Η Πόλη, οι Νεκροί και οι Μάρτυρες. Η Χωροθέτηση της Ταφής από τα Υστερορωμαϊκά Χρόνια έως την Περίοδο των Μετασχηματισμών (7ος-9ος αι.)

Κυριάκος Φραγκούλης

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

Η ΠΟΛΗ, ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Η ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΥΣΤΕΡΟΡΩΜΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ (7ος-9ος αι.) 

 Ήδη από τις απαρχές του, ο Χριστιανισμός υπήρξε μία θρησκεία που ενδιαφερόταν έντονα για το θάνατο, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ιδιαίτερη θέση που κατέχει η εσχατολογία ως τομέας της χριστιανικής θεολογίας. Το ενδιαφέρον αυτό επεκτείνεται και στο ζήτημα της ταφής και της γενικότερης μεταχείρισης του νεκρού σώματος, που αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω της σύνδεσής του με την προσδοκώμενη ανάσταση των νεκρών κατά τη Δευτέρα Παρουσία[1]. Σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα η Ανάσταση του Χριστού επέφερε την ήττα του θανάτου, ο οποίος δε θα πρέπει να προκαλεί πλέον τρόμο στους ανθρώπους, καθώς οδηγεί στην αιώνια ζωή. Για τους χριστιανούς, ο θάνατος δεν αποτελεί οριστικό τέλος, αλλά μία κατάσταση αναμονής, καθώς ο νεκρός περιμένει την Τελική Κρίση[2]. Η πίστη αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια και στο δημοφιλή όρο κοιμητήριο, που αρχίζει να χρησιμοποιείται από τους χριστιανούς ήδη από τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. για τον προσδιορισμό της θέσης ενός τάφου. Βλέπουμε λοιπόν πως ο θάνατος νοείται πλέον ως ύπνος (κοίμησις). Στη συνέχεια, ο παραπάνω όρος χρησιμοποιείται για τους σημαίνοντες τάφους της χριστιανικής κοινότητας, δηλαδή αυτούς των μαρτύρων, και κατ’ επέκταση για τα λατρευτικά οικοδομήματα  που αναγείρονται πάνω από αυτούς (μαρτύρια). Τέλος, από τον 6ο αιώνα η λέξη κοιμητήριο αποκτά σιγά-σιγά το νόημα που διατηρεί έως σήμερα, δεν αναφέρεται δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο τάφο, αλλά προσδιορίζει ολόκληρο το νεκροταφείο[3].

Έτσι λοιπόν τα κοιμητήρια, όντας οι χώροι ανάπαυσης αυτών που περιμένουν τη Δευτέρα Παρουσία, θεωρούνταν σημαντικά καθιδρύματα, ειδικότερα όταν περιλάμβαναν τον τάφο κάποιου μάρτυρα ή πατέρα της Εκκλησίας[4]. Επομένως, η μελέτη των κοιμητηρίων και των διαφόρων ιερών οικοδομημάτων που σχετίζονται με τους χώρους ταφής ή αθλήσεως μαρτύρων και γενικότερα με τη λατρεία των ιερών λειψάνων, δηλαδή των μαυσωλείων και των ταφικών παρεκκλησιών, των κοιμητηριακών ναών και των μαρτυρίων, έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε τη διακεκριμένη θέση που κατείχαν αυτοί οι χώροι στην κοινωνική ζωή της εποχής.

Η ταφική αρχαιολογία, η ειδίκευση δηλαδή που ασχολείται με τη μελέτη των ταφικών πρακτικών κι αποτελεί εδραιωμένο γνωστικό αντικείμενο στη δυτική Ευρώπη, αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστό και μη επαρκώς αξιοποιημένο ερευνητικό πεδίο στις χώρες που εκτεινόταν άλλοτε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είναι σημαντική και για έναν ακόμα λόγο: η ταφική μαρτυρία μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην εξαγωγή συμπερασμάτων για σημεία-κλειδιά του ζητήματος της εξέλιξης των πόλεων κατά την Όψιμη Αρχαιότητα, όπως είναι ο προσδιορισμός της θέσης των οικισμών, οι μεταβολές που συντελούνται στο μέγεθος και την ισχύ τους, η εθνολογική σύσταση και κοινωνική διαστρωμάτωση των πληθυσμών τους, καθώς και η παρακμή των πολιτικών και κοινωνικών δομών της αρχαιότητας[5].

