχ, τα λαϊκά αστικά τραγούδια (şarkı) αποτελούν τμήμα της αστικής κουλτούρας, ενώ στον αντίποδα τα διάφορα δημοτικά τραγούδια κα τα τραγούδια των ασίκηδων, τα παραμύθια και οι θρύλοι, τα έπη, οι ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα, ορισμένα συναξάρια μπεκτασήδων αγίων, οι παροιμίες και τα αινίγματα εντάσσονται στην αγροτική παραγωγή.

Επίσης υπάρχει μια μερίδα του οθωμανικού αναγνωστικού κοινού, που είτε γνωρίζει την περσική γλώσσα, όπως ο Αχμέτ Μπέη, είτε δείχνει κάποια προτίμηση στην περσικά βιβλία.[29] Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ουαιώνα, που οι οθωμανοπερσικές σχέσεις είναι έντονες, πλειάδα περσικών χειρογράφων, είτε ως δώρα μέσω επίσημων αποστολών στην Κωνσταντινούπολη από μέλη της Σαφαβιδικής δυναστείας είτε ως λάφυρα πολέμου βρίσκουν τον δρόμο τους προς τις οθωμανικές βιβλιοθήκες. Επιπλέον Πέρσες λόγιοι, αυτομολήσαντες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, φέρουν μαζί τους τμήματα των βιβλιοθηκών τους. Τις περισσότερες φορές, λόγω της υψηλής αξίας των συγκεκριμένων βιβλίων οι κάτοχοι, ανήκουν στην ανώτερη οθωμανική στρατιωτική ελίτ (askeri) της πρωτεύουσας ή των επαρχιών. Ο σουλτάνος, το αυλικό περιβάλλον μαζί με ορισμένα άτομα της στρατιωτικής ελίτ φαίνεται να εκτιμούν περισσότερο τα περσικά βιβλία από όσο οι νομομαθείς (ulema).[30]

Σε ὀ, τι αφορά το ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης, εξαιτίας της έλλειψης ενός κεντρικά οργανωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, δε διαθέτουμε συγκεντρωτικά στοιχεία για όλη την αυτοκρατορία. Επίσης δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με σιγουριά πόσο υψηλό ήταν το ποσοστό του πληθυσμού των πόλεων και των χωριών που γνώριζε γραφή και ανάγνωση.[31] Ο Donald Qautaert, συγκρίνοντας τα ποσοστά της εγγραμματοσύνης των μουσουλμάνων στις αρχές και στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρεί σημαντική αύξηση, θεωρεί ότι πριν τον 19ο αιώνα μόνο μια σχετικά περιορισμένη ομάδα ανδρών γνώριζε γραφή και ανάγνωση ενώ μεταξύ των γυναικών εξαιρετικά λίγες γνώριζαν ανάγνωση και μόνο χάρη στην ανάδυση ενός κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος και ιδιωτικών σχολείων η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά.[32]

Παρόλα αυτά σε αρκετά αστικά κέντρα υπήρχαν πολυάριθμα σχολεία, είτε χρηματοδοτούμενα από ευαγή ιδρύματα είτε με την αποζημίωση ιδιωτικών δασκάλων, στα οποία, κυρίως, τα αγόρια της προεφηβικής ηλικίας και σε ορισμένες περιπτώσεις και τα κορίτσια μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και απαγγελία του Κορανίου. Η θρησκευτική μόρφωση αποτελούσε τον κύριο στόχο των σχολείων αυτών χωρίς όμως να υπολείπονται και άλλα γνωστικά αντικείμενα.[33] Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τους αγροτικούς, μη αστικούς, χώρους είναι σαφώς λιγότερες αλλά πρέπει να υποθέσουμε ότι τόσο η πρόσβαση στην εκπαιδευτική διαδικασία όσο και στον κόσμο του βιβλίου ήταν αρκετά περιορισμένη.[34]

Για τη διδασκαλία θρησκευτικού δικαίου και θεολογίας, ένα μικρότερο μέρος του πληθυσμού παρακολουθούσε μαθήματα στα αραβικά σε μεντρεσέδες.[35] Σύμφωνα με τον Halil İnalcık, οι οθωμανικοί μεντρεσέδες ακολουθούσαν τις πιο φιλελεύθερες παραδόσεις του σουννιτικού Ισλάμ.[36] Σταθερά η Κωνσταντινούπολη διαθέτει τις περισσότερες εκπαιδευτικές δομές οι οποίες συνοδεύονται και από μεγάλες βιβλιοθήκες με τη μορφή βακουφιού και μια διευρυμένη αγορά βιβλίων.[37] Για τη Μανίσα του 16ου αιώνα, που είχε εξελιχθεί σε έδρα του πρίγκιπα–διαδόχου (sehzade) του οθωμανικού θρόνου, γνωρίζουμε ότι υπήρχαν έξι μεντρεσέδες ενώ στην Προύσα της ίδιας εποχής φαίνεται να υπάρχουν πενήντα. Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα στην Σόφια έχουν δημιουργηθεί έντεκα μεντρεσέδες και τουλάχιστον είκοσι πέντε πρωτοβάθμια σχολεία (mekteb). Ο αριθμός των πρωτοβάθμιων σχολείων για το Κάιρο είναι περίπου τριακόσια ενώ οι μεντρεσέδες είναι σχεδόν διπλάσιοι της Σόφιας.[38]

Ο αριθμός και η διακίνηση των έντυπων βιβλίων, περιορισμένος μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην ανίχνευση της ανάγνωσης των κατοίκων των πόλεων, αλλά χειρόγραφα, όπως θα γίνει φανερό παρακάτω, αντίτυπα του Κορανίου, μπορούσε να αποκτήσει κανείς σε μια μέτρια τιμή τουλάχιστον τόσο στην αγορά της πρωτεύουσας όσο και των επαρχιών.[39]

***

Βιβλιοθήκες και αναγνωστικές συνήθειες

 

Την χρονιά που ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566) οδηγούσε νικηφόρα τα οθωμανικά στρατεύματα εναντίον της ουγγρικής αριστοκρατίας στη μάχη του Μόχατς (1526), ο Πέτρος Μπραγκαδίν, βενετός βάιλος της Κωνσταντινούπολης, σε έκθεση (relazione), την οποία διάβασε μπροστά στη Γερουσία, γράφει, μεταξύ άλλων: « … Ο Μέγας Αυθέντης των Τούρκων έχει τρεις πασάδες. Ο πρώτος ονομάζεται Ιμπραήμ ετών 33, είναι ο έμπιστος του Μ. Αυθέντου ό,τι θέλει αυτός κάμνει, ούτε και ο Αυθέντης κάμνει τι χωρίς την συμβουλήν του Ιμπραήμ Πασσά. [40] Ούτος κατάγεται εκ Πάργας. Είναι δηλαδή υπήκοός μας. Δεν έχει παιδιά, είναι ισχνός. Έχει πρόσωπον μικρόν. Είναι εύγλωττος και του αρέσει πολύ να διαβάζει βιβλία, ήτοι την ζωήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Αννίβα και πολεμικά βιβλία ως και ιστορία. Είναι πεπαιδευμένος. Αναγιγνώσκει φιλοσοφίαν και γνωρίζει καλά τους νόμους…. Έχει έσοδα 150 χιλ. δουκάτα και είναι και Μπεηλέρμπεης της Ελλάδας. Έχει 1500 σκλάβους, ωραία ενδεδυμένους με μεταξωτά χρυσοποίκιλτα χρώματος ερυθρού…».[41]

