Η εκστρατεία του Προύθου (1710-1711). Μια σύντομη επισκόπηση της πρώτης ρωσικής «επίσκεψης» στις ρουμανικές χώρες .

Παύλος Βασιλειάδης

Υποψήφιος Διδάκτορας Βαλκανικής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

Η εκστρατεία του Προύθου (1710-1711). Μια σύντομη επισκόπηση της πρώτης ρωσικής «επίσκεψης» στις ρουμανικές χώρες .

 Τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα τα σημάδια στασιμότητας και παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν γίνει εμφανή. Οι σουλτάνοι είχαν χάσει την εξουσία τους στις μακρινές από την Κωνσταντινούπολη περιοχές, ενώ παράλληλα είχαν αρχίσει να εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τα χριστιανικά ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία περνούν πλέον στην αντεπίθεση και διεκδικούν, πότε με ειρηνικά και πότε με πολεμικά μέσα, εδάφη και προνόμια από την οθωμανική εξουσία. Με την ελπίδα ότι τα χριστιανικά ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσαν να βοηθήσουν, κάποιες περιοχές της αυτοκρατορίας (χριστιανικές και μη) αρχίζουν να ξεσηκώνονται ενάντια στην σουλτανική αυθαιρεσία και να αποσπώνται από τον οθωμανικό κρατικό κορμό. Παρόλο που τα αποσχιστικά αυτά κινήματα επρόκειντο να πληθύνουν μέσα στο 18ο αιώνα (αποτελώντας μάλιστα βασικό χαρακτηριστικό της εποχής), τα αποτελέσματά τους ήταν αμφιλεγόμενα. Κάποια από αυτά συνέβαλαν στην εξασθένιση της κεντρικής σουλτανικής εξουσίας, κάποια άλλα όμως επέσπευσαν την ισχυροποίησή της. Η περίπτωση που θα μας απασχολήσει είναι η απόπειρα απόσχισης των παραδουνάβιων ηγεμονιών από την οθωμανική κυριαρχία με αφορμή το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου την περίοδο 1710-1711, του πρώτου πολέμου που προήλθε από την αύξηση της πίεσης του ανανεωμένου ρωσικού βασιλείου του Μεγάλου Πέτρου προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία με στόχο την έξοδο στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο.

Η πρώτη σοβαρή αναμέτρηση μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων έγινε την περίοδο 1568-1570, όταν οι δυνάμεις του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κατάφεραν να υπερασπίσουν με επιτυχία το Αστραχάν και να απωθήσουν τους Οθωμανούς από το Δέλτα του Βόλγα. Έναν περίπου αιώνα αργότερα, το 1672, με την επιβολή της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ποδόλια, το οθωμανικό κράτος και η Ρωσία των Ρομανώφ απέκτησαν για πρώτη φορά κοινά σύνορα στην ανατολική Ευρώπη. Ήδη εκείνη την περίοδο η τσαρική Ρωσία βρισκόταν σε ένα οξύτατο ανταγωνισμό με την Πολωνία διεκδικώντας τις ουκρανικές πεδιάδες[1]. Το 1654 η υποστήριξη του τσάρου Αλέξιου Α΄ (1645-1676) στους εξεγερμένους Κοζάκους του Μπογδάν Χμελνίτσκι οδήγησε σε έναν σκληρό ρωσοπολωνικό πόλεμο, ο οποίος τερματίστηκε με την ευνοϊκή για τη Ρωσία ειρήνη του Αντρούσοβο το 1667. Σύμφωνα με αυτήν παραχωρούνταν στη Ρωσία η περιοχή του Σμολένσκ, καθώς και τα ουκρανικά εδάφη κατά μήκος της ανατολικής όχθης του ποταμού Δνείπερου συμπεριλαμβανομένου και του Κίεβου[2]. Η εδαφική εξάπλωση της Ρωσίας, η αυξανόμενη επιρροή της στους Κοζάκους και οι επεκτατικές της φιλοδοξίες προς το χανάτο της Κριμαίας προκαλούσαν δυσφορία στην Πύλη, η οποία έβλεπε στην ανερχόμενη τσαρική Ρωσία μια νέα, μη ελέγξιμη απειλή των ζωτικών της συμφερόντων στην περιοχή του Καύκασου, στη Μαύρη Θάλασσα  και στη βαλκανική χερσόνησο.

Με την άνοδο του Μεγάλου Πέτρου (1689-1725) στο τσαρικό αξίωμα και το δυναμικό άνοιγμα της Ρωσίας στα υλικά και πνευματικά επιτεύγματα της δυτικής Ευρώπης, βασικός πλέον στόχος της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής έγινε η έξοδος της χώρας από την πολιτική απομόνωση. Για να γίνει αυτό εφικτό, έπρεπε η Ρωσία να αποκτήσει πρόσβαση στις εκμεταλλεύσιμες θάλασσες της ανατολικής Ευρώπης και να θέσει υπό τον έλεγχό της τα στρατηγικά λιμάνια της Βαλτικής στο βορρά και τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας στο νότο[3]. Το 1686 η Ρωσία προσχώρησε στην «Ιερή Λίγκα» εναντίον των Οθωμανών και στην ειρήνη του Κάρλοβιτς το 1699 «ανταμείφθηκε» με τη διατήρηση του λιμανιού του Αζόφ, που είχε κατακτηθεί στη διάρκεια των εχθροπραξιών από τα τσαρικά στρατεύματα.