            Στις σελίδες που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε λοιπόν να σκιαγραφήσουμε τις εξελίξεις που σημειώνονται, κατά το διάστημα από την επικράτηση του χριστιανισμού μέχρι το τέλος της όψιμης αρχαιότητας και την αρχή της λεγόμενης «περιόδου των μετασχηματισμών»[6], στον τρόπο αντιμετώπισης του θανάτου και τη μεταχείριση του νεκρού σώματος, κυρίως όσον αφορά την επιλογή του χώρου ταφής του. Η εξελικτική αυτή πορεία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Αρχικά, χριστιανικές ταφές εντοπίζονται, τοποθετημένες χωρίς διαφοροποίηση, ανάμεσα σε παλαιότερες και σύγχρονες ειδωλολατρικές ταφές στις εκτός των τειχών αρχαίες νεκροπόλεις. Εν συνεχεία, χριστιανικά κοιμητήρια δημιουργούνται γύρω από τους τάφους μαρτύρων, στις θέσεις των οποίων αναγείρονται μαρτύρια και κοιμητηριακοί ναοί. Από τον 7ο αι. και κυρίως κατά τους πρώιμους μεσοβυζαντινούς χρόνους επικρατεί η συνήθεια της ταφής των νεκρών εντός της πόλης, είτε στο εσωτερικό των ναών (προνομιούχος θέση που προοριζόταν κυρίως για σημαντικές εκκλησιαστικές και πολιτικές προσωπικότητες) είτε στους περιβόλους εκκλησιών και μοναστηριών. Η χωροθέτηση των κοιμητηρίων εντός κατοικημένων περιοχών συνδέεται με μεγάλες αλλαγές που σημειώνονται, ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων εξελίξεων, στον τομέα της αστικής οργάνωσης κι αποτέλεσε ένα ξεχωριστό στάδιο στην μετάβαση από την αρχαία ελληνορωμαϊκή στη βυζαντινή πόλη και το βυζαντινό κάστρο/οχυρωμένο οικισμό[7].

ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Τα εκτός των τειχών κοιμητήρια και η ταφή ad sanctos – οι πρώτες ταφές εντός πόλης και η σχετική νομοθεσία

 Κατά την κλασική και ρωμαϊκή αρχαιότητα η ταφή των νεκρών λάμβανε χώρα κατά κανόνα εκτός του οικισμού ή της πόλης, με τα επίσημα όρια της τελευταίας να διαγράφονται συνήθως από έναν αμυντικό περίβολο. Η αυστηρή απαγόρευση των εντός των τειχών ταφών οφειλόταν στην ανάγκη ο χώρος των νεκρών να είναι απόλυτα ξεχωριστός από τον κατοικήσιμο αστικό χώρο. Η ανάγκη αυτή πήγαζε με τη σειρά της από την αρχαιότατη πεποίθηση ότι ο νεκρός αποτελεί μίασμα. Το σπίτι στο οποίο πέθαινε κάποιος, η οικογένεια του εκλιπόντος κι αυτοί που είχαν έρθει σε επαφή με ένα νεκρό θεωρούνταν ακάθαρτοι κι έπρεπε να εξαγνιστούν μετά την ταφή. Πρακτικά ζητήματα, όπως η μυρωδιά κι άλλα θέματα υγιεινής, μαζί με το θόρυβο και τη γενικότερη αναστάτωση που συνοδεύουν μία ταφή, φαίνεται πως ενίσχυσαν την ιδέα του μιάσματος, τονίζοντας την ανάγκη οι ταφές να πραγματοποιούνται εκτός κατοικημένου χώρου[8].

Ωστόσο, ακόμα κι ο παραπάνω κανόνας επέτρεπε ορισμένες εξαιρέσεις. Έτσι, συναντούμε συχνά στο κέντρο αρχαίων πόλεων μνημειακούς τάφους ηρώων (ηρώα), που αποτελούσαν παράλληλα χώροι λατρείας. Επίσης, αντίστοιχης μεταχείρισης τύγχαναν, σε ειδικές περιπτώσεις, αυτοκράτορες, ευεργέτες της πόλης, ιερείς κι άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, που ενταφιάζονταν virtutis causa σε σημαίνουσα θέση εντός αστικού χώρου. Πάντως, η άρση της απαγόρευσης της ταφής intra urbem αφορούσε μόνο σε μικρό αριθμό προσώπων με μεγάλη προσφορά κι ένδοξο παρελθόν[9].