Πέρα από την καταγωγή και την επιρροή που φαίνεται να ασκεί ο ευνοούμενος του σουλτάνου στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, κάτι που ενδιαφέρει μάλλον άμεσα τους Βενετούς στην χάραξη της πολιτικής τους στην ανατολική Μεσόγειο, η παιδεία και η πρόσβαση του στον κόσμο του βιβλίου φαίνεται να εντυπωσιάζουν το Βενετό αξιωματούχο. Αυτό που κινεί, όμως, περισσότερο το ενδιαφέρον του είναι το εύρος των αναγνωσμάτων του σαντραζάμη που δεν περιορίζεται σε θεολογικές πραγματείες αλλά εμφανώς είναι πολύ μεγαλύτερο. Σε ποιά γλώσσα, όμως, διαβάζει τις ιστορίες του Αλέξανδρου και του Αννίβα; Είναι σε θέση να τις διαβάσει από το ελληνικό πρωτότυπο ή καταφεύγει σε αραβικές μεταφράσεις; Το πιθανότερο είναι πως είχε πρόσβαση σε αραβικές μεταφράσεις, όπως έκανε και ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄(1444-1446, 1451-1481), στην βιβλιοθήκη του οποίου, όμως, εντοπίζονται και ορισμένα ελληνικά χειρόγραφα.[42]

Είναι γεγονός, όμως, ότι οι μεγάλες συλλογές βιβλίων της αυτοκρατορίας φυλάσσονταν στην πρωτεύουσα. Φαίνεται ότι ο Ιμπραήμ δεν ήταν ο μοναδικός βεζίρης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή με αναγνωστικά ενδιαφέροντα. Ένας άλλος Μεγάλος Βεζίρης και γαμπρός του σουλτάνου, ο Ρουστέμ Πασάς (θ.1561), διαθέτει μια βιβλιοθήκη πέντε χιλιάδων τόμων, εκ των οποίων εκατό είναι διακοσμημένοι με πολύτιμους λίθους και μέταλλα. Ανάμεσα στους πιο γνωστούς κατόχους βιβλίων και ιδρυτών βιβλιοθηκών της Κωνσταντινούπολης συγκαταλέγονται οι Μεγάλοι Βεζίρηδες Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλού και Χεκίμογλου Αλί Πασάς που ίδρυσε μια πολυτελή κατασκευή στο πλαίσιο ενός συμπλέγματος τζαμιών.[43]

Ο ίδιος ο σουλτάνος συλλέγει και φυλάσσει βιβλία στο παλάτι, στεγασμένα σε διάφορα κτήρια. Ήδη από την εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄, ο οποίος συγκέντρωσε μια μικρή βιβλιοθήκη χειρογράφων στεγαζόμενη στο κρατικό θησαυροφυλάκιο άρχισαν να συρρέουν βιβλία στο παλάτι.[44] Κατά το 18ο αιώνα, ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄ ανέθεσε την κατασκευή της δικής του βιβλιοθήκης, εξαιρετικά πολυτελούς, στο μέσο της τρίτης αυλής του παλατιού του Τοπκαπί την οποία περιέβαλλε και αναγνωστήριο.[45] Ωστόσο αυτές οι συλλογές ήταν σπάνια προσιτές σε όσους διανοούμενους και βιβλιόφιλους δεν ανήκαν στο αυλικό προσωπικό. Επίσης, σουλτάνοι όπως ο Μαχμούτ Α΄ (1730-1745), που ίδρυσε τη βιβλιοθήκη και το ιμαρέτι της Αγίας Σοφίας, αφιερώνοντας τους φόρους του χωριού Κλάντοβο, χρηματοδοτούσαν τη σύσταση βιβλιοθηκών και έξω από τα στενά όρια του παλατιού.[46]

Mια ακόμη δυνατότητα πρόσβασης στον κόσμο του βιβλίου προσέφεραν τα μοναστήρια (tekke ή zaviye) των δερβίσηδων. Αντίθετα με τις βιβλιοθήκες του σουλτάνου ή των υψηλών αξιωματούχων θα μπορούσαμε να τις θεωρούσαμε ως «δημόσιες» βιβλιοθήκες ή ως βιβλιοθήκες που έχουν δημιουργηθεί με ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά εξυπηρετούν ένα ευρύτερο σκοπό. Εντούτοις, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό για το ποιές ακριβώς ήταν οι κοινωνικές ομάδες, εκτός από τους δερβίσηδες, οι οποίες ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες τους είχαν πρόσβαση σε αυτές τις βιβλιοθήκες. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι οι επαρχιακές ελίτ, είτε των πόλεων είτε της υπαίθρου, είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες προσέγγισης.

Το διασημότερο παράδειγμα είναι αναμφισβήτητα το κεντρικό μοναστήρι των μεβλεβήδων δερβίσηδων στο Ικόνιο, του οποίου η βιβλιοθήκη διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Στο δημοσιευμένο κατάλογο που εκτείνεται σε 3 ογκώδεις τόμους, η βιβλιοθήκη του τάγματος, που ιδρύθηκε από τον ίδιο το Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί, διέθετε αντίτυπα του Κορανίου, ερμηνευτικές πραγματείες, μεγάλες συλλογές από παραδόσεις προφητών και μια αξιόλογη συλλογή ποιητικών κειμένων. Η μοναδικότητα της συλλογής των μεβλεβήδων έγκειται στα κείμενα του ανατολικού μυστικισμού. Αντίθετα με τους χρονικογράφους, που εν γένει κατείχαν σημαντική θέση μεταξύ των Οθωμανών συγγραφέων, εδώ εκπροσωπούνται ελάχιστα. Ο τεκκές του Αμπντάλ Μουσά των μπεκτασήδων, όπως η πλειονότητα των μοναστηριών, διέθετε βιβλιοθήκη. Παρ’ όλο που σήμερα έχει καταστραφεί, ένας κατάλογος του 1826 απαριθμεί τα βιβλία του μοναστηριού.[47]

Ρομαντικές ιστορίες αγάπης όπως του Χουσρέβ και της Σιρίν, περσικής επιρροής, απαιτούσαν την ύπαρξη περσοτουρκικών λεξικών αλλά και γραμματικών. Ως βοηθήματα στην κατανόηση του Κορανίου υπήρχαν κείμενα για την αραβική γραμματική. Οι δερβίσηδες συνέλεγαν με περισσότερη επιμέλεια νομικά βιβλία, πιθανόν για πρακτικούς λόγους και σε μικρότερο βαθμό εγχειρίδια ιατρικής. Επιπλέον, υπάρχουν βίοι αγίων της Μικράς Ασίας και ιδρυτικοί μύθοι τεκέδων, όπως του Χατζή Μπεκτάς και του Πιρί Μπαμπά από την Μερζιφώνα, που υποθέτουμε ότι αντιγράφονταν από τους ίδιους τους δερβίσηδες αλλά δεν λείπουν και αφηγήσεις γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο, οι οποίες εντοπίζονται σε αυτοβιογραφικά κείμενα ή ημερολόγια.[48]