Ενθαρρυμένος από τις επιτυχίες του στην Αζοφική Θάλασσα, ο Πέτρος συμμάχησε το 1700 με τη Δανία και την Πολωνία εναντίον της Σουηδίας του Καρόλου ΙΒ΄, ξεκινώντας με αυτόν τον τρόπο τον «Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο». Εκμεταλλευόμενος αρχικά τις πολωνοσουηδικές συγκρούσεις των χρόνων 1700-1706, ο Πέτρος οργάνωνε, ολόκληρο το 1702, τακτικές επιδρομές στις περιοχές της νότιας Εσθονίας, και το Μάιο του 1703 κατόρθωσε να καταλάβει ένα μικρό φρούριο στις εκβολές του ποταμού Νέβα αποκτώντας έτσι για πρώτη φορά πρόσβαση στη Βαλτική.  Ο Κάρολος αντέδρασε και, χωρίς πολλή σκέψη, εισέβαλλε το 1708 στην Ουκρανία. Καθώς όμως ο ρωσικός στρατός υποχωρούσε συνεχώς προς ανατολάς καταστρέφοντας παράλληλα όλες τις προμήθειες, οι Σουηδοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν γρήγορα σοβαρό πρόβλημα ανεφοδιασμού. Όταν τον Ιούλιο του 1709 ο Κάρολος επιχείρησε να πολιορκήσει την πόλη της Πολτάβα, ο Πέτρος με μια συντονισμένη αντεπίθεση κατάφερε να λύσει την πολιορκία και να κατατροπώσει τους Σουηδούς. Μέσα σε λίγα χρόνια οι Ρώσοι εδραίωσαν την παρουσία τους στην Βαλτική με την κατάληψη του Ταλίν (1710) και της Φιλανδίας (1713-1714), προκαλώντας έτσι το θαυμασμό των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων.[4]

Ο ίδιος, ωστόσο, ο Κάρολος μετά την ήττα του στην Πολτάβα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Αδυνατώντας να επιστρέψει στην Σουηδία, κατέφυγε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εγκαταστάθηκε στην πόλη Μπέντερ (σημερινή Τίγκινα) στη δυτική όχθη του Δνείστερου. Με την υποστήριξη του χάνου της Κριμαίας Ντεβλέτ Γκιράι, του αταμάνου των Κοζάκων Φιλίπ Ορλίκ, των διάφορων διπλωματών από τις χώρες της Ευρώπης με αντιρωσική πολιτική (Γαλλία), ο Κάρολος επιδόθηκε σε μια σειρά από μηχανορραφίες με απώτερο στόχο να παρασύρει την Πύλη σε νέα πολεμική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.[5]

Γρήγορα άρχισε να καλλιεργείται στην Κωνσταντινούπολη έντονο φιλοπολεμικό κλίμα, το οποίο εξέτρεφε, ωστόσο, από το ένα μέρος η επιθυμία των Οθωμανών για «εκδίκηση» και επιστροφή στην προ του 1699 κατάσταση, και από το άλλο ο φόβος τους για νέες πιθανές απώλειες εδαφών. Οι Οθωμανοί επίσης ήταν ανήσυχοι με τις εξελίξεις στην Πολωνία, όπου η επιστροφή του Αυγούστου Β΄, συμμάχου των Ρώσων, στο θρόνο συνοδεύτηκε με  εφαρμογή ορισμένων μέτρων, βάσει των οποίων η Ρωσία αναγνωριζόταν ως προστάτιδα δύναμη των ορθοδόξων χριστιανών της Πολωνίας και αποκτούσε έτσι το δικαίωμα να παρεμβαίνει κατά το δοκούν στις εσωτερικές υποθέσεις της «Rzeczpospolita».[6]

Όλη την περίοδο αυτή από το 1699 μέχρι το 1710 οι παραδουνάβιες ηγεμονίες παρακολουθούσαν τις διεθνείς εξελίξεις με ιδιαίτερη προσοχή. Η προϊούσα αποσταθεροποίηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον 17ο αιώνα είχε σοβαρότατες συνέπειες στο ημιαυτόνομο καθεστώς που ως τότε απολάμβαναν. Βάσει των συμφωνιων του 1538-1539 οι παραδουνάβιες ηγεμονίες μπορούσαν να διατηρούν την παραδοσιακή τους διοικητική, οικονομική και πολιτιστική οργάνωση με αντάλλαγμα την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων τους στην οθωμανική αρχή σε χαμηλές τιμές και την καταβολή ετήσιου φόρου υποτέλειας, ο οποίος ανερχόταν περίπου σε 24.000 γρόσια για τη Βλαχία και 10.000 για τη Μολδαβία[7]. Οι συχνές οθωμανικές παρεμβάσεις, ωστόσο, στη διοίκηση και στην οικονομία των δύο πριγκιπάτων, λόγω των δύσκολων πολιτικών και οικονομικων συγκυριών, αναιρούσαν στην πράξη τις ενλόγω συμφωνίες. Σημαντικό σημείο τριβής ήταν η σταθερή αύξηση του φόρου υποτέλειας, αποτέλεσμα της μεγάλης πληθωριστικής κρίσης του 1584, της διόγκωσης της διαφθοράς στο στρατό, στη δικαιοσύνη και στη διοίκηση, των παρατεταμένων και ολοένα πιο δαπανηρών πολέμων της αυτοκρατορίας ενάντια στις ευρωπαϊκές δυνάμεις και της αύξησης των αναγκών για βιοπορισμό[8]. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Βλαχία το 1541 κατέβαλε στην Υψηλή Πύλη 12.000 δουκάτα, το 1567  65.000 και το 1593 155.000 δουκάτα. Αντίστοιχα η Μολδαβία, φτωχότερη σε σύγκριση με τη γειτονική Βλαχία, πλήρωσε το 1503 στους Οθωμανούς 10.000 δουκάτα, ένα ποσό που στα τέλη του αιώνα (1593) έφτασε τα 65.000 δουκάτα[9].

Άμεση συνέπεια των πρακτικών αυτών ήταν η γρήγορη ανάδειξη το 17ο αιώνα της τάξης των βογιάρων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό παράγοντα σε βάρος της πολυάριθμης αγροτικής τάξης. Οι βογιάροι, επωφελούμενοι από τις αυξανόμενες ανάγκες της Πύλης σε αγαθά και χρήματα, άρχισαν να ασχολούνται εντατικά με την αγροτική παραγωγή και να αναπτύσσονται σε βάρος των ελεύθερων χωρικών, οι οποίοι πλέον καθηλώνονταν στη θέση των δουλοπάροικων[10]. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά οι πρώτες μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Μοβίλα, Στρίτσι και Ουρέκε, η οικονομική ισχύς των οποίων τους έκανε ισχυρότερους και από τους ίδιους τους ηγεμόνες. Οι τελευταίοι, ειδικότερα, βρίσκονταν σε επισφαλή θέση, καθώς στην προσπάθεια να «εξαγοράσουν» υποστηρικτές  για την άνοδο ή παραμονή τους στο ύπατο αξίωμα, αναγκάζονταν να διανέμουν έγγεια δικαιώματα στους αριστοκράτες και στον ανώτερο κλήρο, και γίνονταν έτσι πιόνια στο παιχνίδι του ευρύτερου ανταγωνισμού των μεγάλων φατριών. [11]

Όταν, λοιπόν, ξέσπασε ο Βόρειος Πόλεμος το 1700, οι ηγεμόνες άρχισαν να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο απόσχισής τους από το  οθωμανικό κράτος και στροφής τους προς τη Ρωσία. Η γενική δυσφορία απέναντι στη σουλτανική αυθαιρεσία, η οποία μεταφραζόταν σε οικονομική αφαίμαξη και εκτεταμένη διαφθορά στις ρουμανικές χώρες, αλλά και η κοινή ορθόδοξη πίστη επέδρασαν καταλυτικά ώστε να θεωρηθεί η Ρωσία του Πέτρου ως η μελλοντική απελευθερωτική δύναμη. Για το λόγο αυτό καθόλη τη διάρκεια του Μεγάλου Βόρειου Πολέμου, οι ρουμάνοι ηγεμόνες προσπαθούσαν με διάφορα επιχειρήματα να πείσουν τον Πέτρο να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο στο Δούναβη. Ο Πέτρος, ωστόσο,  μέχρι την εκστρατεία του Καρόλου το 1708-1709 στην Ουκρανία, δεν επιθυμούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο εναντίον των Οθωμανών, επειδή φοβόταν πως αυτό θα ευνοούσε τη σουηδοοθωμανική συνεργασία, με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για τη Ρωσία. Γι’ αυτό και απέρριψε ευγενικά το 1702 την ιδέα του ηγεμόνα της Βλαχίας, Κωνσταντίνου Βρανκοβεάνου για σχηματισμό μιας αντιοθωμανικής συμμαχίας μεταξύ των «υπόδουλων» χριστιανικών λαών υπό ρωσική ηγεσία, ενώ το 1704 αγνόησε τις προτροπές του μολδαβού ηγεμόνα Μιχαήλ Ρακοβίτσα για παραχώρηση ειρήνης με τον Κάρολο ΙΒ΄.[12]

Η δράση, ωστόσο, του Καρόλου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την Πολτάβα έκανε τον Πέτρο να συμβιβάζεται όλο και περισσότερο με την ιδέα ότι ένας πόλεμος εναντίον της Υψηλής Πύλης ήταν αναπόφευκτος[13]. Προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τους Οθωμανούς, ο Πέτρος άρχισε να αναζητά συμμάχους ανάμεσα στους χριστιανικούς λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να αναθεωρεί την αρνητική του ως τότε στάση απέναντι στις κινήσεις των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Η Πύλη, ωστόσο, είχε στο μεταξύ πληροφορηθεί τις ανατρεπτικές κινήσεις του Βρανκοβεάνου και την φιλόδοξη πρόταση συμμαχίας της Βλαχίας με τον τσάρο και αποφάσισε την απομάκρυνσή του. Λόγω όμως του φορτισμένου κλίματος θεωρήθηκε προτιμότερο να παρασυρθεί ο Βρανκοβεάνου σε αντιπαράθεση με τη γειτονική Μολδαβία, έτσι ώστε η Πύλη να βρει το κατάλληλο πρόσχημα για να τον εξοντώσει. Για να το πετύχει αυτό η Πύλη, έπρεπε να ορίσει στη θέση του ηγεμόνα έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί με επιτυχία τον «απρόβλεπτο» Βρανκοβεάνου και, την ίδια στιγμή, να υπηρετήσει τα οθωμανικά συμφέροντα στην περιοχή. Ο άνθρωπος αυτός ήταν για την Πύλη ο μολδαβός ιστορικός, γεωγράφος, ποιητής και φιλόσοφος Δημήτριος Καντεμίρ. [14]

Ο Δημήτριος Καντεμίρ είχε γεννηθεί το 1673 στην περιοχή Fălciu στην Μολδαβία και προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Καντεμίρ και ο μεγάλος αδελφός του Αντίοχος είχαν χρηματίσει κατά καιρούς ηγεμόνες της Μολδαβίας. Τα νεανικά του χρόνια, ωστόσο, ο Δημήτριος αναγκάστηκε να τα περάσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου κρατήθηκε από το 1693 ως το 1710 ως όμηρος για την φερεγγυότητα του πατέρα του. Εκεί είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στην Πατριαρχική Σχολή και να έλθει σε επαφή με την ελληνορθόδοξη παιδεία και σκέψη. Παράλληλα, έμαθε αραβικά, περσικά και τουρκικά, ενώ  ασχολήθηκε και με τη φιλοσοφία, τη γεωγραφία και την ισλαμική θεολογία.[15] Χάρη στην ευρυμάθειά του έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους κύκλους της οθωμανικής ελίτ, γεγονός που τον καθιστούσε πολιτικά αξιόπιστο απέναντι στην Πύλη.[16]

Ο ίδιος βέβαια ο Καντεμίρ θεωρούσε τον εαυτό του περισσότερο λόγιο παρά πολιτικό και ως εκ τούτου είχε επιφυλάξεις να αποδεχτεί τη θέση του ηγεμόνα της Μολδαβίας. Επιπλέον, δεν έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και κοινωνικής οργάνωσης, θεωρώντας το ξεπερασμένο και καταδικασμένο σε παρακμή[17]. Η προσφορά, ωστόσο, των Οθωμανών ήταν δελεαστικότατη. Στον Καντεμίρ προσφερόταν ο θρόνος της πιο αναπτυγμένης Βλαχίας, σε περίπτωση που εξουδετέρωνε τον Βρανκοβεάνου, και του δινόταν η υπόσχεση ότι η Μολδαβία δε θα κατέβαλλε τα καθιερωμένα πεσκέσια στην Πύλη και ότι θα απολάμβανε ορισμένες οικονομικές ελαφρύνσεις[18].