Το βιβλίο, ανάμεσα στις μουσουλμανικές κοινότητες των πόλεων της επαρχίας, έχαιρε εξίσου μεγάλης εκτίμησης και αναγνωριζόταν ως σύμβολο κύρους. Έχοντας, ήδη στο προηγούμενο κεφάλαιο, εξετάσει την περίπτωση του Αχμέτ Μπέη, προύχοντα του Βελιγραδίου, ο οποίος δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά εντάσσεται, μάλλον, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιβλιοφιλίας είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε αντίστοιχα παραδείγματα σε πολλές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Ντεφτερντάρης Αλή Τσελεμπή, προύχοντας της μεθοριακής Βούδας των τελών του 16ου αιώνα, στο κατάστιχο απογραφής της περιουσίας του (tereke defteri) κληροδοτεί, πέρα από μια σειρά προσωπικών αντικειμένων και οικιακού εξοπλισμού μια σημαντική βιβλιοθήκη. Εκτός από το Κοράνι και μερικές θεολογικές πραγματείες, τρία λεξικά (δυο περσικά και ένα αραβικό), πέντε ιστορικά βιβλία, ένα βιβλίο αστρονομίας, ένα ιατρικό, ένα σκακιστικό, τρία βιβλία μαντείας και γρίφων και πάνω από σαράντα βιβλία λογοτεχνίας, με ιδιαίτερο βάρος στην ποίηση ντιβανή, βρίσκονται στην κατοχή του. Επίσης, λόγω του αξιώματος του, καταγράφεται ένα αναλόγιο και διάφορα είδη γραφικής ύλης, όπως πένες και χαρτί διαφορετικού τύπου.[49]

Μεγάλο μέρος των μελετητών της οθωμανικής ιστορίας αξιοποιεί ως πηγή τους ιεροδικαστικούς κώδικες (kadı sicilleri) αλλά ελάχιστοι έχουν χρησιμοποιήσει τα κατάστιχα απογραφής κληρονομιών (kassâm, muhallefat ή tereke defterleri)[50], ιδιαίτερα με άξονα το βιβλίο, για να ερευνήσουν όψεις της κοινωνίας.[51] Πέρα από τις σημαντικές δυνατότητες, που έχουν επισημάνει κατά καιρούς οι ερευνητές, των πηγών αυτών για ανάλυση δεν πρέπει να ξεχνάμε τα όρια τους. Η καταγραφή της περιουσίας δεν ήταν υποχρεωτική και τις περισσότερες φορές γινόταν όταν υπήρχε διαμάχη ή όταν ο θανών δεν άφηνε απογόνους και η περιουσία περνούσε στα χέρια του κρατικού θησαυροφυλακίου (beytümal). Τα κατάστιχα καταδεικνύουν την κατάσταση τη στιγμή του θανάτου συνεπώς είναι δύσκολο να υποθέσουμε, εάν ο θανών είχε στην κατοχή του περισσότερα βιβλία, που είτε πούλησε είτε αφιέρωσε σε βακούφια. Επίσης, η αναγραφόμενη τιμή του βιβλίου δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά στη αρχική τιμή του αλλά περισσότερο είναι η τρέχουσα αξία του αντικειμένου. Συνεπώς η πηγή μας θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και δεν μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε με βεβαιότητα το σύνολο των ιδιωτικών συλλογών βιβλίων που υπήρχαν σε δεδομένη περιοχή και χρονική περίοδο.[52]

Για την Σόφια, μια θρησκευτικά μεικτή κοινωνία, όπως εκείνη του Βελιγραδίου, τοποθετημένη πάνω στους εμπορικούς δρόμους του κέντρου της Ρούμελης, μελετώντας μια σειρά χιλίων εκατό ασυνεχών κατάστιχων, από το έτος 1671 έως το έτος 1833, μπορούμε να εντοπίσουμε μόνο εκατόν ογδόντα μουσουλμάνους κατόχους βιβλίων[53]. Το ένα πέμπτο περίπου είναι γυναίκες ενώ μόνο το ένα τρίτο έχει πάνω από δυο βιβλία. Όπως είναι αναμενόμενο, το Κοράνι έχει ευρύτατη διάδοση ανάμεσα στους μουσουλμάνους κατοίκους της Σόφιας και αρκετές φορές είναι το πιο ακριβό χειρόγραφο.[54] Το θρησκευτικό ποίημα «Μωαμεθιάδα» (Muhammediye) που συντέθηκε το 1449 από τον Οθωμανό μυστικιστή Γιαζιτζίογλου Μεχμέτ (θ. 1451), σε γλώσσα λαϊκή, και περιγράφει τη ζωή του προφήτη Μωάμεθ φαίνεται να έχει σημαντική απήχηση.[55] Μια διάκριση που μπορεί να γίνει στο ανδρικό αναγνωστικό κοινό είναι αυτή ανάμεσα σε αξιωματούχους σε στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις, στους ουλεμά, και τους τεχνίτες. Οι πρώτοι διαθέτουν μεσαίου μεγέθους βιβλιοθήκες αλλά εν γένει μεγάλες περιουσίες και ίσως διαθέτουν τον τίτλο του Χατζή (hacı) ή του απογόνου του προφήτη (seyyid). Οι πιο πλούσιες βιβλιοθήκες, με περιορισμένη, όμως, θεματική ανήκουν στους ουλεμα, ενώ οι τεχνίτες περιορίζονταν στα πολύ βασικά εγχειρίδια.[56]

Φαίνεται πως η Σόφια σε σύγκριση με την οθωμανική πρωτεύουσα μάλλον υπολείπεται σε αριθμό βιβλιοθηκών και κατ’ επέκταση σε αναγνώστες. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, ενδείξεις ότι το αναγνωστικό προφίλ μιας άλλης βαλκανικής πόλης, της Θεσσαλονίκης του 19ου αιώνα, μοιάζει αρκετά. Οι μισοί από τους πενήντα τέσσερις κατόχους βιβλίων περιορίζονται στο Κοράνι ή σε ερμηνευτικές πραγματείες. Η ύπαρξη του βιβλίου στην πόλη είναι μάλλον ισχνή ενώ η πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού είναι άνδρες, μέλη της ανώτερης οικονομικής ομάδας. Η πιο σημαντική διαφορά είναι ο εμφανώς μικρότερος αριθμός ιδιοκτητών βιβλίων.[57]

Μελετώντας τους κώδικες του καδή του Βιδινίου την πρώτη πεντηκονταετία του 18ου αιώνα βρίσκουμε μερικούς κατόχους βιβλίων. Η πλειονότητα, και εδώ, έχει μόνο δυο βιβλία στην κατοχή της συνήθως το Κοράνι και ένα ερμηνευτικό εγχειρίδιο θρησκευτικού περιεχομένου. Εξαιρέσεις μάλλον, αποτελούν ο Μουσταφά Εφέντη υιός Μουσλιχουντίν, που είναι ο μεγαλύτερος κάτοχος με ογδόντα βιβλία και ακολουθεί με πενήντα ο καδής Σαμπάν Εφέντη Χατζή Αλή. Ενδεικτικός για την σημασία που έχουν τα βιβλία για τους Οθωμανούς είναι και ο βακουφναμές του τουρνατσίμπαση Χασάν Αγά του Βιδινίου στα 1728. Ο Χασάν Αγά δωρίζει εκατόν δεκαοκτώ βιβλία, που μετά την κατάκτηση του Βελιγραδιού μεταφέρθηκαν στο Βιδίνι, προς όφελος «των ουλεμά και των μαθητών των μεντρεσέδων» της πόλης.[58]

Ο Οσμάν Πασβάντογλου, βαλής του Βιδινίου, για να προφυλάξει την συλλογή των βιβλίων του, διέταξε το χτίσιμο μιας βιβλιοθήκης δίπλα σε ένα προϋπάρχοντα μεντρεσέ. Στην κτητορική επιγραφή, που κοσμεί το υπέρθυρο της πρώτης εισόδου της βιβλιοθήκης διαβάζουμε μια ευχή για το νέο κτήριο: ας είναι ευλογημένο το νεοιδρυμένο όμορφο κτήριο και ας ξεχωρίσει (Μatlai musil ser-i menzil fasl ve ifsal) και ένα έπαινο για τα βιβλία τα φύλλα και οι σελίδες του καθενός από τα βιβλία είναι σοφία και γνώση (Ηer kitabı varak suhuf ûlüm-u hikmet).

Στην περιοχή της Μικρά Ασίας, η μελέτη πεντακοσίων δώδεκα κατάστιχων απογραφής κληρονομίας του ιεροδικείου της Προύσας για το έτος 1492 έδειξε ότι μόνο τα είκοσι οχτώ περιέχουν βιβλία. Τόσο άντρες όσο και γυναίκες, που oı τελευταίες περιορίζονταν, μάλλον, σε κατοχή αντιτύπων του Κορανίου, κληροδοτούν βιβλία είτε στους συγγενείς τους είτε σε βακούφια. Μια κατηγοριοποίηση όλων των βιβλίων που εμφανίζονται στις κληρονομίες καλύπτει τις παρακάτω θεματικές: Κοράνι, ερμηνευτικές πραγματείες, θεολογικά, μυστικιστικά και νομικά κείμενα, βιβλία φιλοσοφίας, ιατρικής, γεωμετρίας, γραμματικές και λογοτεχνία. Η πλειονότητα των συγγραφέων έχουν ζήσει τον 13ο αιώνα. Όλα τα βιβλία είναι χειρόγραφα, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στα κατάστιχα περιλαμβάνονται κληρονομιές μη μουσουλμάνων υπηκόων αλλά και δυο μη Οθωμανών, Ιταλών από τη Χίο και τον Καφφά της Κριμαίας. Καταγράφοντας τα βιβλία, ο κασσάμης κατέφυγε σε πολλές συντομογραφίες. Ενίοτε ένας σύντομος τίτλος δίνονταν χωρίς το όνομα του συγγραφέα, ενώ σε πολύ γνωστά βιβλία μόνο το όνομα του συγγραφέα.

Η σημαντικότερη καταγραφή, με 129 βιβλία, είναι του δασκάλου ενός μεντρεσέ, μεβλανά Σουτζά αλ Μουντερίς που περιλαμβάνει βιβλία για την ιατρική, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και τη λογική και μια εγγραφή με τον τίτλο λεξικά (lügatlar) χωρίς να ορίζεται σε ποία γλώσσα. Λόγω της φύσης των αντικειμένων που κληροδοτούνταν, επειδή δεν μπορούσαν να μοιραστούν στους κληρονόμους, παραδίδονταν σε ένα επαγγελματία δημοπράτη (dallâl), ο οποίος αφού τα πουλούσε μοίραζε στους κληρονόμους τα χρήματα. Στην δημοπρασία οι κληρονόμοι είχαν την δυνατότητα ή να εγκρίνουν την πώληση ή να αγοράσουν το μερίδιο από τους υπόλοιπους κληρονόμους. [59]

Ένα αιώνα αργότερα, η κατάσταση του βιβλίου στην Προύσα φαίνεται αρκετά αλλαγμένη. Σε σύνολο διακοσίων κατάστιχων απογραφής κληρονομιών καταγράφονται 1954 βιβλία μοιρασμένα σε εκατόν οκτώ συνοικίες (mahalle) συνολικής αξίας περίπου 190 χιλιάδων ακτσέδων. Συγκριτικά με τη συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων, κάτι λιγότερο, δηλαδή, από έντεκα εκατομμύρια ακτσέδες, των καταγεγραμμένων κατοίκων της Προύσας, η αξία των βιβλίων αντιπροσωπεύει περίπου το 2%. Αναφορικά με τη διασπορά των κατόχων βιβλίων ανά συνοικία, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μόλις σε τέσσερεις αναγνώστες στις συνοικία Σελτσούκ Χατούν αντιστοιχούν 123 βιβλία. Στη συνοικία Μακσέμ, ο ίδιος αριθμός αναγνωστών μοιράζεται 116 βιβλία. Μεγαλύτερη συγκέντρωση βιβλίων φαίνεται να έχουν οι συνοικίες που έχουν κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, όπως για παράδειγμα ένα μεντρεσέ, ή κατοικεί κάποιος ουλεμά χωρίς, όμως αυτό να είναι ο κανόνας. Παράλληλα εμφανίζονται και τέσσερα χωριά κοντά στην Προύσα, οι κάτοικοι των οποίων έχουν στην κατοχή τους τέσσερα βιβλία, που μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα.[60]

Το Κοράνι και οι ερμηνευτικές πραγματείες συνεχίζουν να είναι τα πιο διαδεδομένα και πιο ακριβά βιβλία στην Προύσα, ενώ η λογοτεχνία, η ιστορία, η φιλοσοφία, η ιατρική, η αστρονομία και η λογική ακολουθούν.[61] Στην πλειονότητα τους φαίνεται οι τιμές των βιβλίων να παραμένουν σταθερές κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα σε αντίθεση με τον αριθμό των κατόχων βιβλιοθηκών που μειώνεται σημαντικά.[62]

Πάντως, στην Καισάρεια των τελών του 17ου αιώνα, συναντούμε κάτι παράδοξο. Ένας νεαρός, ο οποίος ούτε κατέχει κάποιο τίτλο ούτε διαθέτει επιπλέον περιουσιακά στοιχεία, πέρα από δυο αλλαξιές ρούχων, μετά τον θάνατό του αφήνει μια βιβλιοθήκη εβδομήντα έξι τόμων. Τα πιο ακριβά βιβλία κυμαίνονται μεταξύ τεσσάρων και επτά γροσιών ενώ πέρα από τα θρησκευτικά και νομικά βιβλία, κάτι που μάλλον θα τον κατέτασσε σε ένα επίδοξο ουλεμά της πόλης, ανακαλύπτουμε και βιβλία αστρονομίας, τουρκικής ποίησης, κανόνων της περσικής ποίησης. Η συνολική αξία της βιβλιοθήκης, εβδομήντα γρόσια, δεν πρέπει να θεωρηθεί αμελητέα γιατί ταυτίζεται περίπου με εκείνη ενός σπιτιού της περιόδου.[63]

Ο χάνος του Μπιτλίς, Αμπντάλ Χαν, που φροντίζει για την φιλοξενία του Εβλιγιά Τσελεμπή στη πόλη κατά τα έτη 1655 και 1656 εντυπωσιάζει τον συγγραφέα και οι πνευματικές του αρετές περιγράφονται με τα ζωηρότερα χρώματα. Μετά την πρώτη επίσκεψη του Εβλιγιά, ο χάνος πέφτει σε δυσμένεια, απομακρύνεται από το αξίωμα του και αποφασίζεται να δημευτεί η περιουσία του. Ανάμεσα στα προς δημοπρασία  υπάρχοντα βρίσκεται και μια ιδιαιτέρως πλούσια βιβλιοθήκη.[64]