Κάτω από αυτούς τους όρους ο Καντεμίρ ενθρονίστηκε επίσημα βοεβόδας της Μολδαβίας το 1710 στο Ιάσιο. Λίγο καιρό όμως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, έφτασε επιστολή από τον Μεγάλο Βεζίρη, ο οποίος του ζητούσε να πληρώσει τους καθιερωμένους φόρους και να συνδράμει άμεσα στις πολεμικές προετοιμασίες της Πύλης εναντίον της Ρωσίας αναλαμβάνοντας τον εφοδιασμό των οθωμανικών στρατευμάτων. Η τακτική αυτή της Πύλης εξόργισε τον Καντεμίρ, που αποφάσισε τότε να διαχωρίσει τη θέση του από τις οθωμανικές επιδιώξεις και να στραφεί προς τον τσάρο.[19]

Η μεταστροφή αυτή του Καντεμίρ ήταν πολύτιμη για τη Ρωσία. Έχοντας ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς στο μέτωπο της Πολωνίας και της Βαλτικής, ο Πέτρος είχε επενδύσει πολλά στην υποστήριξη που ενδεχομένως θα είχε από τους χριστιανούς υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε περίπτωση ρωσοτουρκικού πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, στόχος της ρωσικής προπαγάνδας, που εξαπλωνόταν από το 1700 και έπειτα στα Βαλκάνια, ήταν να υποκινηθούν οι «αδελφοί» ορθόδοξοι λαοί της αυτοκρατορίας σε εξέγερση, γεγονός που θα επέσπευδε την ήττα και κατάρρευση του οθωμανικού κράτους.[20] Ήταν η πρώτη φορά που η Ρωσία πρόβαλλε, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, ως η προστάτιδα δύναμη των ορθοδόξων πληθυσμών που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, πρακτική που θα αποτελέσει και το βασικό χαρακτηριστικό της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής όλο το 18ο και 19ο αιώνα[21].

Στις 9 Νοεμβρίου 1710 ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄ κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, προς ικανοποίηση του Κάρολου της Σουηδίας και των υποστηρικτών του. Χωρίς να έχει πολλά περιθώρια για διπλωματικούς ελιγμούς, ο Πέτρος απάντησε και στις 11 Μαρτίου 1711 κήρυξε τη χώρα του σε εμπόλεμη κατάσταση με την οθωμανική αυτοκρατορία. Στις αρχές Απριλίου ο επικεφαλής του ρωσικού στρατού Μπόρις Σερεμέτιεφ πήρε εντολή από τον τσάρο να συγκεντρώσει μέχρι τις 20 Μαΐου τις δυνάμεις στα σύνορα με την οθωμανική αυτοκρατορία. Σε γενικές γραμμές το σχέδιο των Ρώσων ήταν να κινηθεί νότια η ρωσική στρατιά κατά μήκος του Προύθου έως τη συμβολή του με το Δούναβη, τον οποίο θα έπρεπε να περάσει οπωσδήποτε πριν φτάσουν οι οθωμανικές δυνάμεις. Έχοντας έτσι ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, οι Ρώσοι θα μπορούσαν να πλήξουν καίρια τους αντιπάλους τους και να εξασφαλίσουν την καλύτερη γι’ αυτούς ειρηνευτική συμφωνία.[22]

Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου οι παραδουνάβιες ηγεμονίες επρόκειτο να παίξουν σημαντικότατο ρόλο. Ο Πέτρος το είχε αντιληφθεί αυτό ενωρίς και είχε φροντίσει να δημοσιεύσει στις 11 Μαρτίου 1711 τη «Διακήρυξη για τους Χριστιανικούς Λαούς υπό τον τουρκικό ζυγό», στην οποία καλούσε ρητά τους χριστιανούς, και ιδιαίτερα τις δυο αυτόνομες ηγεμονίες, να εξεγερθούν[23]. Η αρχική αντίδραση τόσο του Καντεμίρ στη Μολδαβία όσο και του Βρανκοβεάνου στη Βλαχία ήταν θετική. Γρήγορα όμως η εξέλιξη της ρωσικής εκστρατείας, η οποία πέρασε στην ιστορία ως «εκστρατεία του Προύθου», διέλυσε τα παραπάνω σχέδια.

Δυστυχώς για τους Ρώσους, το στρατιωτικό σώμα του Σερεμέτιεφ προωθούνταν δύσκολα, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει αρκετά από το χρονοδιάγραμμα που είχε καθοριστεί από τον Πέτρο. Μια από τις βασικότερες αιτίες για αυτήν τη σημαντική, όπως αποδείχθηκε αργότερα, καθυστέρηση ήταν οι συνεχείς επιθέσεις των Τατάρων της Κριμαίας και των Κοζάκων συμμάχων τους  κατά των ρωσικών δυνάμεων, οι οποίες δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν κάθοδο στα οθωμανικά εδάφη με ακάλυπτα νώτα. Επιπλέον, ο Σερεμέτιεφ είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ελλειπούς ανεφοδιασμού των στρατιωτών του. Κρίνοντας πως οι υπάρχουσες προμήθειες δε θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες μιας τόσο φιλόδοξης εκστρατείας, ο Σερεμέτιεφ κρατούσε στάση αναμονής. Ο Πέτρος όμως, θορυβημένος από τις πληροφορίες των μολδαβών κατασκόπων του για τους γρήγορους ρυθμούς προώθησης του οθωμανικού στρατού προς τον Δούναβη, πίεζε έντονα τον ρώσο στρατιωτικό να βιαστεί. Τελικά, ο ρωσικός στρατός με επικεφαλής τον ίδιο τον τσάρο πέρασε τον Δνείστερο στα μέσα Ιουνίου του 1711 με τη βεβαιότητα ότι τα κενά στις προμήθειες θα καλύπτονταν από την βοήθεια που θα προσέφεραν στα προελαύνοντα ρωσικά στρατεύματα οι παραδουνάβιες ηγεμονίες.[24]

Η δύσκολη προώθηση των Ρώσων είχε προκαλέσει, στο μεταξύ, σκεπτικισμό στον Βρανκοβεάνου. Ο βλάχος ηγεμόνας, παρόλο που ήξερε ότι μια συνεργασία με την Ρωσία ήταν αρκετά δελεαστική, έβλεπε με ιδιαίτερη ανησυχία τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού, τον οποίο καθοδηγούσε ο ίδιος ο Μεγάλος Βεζίρης, Μπαλτατζί Πασάς. Γνωρίζοντας καλά πως ενδεχόμενη αποτυχία της ρωσικής εκστρατείας θα του κόστιζε το θρόνο και, πιθανόν, την ίδια του τη ζωή, ο Βρανκοβεάνου αποφάσισε να ακολουθήσει την εξής τακτική: σε περίπτωση που οι Ρώσοι διέσχιζαν τελικά το Δούναβη και κρατούσαν τους Οθωμανούς εκτός βλαχικού εδάφους, θα τασσόταν ανεπιφύλακτα με το μέρος τους. Εάν όμως ο οθωμανικός στρατός έφθανε πρώτος στο Δούναβη και απειλούσε να εισβάλει στη Βλαχία, μόνη λύση θα ήταν τότε η ουδετερότητα.[25]