Τα βιβλία χωράνε μέσα σε εφτά σεντούκια που φορτώνονταν σε καμήλα (deve sandıkları) και φέρουν την σφραγίδα του χάνου. Καταγράφονται 76 δεμένοι τόμοι με προσωπικές συνθέσεις του χάνου στα περσικά, τουρκικά και αραβικά και 105 πραγματείες (risale) με ποικίλες θεματικές. Στη συλλογή του υπήρχαν όχι λιγότερα από ογδόντα οθωμανικά βιβλία μαζί με λεξικά και την ιστορία του Πετσεβή, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Στον κατάλογο βρίσκονται επιπλέον 200 ευρωπαϊκά βιβλία τυπωμένα (hatti basmasıyle) με εικόνες. Ανάμεσα τους γεωγραφικά εγχειρίδια μαζί με ένα μεγάλο αριθμό σχεδίων και ευρωπαϊκών αλλά και περσικών πινάκων.[65]

Ο συγγραφέας του Οδοιπορικού (Seyahatname) με θλίψη μας παραδίδει, στον αντίποδα της βιβλιοφιλίας και ένα ακραίο παράδειγμα καταστροφής βιβλίων. Ένας οπαδός της αίρεσης των Καντιζαντελήδων, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας για τα βιβλία του χάνου, ενώ πλήρωσε περισσότερα από χίλια πεντακόσια γρόσια για την αγορά ενός βιβλίου, όταν το πήρε στα χέρια του και ξεφυλλίζοντας το διαπίστωσε ότι είχε μικρογραφίες προσπάθησε γδέρνοντας με το μαχαίρι του ή ζωγραφίζοντας από πάνω, να τις διαγράψει.[66]

Στις αραβικές επαρχίες της αυτοκρατορίας φαίνεται πως κατά τη διάρκεια των νεότερων χρόνων έχουμε ορισμένες σημαντικές εξελίξεις σε σχέση με το βιβλίο. Στο Κάιρο ήδη από τον 16ο αιώνα αρχίζει να σχηματίζεται μια ομάδα μορφωμένων απόφοιτων των μεντρεσέδων οι οποίοι όμως δεν ανήκουν ούτε στις τοπικές εξουσιαστικές ελίτ ούτε εργάζονται σε κάποιο ίδρυμα ως ουλεμά, οι οποίοι θα μπορούσαν να  χαρακτηριστούν ως αναδυόμενη «μεσαία» τάξη. Η μεσαία αυτή τάξη έχει αρκετούς οικονομικούς πόρους για να επενδύσει στη μόρφωση και στην αγορά βιβλίων. Η άνθηση του εμπορίου, για παράδειγμα, των υφασμάτων με ευρωπαϊκές χώρες επιτρέπει τη συσσώρευση πλεονάζοντος κεφαλαίου και διευρύνει τη ζήτηση του βιβλίου. Η πτώση της τιμής του χαρτιού και της αντιγραφής είναι παράγοντες που συντελούν στην σταδιακή αύξηση του όγκου των διακινούμενων βιβλίων. Ιδιαίτερα στα μέσα του 17ου αιώνα η αξία του βιβλίου πέφτει αισθητά ενώ στις αρχές του 18ου αιώνα εμφανίζεται ο μεγαλύτερος όγκος βιβλίων.[67]

Τέλος, ο χώρος ανάγνωσης ο οποίος είναι συνισταμένη του μεγέθους του βιβλίου, των προσωπικών επιλογών και του τρόπου ανάγνωσης είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση αναγνωστικών συνηθειών. Συνήθως οι εγγράμματες ανώτερες τάξεις προτιμούν την απομόνωση του προσωπικού τους χώρου μέσα σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού τους, οι φοιτητές, τις βιβλιοθήκες των μεντρεσέδων, ενώ τα λαϊκότερα στρώματα ένα διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης˙ την παραστατική και δυνατή ανάγνωση ενός παραμυθά (meddah). [68] Το καφενείο, παρότι είναι μια μάλλον απαξιωμένη πραγματικότητα για την «επίσημη» οθωμανική ηθική, για λόγους ελευθεριάζουσας συμπεριφοράς, αεργίας και οκνηρίας των θαμώνων μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας εναλλακτικός χώρος ανάγνωσης και διακίνησης του βιβλίου.[69] Ο γάλλος περιηγητής Αντουάν Γκαλλάν (1646-1715), κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην οθωμανική πρωτεύουσα παρατήρησε ότι στον χώρο των καφενείων συνυπήρχαν αρμονικά αναγνώστες και ποιητές με τους παίκτες σκακιού και ντάμας.[70]

***

Αντί συμπεράσματος

Το βιβλίο που διέτρεχε όλες τις οικονομικές τάξεις και είχε τη μεγαλύτερη διάχυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν δίχως άλλο το Κοράνι. Ένας μορφωμένος Οθωμανός αξιωματούχος, όπως ο Αλή Τσελεμπή της Βούδας, στη διάρκεια της ζωής του αποκτούσε μερικές εκατοντάδες και σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ο Μεγάλος Βεζίρης Ρουστέμ πασά, μερικές χιλιάδες βιβλία. Η γενικότερη άνοδος του μορφωτικού επιπέδου σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες τιμές του βιβλίου έδινε τη δυνατότατα σε ορισμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, όπως η Κωνσταντινούπολη, το Κάιρο και η Προύσα, για περαιτέρω ενασχόληση με τον κόσμο των βιβλίων. Σε άλλες περιοχές τις αυτοκρατορίας, όπως η Σόφια και η Θεσσαλονίκη, οι αναγνωστικές συνήθειες των μουσουλμάνων κατοίκων φαίνονται περιορισμένες.

Μέσα από το παρόν άρθρο επιχειρήθηκε να αναπαρασταθεί η δυναμική του βιβλίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, να σκιαγραφηθεί το αναγνωστικό προφίλ διαφόρων οικονομικών ομάδων και να καταδειχθούν οι αλλαγές που συντελούνται στο κόσμο του βιβλίου και πώς αυτές επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες. Είναι αρκετά δύσκολο για τον μελετητή του βιβλίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να επιχειρήσει γενικότερα συμπεράσματα που εφαρμόζονται με απόλυτο τρόπο σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και περιπτώσεις. Για να αποκτήσουμε μια σφαιρική εικόνα για τον κόσμο του βιβλίου εντός της αυτοκρατορίας δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα βιβλία των μη μουσουλμάνων, των οποίων οι αναγνωστικές συνήθειες αλλά και η πρόσληψη του βιβλίου δεν επιχειρήθηκαν σε αυτή την εργασία. Τα βιβλία των χριστιανικών κοινοτήτων καθώς και των εβραϊκών δεν έχουν μπει στο πλαίσιο που έθεσε η εργασία και αποτελούν γόνιμο έδαφος για περαιτέρω έρευνα.

Χρήστος Κυριακόπουλος, μεταπτυχιακός φοιτητής στο πρόγραμμα Τουρκικών Σπουδών, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Πανεπιστήμιο Κρήτης-Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (Ι.Μ.Σ.)


[1] Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος εργασίας, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του επίκουρου καθηγητή κ. Ηλία Κολοβού, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος Τουρκολογίας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, το οποίο διεξάγεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών. Ο τίτλος του σεμιναρίου ήταν «Υλικός πολιτισμός και κατανάλωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία».

[2] Anthony Grafton, «Ο Ουμανιστής ως αναγνώστης», στο Guglielmo Cavallo – R. Chartier (επιμ.), Ιστορία της ανάγνωσης στον δυτικό κόσμο, επιστημονική επιμ. Χριστίνα Μπάνου, Αθήνα 2006, 221-258.

[3] Paul Saenger, «Η ανάγνωση στον ύστερο Μεσαίωνα», στο Guglielmo Cavallo – R. Chartier (επιμ.), Ιστορία της ανάγνωσης στον δυτικό κόσμο, επιστημονική επιμ. Χριστίνα Μπάνου, Αθήνα 2006, 151-184. Για τη χαμηλόφωνη-μεγαλόφωνη ανάγνωση παρέβαλε και Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, μετ: Λύο Καλοβύρνας, Αθήνα 1997, 83.

[4] Martyn Lyons, «Οι νέοι αναγνώστες του 19ου αιώνα. Γυναίκες, παιδιά, εργατική τάξη», στο Guglielmo Cavallo – R. Chartier (επιμ.), Ιστορία της ανάγνωσης στον δυτικό κόσμο, επιστημονική επιμ. Χριστίνα Μπάνου, Αθήνα 2006, 377-410.

[5] Guglielmo Cavallo – R. Chartier (επιμ.), Ιστορία της ανάγνωσης στον δυτικό κόσμο, επιστημονική επιμ. Χριστίνα Μπάνου, Αθήνα 2006, 11-16.

[6] Σχετικά με τη δυναμική των νέων μέσων επικοινωνίας που συνδέονται με την πληροφορική και το Διαδίκτυο και την αναμενόμενη εξαφάνιση του έντυπου Frederic Barbier, Ιστορία του βιβλίου, μετ. Μαρία Παπαηλιάδη, Αθήνα 2002, 13-14. Για το μέλλον του βιβλίου και της ανάγνωσης βλ., Paul Duguid, «Material Matters: The Past and Futurology of the Book», στο David Finkelstein – A. McCleery (επιμ.), The Book History Reader, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, 2009, 494-508 και Armando Petrucci, «Ανάγνωση για την ανάγνωση. Ένα μέλλον για την ανάγνωση» στο Guglielmo Cavallo – R. Chartier (επιμ.), Ιστορία της ανάγνωσης στον δυτικό κόσμο, επιστημονική επιμ. Χριστίνα Μπάνου, Αθήνα 2006, 411-434.

[7] Για τις νοοτροπίες ως αναλυτική ιστορική κατηγορία και για μια περίληψη της ιστορικής έρευνας βλ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, Η απόλαυση στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη, Αθήνα 2003, 19-25.

[8] Η έννοια «οθωμανικό» βιβλίο, παρ’ όλο που δεν είναι δόκιμη στην βιβλιογραφία, χρησιμοποιείται στην παρούσα εργασία για να καταδείξει το σύνολο των βιβλίων που γράφονται στην οθωμανική γλώσσα και απευθύνονταν στο ομώνυμο αναγνωστικό κοινό. Προτιμήθηκε η καταχρηστική χρήση αυτού του όρου, επειδή θεωρήθηκε ότι ο όρος «μουσουλμανικό» βιβλίο παραπέμπει περισσότερο στο θρησκευτικό βιβλίο και δεν εκφράζει με κανένα τρόπο το εύρος της θεματικής των διακινηθέντων βιβλίων εντός της αυτοκρατορίας.

[9] Cavallo & Chartier (επιμ.) ό.π., 37-38.

[10] Για το Τανζιμάτ και τις συνέπειες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς και τις αλλαγές στον εκπαιδευτικό μηχανισμό που χρησιμοποιεί η αυτοκρατορία για να στελεχώσει την απαραίτητη γραφειοκρατία και που παρατηρούνται ήδη από την εποχή του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄. βλ. Erik J. Zürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μετ. Βαγγέλης Κεχριώτης, Αθήνα 2004, 9-12 και 98-127.

[11] Με βάση την έρευνα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ενώ παλαιότερα υποστηρίχθηκε ότι μπορούμε να συνδυάσουμε την κατανάλωση μόνο με κάποιο δείκτη της βιομηχανικής επανάστασης, οι πρόσφατες μελέτες ιστορικών, όπως της Margaret Spuffford και του Daniel Roche αποδεικνύουν ότι ήδη από τον 18ο αιώνα στην Αγγλία έχουμε καταναλωτικά φαινόμενα, βλ. Suraiya Faroqhi, «Research on the History of Ottoman Consumption: A Preliminary Exploration of Sources and Methods», στο Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, Άλμπανι 2000, 17˙ Jan de Vries, «The Industrial Revolution and the Industrious Revolution», Journal of Economic History 54 (1994), 249-270.

[12] Παραδείγματος χάρη βλ. τις μελέτες στο συλλογικό έργο Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1500-1922, Άλμπανι 2000.

[13] Για τη διάκριση ανάμεσα στην κατανάλωση ειδών πολυτελείας και στην «κανονική» κατανάλωση Daniel Roche, Histoire de choses banales: naissance de la consommation dans les societes traditionnelles, XVIIe-XIXe siecle, Παρίσι 1997, 67-94.

[14] Για τους νόμους περί ενδυμασίας στη Οθωμανική Αυτοκρατορία βλ. Donald Quataert, «Clothing Laws, State, and Society in the Ottoman Empire, 1720-1829», International Journal of Middle East Studies, 29 (1997), 403-425 και Madeline C. Zilfi, «Goods in the Mahalle: Distributional Encounters in Eighteenth-Century Istanbul» στο Donald, Quataert(επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1500-1922, Άλμπανι 2000, 289-311.

[15] Για μια σύντομη επισκόπηση της οθωμανικής καταναλωτικής ηθικής του βαθμού επίδρασης των ασκητικών προτύπων στην κοινωνία και την αντίληψη για την εργασία βλ. Σαρηγιάννης, ό. π., 51, 65-77˙ Faroqhi, Ottoman Consumption, ό.π., 21.

[16] Faroqhi, Ottoman Consumption, ό.π., 26-28.

[17] Για τις πιο σύγχρονες μελέτες πάνω σε αυτό το ζήτημα βλ. William J. Gilmore, Reading Becomes a Necessity of Life. Material and Cultural Life in Rural New England, 1780-1835, Νόξβιλ 1992˙ David Finkelstein- Alistair McCleery (επιμ.) The Book History Reader, Λονδίνο-Νέα Υόρκη2 2006 και κυρίως Armando Petrucci, Writers and Readers in Medieval Italy. Studies in the History of Written Culture, Charles M. Raddinf (επιμ.–μετ.) Γέηλ 1995˙ Roger Chartier (ed.) Pratiques de la lecture, Παρίσι2 1993˙ Jesus A. Martinez Martin, Lectura y Lectores en el Madrid Siglo XIX, Μαδρίτη 1991˙ Frank G. Jennings, This Is Reading, Νέα Υόρκη 1982.