Στην Μολδαβία ο Καντεμίρ στήριξε τα ρωσικά στρατεύματα και ενημέρωνε συστηματικά τον Σερεμέτιεφ για οτιδήποτε συνέβαινε στην περιοχή. Για την αμέριστη στήριξη του Καντεμίρ προς τους Ρώσους έχουν εκφραστεί κατά καιρούς αρκετές απόψεις. Σύμφωνα με μια από αυτές, ο Καντεμίρ στράφηκε προς τη Ρωσία λόγω της πεποίθησής, την οποία εξέφρασε κατόπιν και στο έργο του «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ότι η οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης, και ότι τα νέα δεδομένα επέβαλλαν στη Μολδαβία έναν επαναπροσανατολισμό της πολιτικής της[26]. Κατά μια άλλη εκδοχή, ο μολδαβός ηγεμόνας επιδίωξε τη ρωσική συνεργασία, λόγω των κακών σχέσεων που είχε με την τάξη των βογιάρων, τους οποίους ενοχλούσε το αυταρχικό σύστημα διοίκησης που προωθούσε[27]. Ο Καντεμίρ, στην ουσία, δέχτηκε να  στηρίξει την εκστρατεία στον Προύθο, λόγω της υπόσχεσης του Πέτρου ότι σε περίπτωση νίκης η Μολδαβία θα διατηρούσε το αυτόνομο καθεστώς της υπό τον κληρονομικό οίκο των Καντεμίρ. Η υπόσχεση αυτή αναγραφόταν ρητά στο κείμενο της συμφωνίας του Λουτσκ, που έκλεισε στις 2 Απριλίου 1711 ο Καντεμίρ με τον τσάρο, και ήταν, προφανώς, σημαντικό κίνητρο για τον μολδαβό ηγεμόνα να μεταπηδήσει στο ρωσικό στρατόπεδο[28].

Η υποστήριξη του Καντεμίρ, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή. Ήδη από τα μέσα του Ιουνίου του 1711 οι Οθωμανοί είχαν καταφέρει να διασχίσουν τον Δούναβη και να εισέλθουν στην Μολδαβία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Βρανκοβεάνου προτίμησε να σώσει την ηγεμονία του από περιττές συγκρούσεις και δεν εξεγέρθηκε. Η μόνη βοήθεια που έλαβαν οι Ρώσοι ήταν ένα μικρό στρατιωτικό άγημα με επικεφαλής τον Θωμά Κατακουζηνό, ο οποίος είχε διαφωνήσει με την απόφαση του βλάχου ηγεμόνα.[29]

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη δυσφορία στο ρωσικό στρατόπεδο, καθώς ο Πέτρος υπολόγιζε στην βοήθεια της οικονομικά εύρωστης Βλαχίας, προκειμένου να λύσει τα προβλήματα ανεφοδιασμού που αντιμετώπιζε ο στρατός του. Έχοντας αποτύχει να κρατήσουν τον οθωμανικό στρατό πέρα από το Δούναβη, οι Ρώσοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των λαθεμένων επιλογών τους. Η έλλειψη νερού και τροφίμων, που ταλαιπωρούσε τους ρώσους στρατιώτες από την αρχή της εκστρατείας,  διογκωνόταν, ενώ ο Πέτρος αρνούνταν οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με τους Οθωμανούς[30].

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι δυο στρατιές συναντήθηκαν στις 19 Ιουλίου 1711 στο Στανιλέστι, ένα χωριό στη δυτική όχθη του ποταμού Προύθου. Οι οθωμανικές δυνάμεις, αριθμητικά περισσότερες και σημαντικά ενισχυμένες από τους Τατάρους της Κριμαίας, κατάφεραν να περικυκλώσουν εύκολα τα ρωσικά στρατεύματα. Η δύσκολη κατάσταση των τελευταίων δεν άφηνε πλέον στον τσάρο πολλά περιθώρια επιλογών. Ύστερα από δύο ημέρες πολιορκίας ο Πέτρος ζήτησε μέσω του απεσταλμένου του Σαφίροφ ανακωχή από τον Μπαλτατζί Πασά.[31] Ο Μπαλτατζί  παρά το γεγονός ότι είχε το πλεονέκτημα, έκανε δεκτό το ρωσικό αιτήμα, επειδή φοβόταν ότι ο Κάρολος της Σουηδίας θα μπορούσε να φτάσει στο Στανιλέστι ανά πάσα στιγμή και να παρασύρει την αυτοκρατορία σε ευρύτερη σύγκρουση.   Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1711 υπογράφηκε μεταξύ των δύο πλευρών η γνωστή συνθήκη του Προύθου, σύμφωνα με την οποία ο Πέτρος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην Πύλη το λιμάνι του Αζώφ, να διαλύσει το στόλο που κατασκεύαζε εκεί, και να γκρεμίσει τις πόλεις Ταγκαρόγκ, Καμεννάι, Ζάτον και Νοβομπογκορόντιτσκ στο στόμιο του ποταμού Σαμάρα. Τέλος, η Ρωσία έχανε το δικαίωμα να διατηρεί πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη.[32]

Παρά το άδοξο τέλος της, η εκστρατεία του Προύθου εγκαινίασε σε διεθνές επίπεδο μια περίοδο συγκρούσεων μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της τσαρικής Ρωσίας, οι οποίες έδωσαν τους επόμενους αιώνες νέα διάσταση στο Ανατολικό Ζήτημα, και στο επίκεντρο των οποίων βρέθηκαν οι ρουμανικές χώρες. Αρκεί να θυμηθούμε ότι  μέσα στον 18ο αιώνα οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες πέντε φορές σε ισάριθμους πολέμους εναντίον των Οθωμανών.