[18] Barbier, ό.π., 11.Για τη δυσκολία οριοθέτησης του πεδίου έρευνας, τις προβληματικές και οπτικές της ανάλυσης βλ. Robert Darnton, «What is the History of Books?», στο David Finkelstein – A. McCleery (επιμ.) The Book History Reader, Λονδίνο-Νέα Υόρκη2 2006, 9-26. Για την ετυμολογία και τους προβληματισμούς πάνω στον ορισμό ως κάτι ασαφή σαν αντικείμενο, Barbier, ό. π., 17-19. Για τις σημιτικές γλώσσες ο αραβικός όρος kıtab προερχόμενος από την ρίζα ΚΤΒ (γράφειν) σημαίνει βιβλίο και γενικότερα το γραπτό κείμενο. Επιπλέον, με την λέξη βιβλίο δηλώνεται είτε το πνευματικό περιεχόμενο του αντικειμένου-βιβλίου, είτε ένα μέρος του αντικειμένου.

[19] Barbier, ό. π.,17.

[20]Manguel, ό. π., 342.

[21] Παραδείγματος χάρη βλ. Horst Blanck, Το βιβλίο στην αρχαιότητα, μετ. Δ. Γ. Γεωργοβασίλης και M. Pfreimter, Αθήνα 1994˙ Guglielmo Cavallo, Η ανάγνωση στο Βυζάντιο, μετ. Σμαράγδα Τσοχανταρίδου-Paolo Odorico, Αθήνα 2008.

[22] Το Κοράνι, όπου έχει καταγραφεί ο λόγος του Θεού, δεν είναι μόνο ένα από τα δημιουργήματα του αλλά και μια από τις ιδιότητες του στο βαθμό που εκφράζεται μέσα από τον γραπτό λόγο, βλ. Manguel, ό.π., 31. Για τους πρώτους ισλαμικούς αιώνες, βλ. και Barbier, ό. π., 71-73.

[23] Fernard Braudel, Υλικός πολιτισμός, οικονομία και καπιταλισμός (15ος -18ος αιώνας), τόμος Α΄, Οι δομές της καθημερινής ζωής: το δυνατό και το αδύνατο, μετ. Αικατερίνη Ασδραχά, Αθήνα 1995, 359-414.

[24] Η λαίδη Μαίρη Γουόρτλυ-Μόνταγκιου γεννήθηκε το 1689. Παντρεύτηκε τον Έντουαρντ Γουόρτλυ-Μόνταγκιου στα 1712 και ταξίδεψε στην οθωμανική επικράτεια στις αρχές του 18ου αι. Πέθανε το 1762, Λαίδη Μαίρη Γουόρτλυ-Μόνταγκιου, Το οδοιπορικό τριων ηπείρων, μετ. Ιωσήφ Κασσεσιάν, Αθήνα 1994, 33-47.

[25] Ο Αλέξανδρος Πόουπ, Άγγλος ποιητής, έζησε μεταξύ 1688-1744. Η ποίηση του επηρεάστηκε από λατινικά πρότυπα. Συνέθεσε έπη και διδακτικά ποιήματα. Γουόρτλυ-Μόνταγκιου, ό.π., 43.

[26] Γράμμα από Βελιγράδι, στις 12 Φεβρουαρίου 1717 προς Αλέξανδρο Πόουπ (Pope), Γουόρτλυ-Μόνταγκιου, ό.π., 116.

[27] Σαρηγιάννης, ό. π., 43-44.

[28] Ως λόγια φιλολογική παραγωγή εννοούμε τη γραμματεία που εκφράστηκε και εξέφρασε τα υψηλά αστικά στρώματα, από την αυλή του σουλτάνου μέχρι τουλάχιστον το στρώμα εκείνο των διανοούμενων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων που ζούσαν συνήθως από κάποιο μικρό εισόδημα ή ήταν προσκολλημένοι στην εύνοια κάποιου πασά. Ενίοτε επεκτεινόταν και στις πλούσιες εμπορικές οικογένειες. Είναι γραπτή λογοτεχνία σε αντιδιαστολή με την προφορική των λαϊκών στρωμάτων.

[29] Για τη διάδοση των περσικών χειρογράφων, Richard Francis, «Lecteurs ottomans de manuscripts persans du XIe au XVIIIe siecle», Revue des mondes musulmans et de la Mèditerranèe, 87-88 (1999), 79-83.

[30] Lale Uluç,«Ottoman Book Collectors and Illustrated Sixteenth Century Shiraz Manuscipts», Revue des mondes musulmans et de la Mèditerranèe , 87-88 (1999), 91-96.

[31] Faroqhi, Κουλτούρα, ό.π., 239-242.

[32] Παρ’ όλα αυτά στην πόλη της Σόφιας του 18ου αιώνα εντοπίζουμε σχολεία για κορίτσια και μια δασκάλα, βλ. Sabev Orlin, «Private Book Collections in Ottoman Sofia, 1671-1833 (Preliminary Notes)», Ètudes Balkaniques, 2003, 47. Στο Χαλέπι, που τίθεται ως παράδειγμα, η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη έχει 3.000 τόμους ενώ οι 31 μεντρεσέδες μπορούν να εκπαιδεύσουν μερικές εκατοντάδες φοιτητές βλ. Donald Quataert, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922, μετ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, Αθήνα 2006, 291-294.

[33]Nelly Hanna, In Praise of Books: A Cultural History of Cairo’ s Middle Class, Sixteenth to Eighteenth Century, Νέα Υόρκη 2003, 14.

[34] Ali İhsan Karataş, «Tereke Kayıtlarına Göre XVI. Yüzyılında Bursa΄da İnsan-Kitap İlişkisi», Uludağ Üniversitesi İlahiyat Fakültesi Dergisi, 8 (1999), 317-328. Στην συγκεκριμένη καταγραφή φαίνεται να υπάρχουν βιβλία σε χωριά έξω από τη Προύσα.

[35] Ο μεντρεσές είναι ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου διδάσκεται, κατά κύριο λόγο η νομική επιστήμη και δευτερευόντως η λογοτεχνία και η φιλοσοφία, βλ. R. Hillenbrand, «Madrasa» στο Εncyclopaedia of Ιslam, τ. V, Λάιντεν -Νέα Υόρκη-Παρίσι 1994, 1123-1154.

[36] Halıl Inalcik, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η κλασική περίοδος 1300-1600, μετ. Μιχάλης Κοκολάκης. Αθήνα 1995, 300.

[37] Frédéric Hitzel, «Manuscripts, livres et culture livresque á Istanbul», Revue des mondes musulmans et de la Mèditerranèe, 87-88 (1999), 19-38˙ Faruk Bilici, «Les bibliothėques vakıf-s á Istanbul au XVIe sıécle, de grandes bibliothėques publiques», Revue des mondes musulmans et de la Mèditerranèe, 87-88 (1999), 39-59.

[38] Joyce Hedda Matthews, «Toward an Isolario of the Ottoman Inheritance Inventory, with Special Reference to Manisa (ca.1600-1700)», στο Donald, Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1500-1922, Άλμπανι 2000, 48˙ Karataş, ό.π., 323˙ Sabev, ό.π., 47 Ανάμεσα στους είκοσι μεντρεσέδες του Καίρου είναι και ο φημισμένος στον μουσουλμανικό κόσμο Αλ-Αζχάρ, Hanna, ό.π., 51-53, 71

[39] Faroqhi, Κουλτούρα, ό.π., 242

[40] Πρόκειται για τον Μεγάλο βεζίρη και ευνοούμενο του Σουλείμάν, τον Ιμπραήμ Πασά, βλ. Finkel, ό.π., 167. Ο Ιμπραήμ Πασάς Μακμπούλ (θ. 942/1536), γεννημένος στην Πάργα, που αυτή την περίοδο είναι υπό βενετική διοίκηση, μεταφέρθηκε αιχμάλωτος σε ηλικία έξι ετών στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε στην αυλή του σουλτάνου Σουλεϊμάν όταν ακόμα αυτός ήταν διοικητής της Μανίσας και εξελίχτηκε σε στενό συνεργάτη του σουλτάνου. Κατέλαβε το αξίωμα του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης και μετά τον θάνατο του μεγάλου Βεζίρη Πιρί Μεχμέτ Πασά κατέλαβε τη θέση του. Είχε, επίσης, τα προσωνύμια Φρένκ, Παργαλή και Μακτούλ (δολοφονηθείς), βλ. Feridun Emecen, «İbrahim Pasa Makbul», İslam Ansiklopedisi, τ. 21, 333-335.