Η συγκεκριμένη εκστρατεία χρησίμευσε, παράλληλα, ως πρότυπο για τις κατοπινές εκστρατείες των Ρώσων στην Βαλκανική. Μπορεί βέβαια να κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία για τον Μεγάλο Πέτρο, οι πρακτικές όμως που χρησιμοποιήθηκαν τότε επρόκειτο να εξελιχθούν σε πάγιο μοτίβο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία τους επόμενους δύο περίπου αιώνες. Για πρώτη φορά η Ρωσία αμφισβητούσε έμπρακτα την οθωμανική κυριαρχία στον Εύξεινο Πόντο διεκδικώντας επίμονα τις πόλεις του Αζόφ και του Κέρτς στην αζοφική θάλασσα και την επέκταση του εμπορίου της στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η ειρήνη του Προύθου ήταν, θα λέγαμε, μια υποχώρηση, οι στόχοι όμως της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής παρέμειναν οι ίδιοι. Το 1774 η Ρωσία απέκτησε δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ το 1783 υπεγράφη η πρώτη εμπορική ρωσοτουρκική σύμβαση. Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ρωσική ιστορία ο τσάρος επιστράτευε το επιχείρημα της προστασίας των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως μέσο άσκησης της εξωτερικής του πολιτικής. Τέλος, μια ακόμη σημαντική καινοτομία που σημειώθηκε στην ρωσική πολιτική ήταν η υποκίνηση των χριστιανών της Βαλκανικής σε εξέγερση κάθε φορά που Ρώσοι και Οθωμανοί βρίσκονταν σε πόλεμο. Ο Πέτρος ηττήθηκε, το ρωσικό κάλεσμα όμως στα όπλα δεν επρόκειτο να ξεχαστεί και οι ρωσικές εκστρατείες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια θα το επιβεβαίωναν.[33]

Σε ό,τι αφορά τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η εκστρατεία του Προύθου σε συνδυασμό με την «ανταρσία» του Καντεμίρ και την παρελκυστική πολιτική του Κωνσταντίνου Βρανκοβεάνου είχε ως άμεση συνέπεια την «εξορία» των βογιάρων από το ηγεμονικό αξίωμα και την αντικατάστασή τους με μέλη της τάξης των Φαναριωτών[34]. Ήδη η θέση των τελευταίων κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα αναβαθμιζόταν συνεχώς χάρη στον έλεγχο που ασκούσαν στη διοίκηση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, χάρη στην ενασχόληση τους με το εμπόριο και τη ναυτιλία, και φυσικά χάρη στο ρόλο που έπαιζαν ως τραπεζίτες χρηματοδοτώντας ακόμα και τους ίδιους τους ρουμάνους ηγεμόνες[35]. Οι νέοι ηγεμόνες (οσποδάροι), ήταν έμπιστοι της οθωμανικής αρχής και μπορούσαν να διοριστούν, να μετατεθούν ή και να ανακληθούν, οποτεδήποτε το απαιτούσε ο σουλτάνος. Πρωταρχική τους μέριμνα ήταν να εκτελούν τις επιθυμίες της κεντρικής διοίκησης.  Εδώ εμπλέκονται πολλά ζητήματα που αφορούν τους συσχετισμούς μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό των παραδουνάβιων ηγεμονιών από τη μια και στις σχέσεις των τελευταίων με την κεντρική εξουσία από την άλλη. Όπως ήδη αναφέραμε, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες υπήρχε από τα τέλη του 16ου αιώνα έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων αριστοκρατικών ηγεμονιών για οικονομική και πολιτική επικράτηση, που εντάθηκε ακόμα πιο πολύ στα τέλη του 17ου αιώνα με την μεταστροφή του διεθνούς πολιτικού σκηνικού σε βάρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τον χωρισμό των βογιάρων σε διάφορες πολιτικές φατρίες. Η κατάσταση αυτή δυσχέραινε το έργο των ηγεμόνων να εξασφαλίσουν πολιτική σταθερότητα και να αποφύγουν πολεμικές περιπέτειες.

Όταν το 1711 οι Ρώσοι εκστράτευσαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι ηγεμόνες προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με τον τρόπο που νόμιζαν καλύτερο. Στη Βλαχία ο Βρανκοβεάνου προσπάθησε να διαχειριστεί την κρίση ακολουθώντας μια πολιτική ισορροπιών, ενώ ο Μολδαβός Καντεμίρ επέλεξε την απόσχιση. Καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του αυτή θα έπρεπε να έπαιξαν ως ένα σημείο τα πατριωτικά του αισθήματα, κάτι που φαίνεται και μέσα στο το ίδιο το συγγραφικό του έργο[36]. Ωστόσο, δε μπορούμε να αγνοήσουμε το προσωπικό όφελος που ο Καντεμίρ θα είχε από τη ρωσοτουρκική σύγκρουση. Όπως αναφέραμε, ο τσάρος είχε παραχωρήσει στον Καντεμίρ κληρονομικά δικαιώματα στο θρόνο της Μολδαβίας. Με αυτόν τον τρόπο ενισχυόταν η υπεροχή του μολδαβού ηγεμόνα και της οικογένειάς του απέναντι στους βογιάρους, με τους οποίους βρισκόταν πάντα σε αντιπαράθεση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η απόφαση της Υψηλής Πύλης να παρέμβει δυναμικά στις υποθέσεις των ηγεμονιών προς όφελος των Φαναριωτών, η οικονομική και πολιτιστική επιρροή των οποίων έβρισκε τώρα και πολιτική διέξοδο, ήταν μια απόλυτα αναμενόμενη και δικαιολογημένη αντίδραση. Αποσχιστικές τάσεις στην περιοχή είχαν εκδηλωθεί βέβαια και κατά τους προηγούμενους αιώνες. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η οθωμανική αυτοκρατορία των αρχών του 18ου αιώνα βρισκόταν σε περίοδο παρακμής. Η αναδίπλωση των Οθωμανών στην Κεντρική Ευρώπη και τη βόρεια Βαλκανική ήταν άμεση συνέπεια της. Συνεπώς, η ανάγκη για ενίσχυση της άμυνας της αυτοκρατορίας απέναντι στους νέους κινδύνους επέβαλε τον αμεσότερο έλεγχο των δύο ηγεμονιών, που λόγω της στρατηγικής τους θέσης είχαν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των δύο βασικών αντιπάλων της Υψηλής Πύλης το 18ο αιώνα, της Αυστρίας και της Ρωσίας[37].

Και πράγματι, σε πολιτικό επίπεδο αυτό που χαρακτηρίζει την φαναριώτικη εποχή είναι η σύμπλευση των ηγεμόνων με τις επιδιώξεις του οθωμανικού κράτους. Το στράτευμα περιορίστηκε σε ορισμένες ομάδες υπεύθυνες για τη διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό. Ο εκάστοτε ηγεμόνας έπρεπε να εγγυάται, με κίνδυνο της ζωής του και των δικών του, την υποταγή του στα συμφέροντα της Πύλης. Έτσι, σε αντίθεση με τις πρακτικές του παρελθόντος, το φαναριώτικο καθεστώς συνέβαλλε στην ενίσχυση της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή του Δούναβη.[38]

Ωστόσο, μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774 οι Φαναριώτες ηγεμόνες αποπειράθηκαν να εκμεταλλευθούν την ολοένα αυξανόμενη ρωσική επιρροή στις ηγεμονίες τους για να ακολουθήσουν μια περισσότερο ανεξάρτητη πολιτική. Με την ίδρυση του ρωσικού, του αυστριακού, του γαλλικού, του αγγλικού και του πρωσικού προξενείου, οι Οθωμανοί περιόρισαν τις αυθαιρεσίες και οι παραδουνάβιες ηγεμονίες άρχισαν να μπαίνουν και πάλι δυναμικά στο παιχνίδι των λεπτών ισορροπιών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, όχι όμως χωρίς κόστος. Οι εξελίξεις αυτές αναβάθμισαν ως ένα σημείο και τη θέση των ρουμάνων βογιάρων, οι οποίοι άρχισαν να εκφράζουν ανοικτά τη δυσαρέσκεια τους απέναντι στην πολιτική των Φαναριωτών που λάμβαναν μέτρα εναντίον της μεγάλης ιδιοκτησίας.[39]

Οι τριβές μεταξύ Φαναριωτών ηγεμόνων και βογιάρων θα κορυφωθούν στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης και αυτής του Βλαδιμηρέσκου το 1821, όπως και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-1829 που θα τερματιστεί με την συνθήκη της Ανδριανούπολης και την έκδοση των Οργανικών Κανονισμών το 1830, θα σηματοδοτήσουν το τέλος της φαναριώτικης κυριαρχίας και το μαρασμό της οθωμανικής επιρροής στην περιοχή, παράλληλα όμως θα δρομολογήσουν τις εξελίξεις που βαθμιαία επρόκειτο να εισαγάγουν τις δύο ρουμανικές χώρες στη νεότερη εποχή[40].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Αnderson, Matthew S., Peter the Great,London: Thames & Hudson, 1978

Ασδραχάς, Σπύρος (επιμ.), Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, ιε΄-ιθ΄αι., Αθήνα: Μέλισσα, 1979

Badale, Radu (ed.), Istoria României, București: Corint, 2007

Bahner, Werner, «Ein bedeutender Gelehrter an der Schwelle zur Frühaufklärung:   Dimitrie Cantemir», Sitzungsberichte der Akademie der Wissenschaften der DDR, 13 (1973) 7-27

Castellan, Georges, A History of the Romanians,New York: Eastern European Monographs, 1989

Castellan, Georges, Ιστορία των Βαλκανίων (μτφρ), Αθήνα: Γκοβόστης, 1991

Cernovodeanu, Paul – Constantiniu, Florin(ed.), Constantin Brâncoveanu, București: Editura Academiei Republicii Socialiste România, 1989

Ciobanu, Veniamin, «Die politische und diplomatische Aktivitäten der Rumänen zu Beginn des 18. Jahrhunderts: Hintergründe und Zielsetzungen (1700-1709)», Südost-Forschungen, 52 (1993) 1-10

Finkel, Caroline, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 1300-1923 (μτφρ.), Αθήνα: Διόπτρα, 2007

Ιnalcik, Halil, Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή 1300-1600 (μτφρ), Αθήνα: Αλεξάνδρεια 1995

Ιnalcik, Halil, The Middle East and the Balkans under the Ottoman Empire. Essays on economy and society,Bloomington: Indiana University Turkish Studies and Turkish Ministry of Culture Joint Series, 1987

Μαρινέσκου, Φλορίν, Οι Ρουμάνοι. Ιστορία και Πολιτισμός (μτφρ.), Αθήνα: Ιωλκός, 2007

Markov, Walter, «Dimitrie Cantemir und Rußland», Sitzungsberichte der Akademie der Wissenschaften der DDR, 13 (1973) 53-57

 

Μischeva, Vladimir, «Impactul geopolitic al războaielor ruso-turce asupra principatelor române», Studii și materiale de istorie modernă, 13 (1999) 165-187

Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, Μαρία, Οι Βαλκανικοί Λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος – 19ος αι΄.), Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 2000

Panaite, Viorel, «The Voivodes of the Danubian Principalities – as harâcgüzarlar of the ottoman sultans», International Journal of Turkish Studies, 9 (2003) 59-78

Stănciulescu-Bîrda, Alexandru, «Dimitrie Cantemir. A champion of medieval Romanian   politics and culture», Balkan Studies, 28 (1987) 211-222  

Stroia, Marian, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremație la Dunăreade jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania de la Prut», Revista Istorică, 15 (2004) 41-61

 

Sugar, Peter, Η νοτιοανατολική Ευρώπη υπό την οθωμανική κυριαρχία 1354-1804 (μτφρ.), 2 τόμοι, Αθήνα: Σμίλη, 1994

Sumner, Benedict H., Peter the Great and the Ottoman Empire,Hamden: Archon, 1965

Τραγέλης, Βασίλης Π., Ρωσία και Τουρκία μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα: Ιστορικές Εκδόσεις Βασιλόπουλος, 1993

Wilkinson, William, An account of the principalities Wallachia and Moldavia,New York: Arno Press, 1971 (1820)\

Wolczuk, Kataryna, The Moulding Of Ukraine,Budapest:CentralEuropeanUniversity Press, 2001

Χασιώτης, Ιωάννης Κ., Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η οθωμανική αυτοκρατορία. Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 15ου  έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 2005


[1] Ιωάννης Χασιώτης, Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η οθωμανική αυτοκρατορία. Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 15ου  έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 147

[2] Kataryna Wolczuk, The Moulding Of Ukraine,Budapest, 2001, σ. 32

[3] Ταυτόχρονα θεωρούνταν απαραίτητη η εφαρμογή ριζικών μεταρρυθμίσεων στη διοίκηση, τον στρατό και στην εκπαίδευση, η εφαρμογή των οποίων αποτέλεσε αποφασιστική τομή στην εξέλιξη του ρωσικού κράτους. Για μια συνολική θεώρηση της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του Πέτρου Α΄, βλ. Matthew S. Αnderson, Peter the Great,London, 1978