[41] Κωσταντίνος Δ.Μέρτζιος, «Το εν Βενετία κρατικόν Αρχείον» Ηπειρωτικά Χρονικά, 13 (1940), 27.

[42]Τα ελληνικά χειρόγραφα της βιβλιοθήκης του σουλτάνου είναι πιθανότερο ότι απευθύνονταν στους ελληνόγλωσσους γραφειοκράτες του παλατιού παρά στον ίδιο τον σουλτάνου, του οποίου η γνώση της ελληνικής γλώσσας είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Η κατοχή των ελληνικών χειρογράφων ανήκει περισσότερο στην σφαίρα της συνήθειας κατοχής ενθυμίων-συμβόλων του βυζαντινού παρελθόντος, βλ. Julian Raby, «Mehmed the Conqueror’s Greek Scriptorium», Dumbarton Oaks Papers, XXXVII (1983), 15-34.

[43] Uluç, ό.π., 87˙ Faroqhi, Κουλτούρα, 102-104.

[44] Mihaila Stajnova, «Ottoman Libraries in Vidin» Ètudes Balkaniques, (1979/2), 67.

[45] Stajnova, ό.π., 67˙ Faroqhi, Κουλτούρα, ό.π.,103.

[46] Stajnova, ό.π., 68.

[47] Faroqhi, Κουλτούρα,ό.π. 243-246.

[48] Faroqhi, Κουλτούρα, ό.π., 251-253. Πρβ το κεφάλαιο σχετικά με το ημερολόγιο ενός Κωνσταντινοπολίτη δερβίση.

[49] Lajos Fekete, «XVI. Yüzyılda Taşralı Bir Türk Efendisinin Evi», μετ. M. Tayyib Gökbilgin, Belleten, XLIII/170 (1979), 457-480.

[50] Κασάμ (kassâm) είναι υπάλληλος του ιεροδικείου που φροντίζει το μοίρασμα της κληρονομιάς του αποθανόντος και λαμβάνει μια μικρή αμοιβή για την διεκπεραίωση των καθηκόντων του. Μια επιπλέον διάκριση είναι μεταξύ του γενικού κασάμ (baladı), που μεριμνά για το σύνολο των υπηκόων και του ασκερί κασάμ (askeri), που εξειδικεύεται στις στρατιωτικές υποθέσεις, βλ. Cengiz Orhonlu, «Kassâm», στο Εncyclopaedia of Ιslam, τ. ΙV, Λάιντεν -Νέα Υόρκη-Παρίσι 1994, 735-6. Muhallefat και tereke είναι συνώνυμα για την η κληρονομιά, βλ. U. Bahadır Alkım (επιμ.), New Redhouse Turkish – English Dictionary, Κωνσταντινούπολη8 1968, 790, 1149.

[51] Πρωτοπόρες πρέπει να θεωρηθούν οι μελέτες για την Αδριανούπολη του Ömer Lütfi Barkan, «Edirne Askeri Kassamına ait Tereke Defterleri», Belgeler, 3/5-6 (1968), 1-479.

[52] Για τα προβλήματα της έρευνας των κατάστιχων απογραφής κληρονομιάς, βλ. Rossitsa Gradeva, «Towards a Portrait of «the Rich» in Ottoman Provincial Society» στο A. Anastasopoulos (επιμ.), Provincial Elites in the Ottoman Empire, Halcyon Days in Crete V, A Symposium Held in Rethymno, 10-12 January 2003, Ρέθυμνο 2005, 149-164˙ Sabev, ό.π., 35-38. Πρβ. Karataş, ό. π., 317-318.

[53] Για τις οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων της Σόφιας της δεκαετίας του 1670 βλ. Gradeva, ό.π.,167-188.

[54] Στα οθωμανικά έγγραφα το κοράνι εμφανίζεται με πολλές ονομασίες όπως π.χ. Kelam-ı Kadim, Mushaf-ı Serif, Kelamullah, Kelam-ı Şerif ενώ η αξία του ποικίλει μεταξύ 300-500 ακτσέ τη δεκαετία του 1670 και 3600-6000 ακτσέ τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Βλ. Sabev, ό.π., 41. Τα δεδομένα της δεκαετίας του 1670 δείχνουν ότι μόνο λίγοι είναι οι κάτοχοι βιβλίων και επιλέγουν το Κοράνι. Gradeva, ό.π., 190-191.

[55] Inalcık, ό.π., 295-303.

[56] Sabev, ό.π., 42-46.

[57] Meropi Anastassiadou, «Livres et »bibliothéques» dans les inventaires aprés décès de Salonique qu XIXe siecle.» Revue des mondes musulmans et de la Mèditerranèe , 87-88 (1999), 115-118, 136-139 και Meropi Anastassiadou, «Des defunts hors du commun: les possesseurs de livres dans les inventaires aprés décès musulmans de Salonique», Turcica 2000, 203-232.

[58] Stajnova, ό.π., 55-56.

[59] Halil Sahillioğlu, «Ottoman Book Legacies», στο idem, Studies on Ottoman Economic and Social History, Κωνσταντινούπολη 1999, 189-91.

[60]Karataş, ό.π., 319-324.

[61] Στην Προύσα η τιμή ενός πολυτελούς Κορανίου αγγίζει τα 3.500 ακτσέ.

[62] Karataş, ό.π., 326-327. Ο συγγραφέας προτείνει ως πιθανές εξηγήσεις τις εξεγέρσεις των Τζελαλήδων και την οικονομική αδυναμία των αγοραστών, οι οποίες οδηγούν σε γενικότερη πτώση την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού.

[63] Suraiya Faroqhi, Men of modest substance. House owners and house property in seventeenth-century Ankara and Kayseri, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1986, 51.

[64] Για τη σημασία του Μπιτλίς στο έργο του Τσελεμπή Evliya Çelebi in Bitlis. The relevant section of the Seyahatname, Robert Dankoff (επιμ.), Λάιντεν-Κοπεγχάγη-Νέα Υόρκη 1990, 5-11 και για τη θέση του χάνου στο οθωμανικό σύστημα βλ. Dankoff, ό.π.,12-14.

[65] Ό.π., 288- 295.

[66] Dankoff, ό.π., 295.

[67] Hanna, ό.π., 26-33, 86-96.

[68] Σαρηγιάννης, ό.π., 77, παραπομπή 30.

[69] Hitzel, ό.π., 30-31, Hanna, ό.π., 65-69.

[70]Αντουάν Γκαλλάν, Περί της προελεύσεως και της εξαπλώσεως του καφέ, μετ. Γίωργος Μίχαλος, Αθήνα 1997, 60-61.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s