[4]Caroline Finkel, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 1300-1923, Αθήνα, 2005, σσ. 425-426

[5]Βασίλης Π. Τραγέλης, Ρωσία και Τουρκία μέχρι τη Μικρασιατικη Καταστροφή, Αθήνα, 1993, σ.  33

[6]Marian Stroia, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremație la Dunărea de jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania de la Prut», Revista Istorică, 15 (2004), σ. 42

[7] Οι ηγεμόνες διατήρησαν, εντούτοις, τον έλεγχο των εξωτερικών σχέσεων με άλλα κράτη. Έστελναν απεσταλμένους σε γειτονικούς ή μακρινούς ηγέτες, μεσολαβούσαν για διάφορα ζητήματα και ενδυνάμωναν πολιτικές συμμαχίες μέσω γάμων. Παράλληλα δεν ήταν υποχρεωμένοι να συνδράμουν με έμψυχο υλικό στους πολέμους των Οθωμανών με ξένες δυνάμεις : βλ. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 230, Φλορίν Μαρινέσκου, Οι Ρουμάνοι. Ιστορία και Πολιτισμός, Αθήνα 2007, σσ. 44-45, και Viorel Panaite, «The Voivodes of the Danubian Principalities – as harâcgüzarlar of the ottoman sultans», International Journal of Turkish Studies, 9 (2003), σσ.  72-74.

[8] Για την αποσταθεροποίηση του οθωμανικού κράτους: βλ. Halil Inalcik, Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή 1300-1600, Αθήνα, 1995, σσ. 79-98

[9] Peter Sugar, Η νοτιοανατολική Ευρώπη υπό την οθωμανική κυριαρχία 1354-1804, τ. 2, Αθήνα, 1994,  σ. 23

[10] Șt. Ștefanescu-D. Mioc-H. Chircă, «Η εξέλιξη της φεουδαλικής προσόδου σε εργασία στη Βλαχία και τη Μολδαβία από το ΙΔ΄ έως το ΙΗ΄ αιώνα», στο Σπύρος Ασδραχάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, ιε΄-ιθ΄αι., Αθήνα 1979, σσ. 173-176

[11] Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτέλεσαν ο ηγεμόνας της Βλαχίας Matei Basarab (1632-1654) και ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Vasile Lupu (1634-1653). Οι θητείες τους χαρακτηρίστηκαν από μια πολιτική περιορισμού των αρμοδιοτήτων των βογιάρων καθώς και μια προσπάθεια συγκράτησης του φαναριώτικου στοιχείου, το οποίο προωθούσε η Πύλη για να ελέγχει πολύπλευρα την περιοχή: βλ. Georges Castellan, Ιστορία των Βαλκανίων, Αθήνα 1991, σ. 261, Pompiliu Teodor, «Monarhia feudală» στο Radu Badale (επιμ.), Istoria României, București, 2007, σσ. 211-214.

[12] Veniamin Ciobanu, «Die politische und diplomatische Aktivitäten der Rumänen zu Beginn des 18. Jahrhunderts: Hintergründe und Zielsetzungen (1700-1709)», Südost-Forschungen, 52 (1993), σσ. 1-5

[13] Stroia, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremațiela Dunărea de jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania dela Prut», σ. 43

[14]William Wilkinson, An account of the principalities Wallachia and Moldavia, New York, 1971, σ. 33

[15]Werner Βahner, «Ein bedeutender Gelehrter an der Schwelle zur Frühaufklärung:   Dimitrie Cantemir», Sitzungsberichte der Akademie der Wissenschaften der DDR, 13 (1973), σσ. 10, 12, 14

[16]Alexandru Stănciulescu-Bîrda, «Dimitrie Cantemir. A champion of medieval Romanian   politics and culture», Balkan Studies, 28 (1987),  σ. 216

[17] Τη θέση αυτή υποστήριζαν, πέρα από τον Καντεμίρ, και  άλλα μέλη της οθωμανικής μορφωτικής ελίτ, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Hadji Khalifa: βλ. Halil Ιnalcik, The Middle East and the Balkans under the Ottoman Empire. Essays on economy and society,Bloomington, 1987, σ. 413

[18] Wilkinson, ό., σ. 34

[19] Αυτόθι.

[20] Matthew S. Αnderson, Peter the Great,London, 1978, σσ. 65-66

[21] Benedict H. Sumner, Peter the Great and the Ottoman Empire,Hamden, 1965, σ. 78

[22] Stroia, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremațiela Dunărea de jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania dela Prut», σσ. 44-45

[23] Anderson, ό., σ. 65

[24] Stroia, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremație la Dunărea de jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania de la Prut», σσ. 46-48,  Τραγέλης, ό., σ. 35, και Anderson, ό., σ. 66

[25]Paul Cernovodeanu, Coordonatele politicii externe a lui Constantin Brâncoveanu, στο Cernovodeanu, Paul – Constantiniu, Florin (ed.), Constantin Brâncoveanu, București 1989, σσ. 134-135

[26]Stănciulescu-Bîrda, «Dimitrie Cantemir. A champion of medieval Romanian   politics and culture», σ. 217

[27] Teodor, «ό.π», σ. 223

[28]Walter Markov, «Dimitrie Cantemir und Rußland», Sitzungsberichte der Akademie der Wissenschaften der DDR, 13 (1973), σ. 54

[29] Stroia, «Prima confruntare ruso-turcă pentru supremațiela Dunărea de jos la începutul secolului al XVIII-lea: campania dela Prut», σσ. 48-49

[30] Αυτ., σσ. 50, 51-52

[31]Anderson, ό., σ. 66

[32]Vladimir Μischeva, «Impactul geopolitic al războaielor ruso-turce asupra principatelor române», Studii și materiale de istorie modernă, 13 (1999), σ. 173

[33] Sumner, ό., σσ. 76-79

[34] Μαρινέσκου, ό., σσ. 51-52

[35] Georges Castellan, A History of the Romanians,New York, 1989, σ. 63

[36] Stănciulescu-Bîrda, «Dimitrie Cantemir. A champion of medieval Romanian   politics and culture»,

σ. 218

[37] Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ό.π., σ. 232

[38] Castellan,  Ιστορία, ό.π., σσ. 296, 297

[39] Μαρινέσκου, ό.π., σ. 62

[40] Sugar, ό.π., σ. 10

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s