Όπως ήδη αναφέραμε, η έλευση του χριστιανισμού επέφερε ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν το θάνατο, ενώ επόμενο ήταν να επηρεάσει σταδιακά και τον τρόπο μεταχείρισης των νεκρών. Φαίνεται πάντως ότι η εκρίζωση των παγανιστικών δοξασιών συντελέστηκε με πολύ μικρή ταχύτητα, καθώς χρειάστηκε χρόνος έως ότου αποκρυσταλλωθεί ακόμα και στην αντίληψη της Εκκλησίας η πεποίθηση ότι το νεκρό σώμα δεν αποτελεί μίασμα. Χαρακτηριστικό είναι για παράδειγμα το γεγονός ότι οι πηγές του δικαίου της πρώιμης βυζαντινής περιόδου δεν εγκαταλείπουν την παραπάνω ιδέα. Διάταξη που εκδόθηκε από τους αυτοκράτορες Γρατιανό, Βαλεντινιανό και Θεοδόσιο Α’ στις 30 Ιουλίου 381 (CTh, IX.17.6) απαγορεύει ρητά την ταφή νεκρών εντός πόλης. Βλέπουμε λοιπόν πως στα τέλη του 4ου αι. χριστιανοί αυτοκράτορες εμφανίζονται ως φορείς ειδωλολατρικών δοξασιών[10]. Από την άλλη πλευρά, η παραπάνω διάταξη ακολουθεί τη ρωμαϊκή παράδοση και δεν εισάγει καινοτομίες[11]. Το φαινόμενο δεν πρέπει να εκπλήσσει, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι ακόμα και οι πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ως αυτονόητη την απαγόρευση της ταφής εντός πόλης και φαίνεται να την επιδοκιμάζουν[12]. Πάντως, παρά την πίστης τους ότι το νεκρό σώμα αποτελεί πηγή μόλυνσης, τονίζουν ότι δεν ισχύει το ίδιο και για τα λείψανα των μαρτύρων και των υπολοίπων αγίων, τα οποία και τιμούνταν από τους χριστιανούς με ιδιαίτερη ευλάβεια[13].

Παρά λοιπόν τις διάφορες ιδεολογικές μεταβολές η αρχαία παράδοση της ταφής των νεκρών εκτός πόλης παρέμεινε σεβαστή από τους χριστιανούς καθ’ όλη σχεδόν την πρωτοβυζαντινή περίοδο[14]. Οι κάτοικοι των μεγάλων αστικών κέντρων συνέχισαν να χρησιμοποιούν τις αρχαίες νεκροπόλεις που εκτείνονταν έξω από τα τείχη και παράλληλα με τους κύριους οδικούς άξονες[15]. Ωστόσο, ήδη από τα τέλη του 3ου αι., διακρίνουμε μία τάση αλλαγής της θέσης των χώρων ταφής στα προάστια. Ακόμα κι αν οι παλαιότερες νεκροπόλεις σπάνια εγκαταλείπονται, εμφανίζονται συχνά νέες, οι οποίες δείχνουν να επιλέγουν θέσεις πλησιέστερα στα όρια της πόλης απ’ ότι στο παρελθόν, ενώ παράλληλα σταματά, σε πολλές περιπτώσεις, η λειτουργία νεκροταφείων που αναπτύσσονταν σε ιδιαίτερα μεγάλες αποστάσεις. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το φαινόμενο αυτό υποδεικνύει κάποιας μορφής ρήξη των παραδοσιακών κοινωνικών δεσμών (η διάδοση του χριστιανισμού φαίνεται πως διαδραμάτισε σε αυτό καθοριστικό ρόλο), τους οποίους υποκαθιστούν, τουλάχιστον στην αρχή, ατομικές ή οικογενειακές πρωτοβουλίες. Πολλοί από τους νέους αυτούς χώρους ταφής υπήρξαν μικροί σε έκταση και διάρκεια ζωής, ενώ άλλοι εξελίχθηκαν μακροπρόθεσμα σε μεγάλα κοιμητήρια. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ως επίκεντρο της χριστιανικής λατρείας και πυρήνας του κοιμητηρίου λειτουργεί συνήθως ο τάφος ενός μάρτυρα[16].

Σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη, οι μάρτυρες ευαρέστησαν με το βίο και τη θυσία τους το Θεό και για το λόγο αυτό βρίσκονται κοντά του. Η θέση αυτή τους επιτρέπει να βοηθούν αποφασιστικά με τις δεήσεις και τις μεσιτείες τους όχι μόνο τους πιστούς που βρίσκονται στη ζωή, αλλά και εκείνους που απεβίωσαν. Καλλιεργήθηκε λοιπόν η πεποίθηση πως οι μάρτυρες μπορούν να μεσολαβούν για τη σωτηρία των ψυχών των κεκοιμημένων. Για να εξασφαλίσουν τη βοήθεια αυτή οι νεκροί έπρεπε να θάβονται κοντά σε τίμια λείψανα, δηλαδή ad sanctos[17]. Η επικράτηση και διάδοση των παραπάνω δοξασιών επέδρασε καθοριστικά στην ανάπτυξη των χριστιανικών κοιμητηρίων γύρω από τους τόπους ταφής των μαρτύρων και των υπολοίπων αγίων, καθώς και των πρώτων ηγετών της Εκκλησίας[18]. Η τάση αυτή ενισχύθηκε ιδιαίτερα με την ανέγερση, ήδη από τον 4ο[19], αλλά κυρίως κατά τον 5ο κι 6ο αι. (τουλάχιστον όσον αφορά το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας), μαρτυρίων στη θέση των σημαινόντων αυτών τάφων[20]. Τα μαρτύρια είτε έστεκαν ελεύθερα στο χώρο, είτε προσκολλούνταν, συχνότερα, σε κάποια κοιμητηριακή βασιλική[21], η οποία εξυπηρετούσε τόσο τη νεκρική λατρεία (επιμνημόσυνες τελετές κ.ά.) όσο και τη λατρεία του ίδιου του μάρτυρα. Η κοιμητηριακή βασιλική μπορούσε να έχει χτιστεί ταυτόχρονα με το μαρτύριο ή και μετά από αυτό, προς κάλυψη των αναγκών που είχαν, στο μεταξύ, προκύψει από το συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των ταφών. Έχουν ωστόσο εντοπιστεί και κοιμητηριακές βασιλικές, πυρήνες πρωτοβυζαντινών κοιμητηρίων, που δε δείχνουν, τουλάχιστον μέσα από τα αρχαιολογικά δεδομένα, να σχετίζονταν με τον τάφο κάποιου μάρτυρα ή με άλλο ιερό τόπο. Άλλοτε πάλι, οι βασιλικές αυτές διαθέτουν προσκτίσματα που μπορούν να ταυτιστούν με μαρτύρια, χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για κάτι τέτοιο.

Το καθεστώς διαχείρισης των πρωτοβυζαντινών κοιμητηρίων δε μας είναι γνωστό. Φαίνεται πάντως ότι η παρακμή των τοπικών βουλών και η άνοδος της δύναμης των επισκόπων οδήγησαν από νωρίς στη μεταπήδηση της ευθύνης για την οργάνωση και τον έλεγχο των ταφών από την πολιτεία στην Εκκλησία. Η αλλαγή αυτή σχετίζεται άμεσα και με την επιθυμία πολλών για ταφή ad sanctos, που κατ’ ανάγκη πραγματοποιούταν σε εκκλησιαστική ιδιοκτησία[22]. Ήδη από τα τέλη του 4ου αι., η επιδίωξη για ταφή σε γειτνίαση με κάποιον μάρτυρα ή άλλο άγιο πρόσωπο αποτέλεσε τον κύριο παράγοντα που ρύθμιζε τη δομή των προαστιακών κοιμητηρίων και την ιεράρχηση των τάφων εντός αυτών[23].

Οι πλουσιότεροι πολίτες μπορούσαν επιπλέον να εξασφαλίσουν τα πνευματικά προνόμια της ad sanctos ταφής προμηθευόμενοι τεμάχια από το λείψανο ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων, τα οποία τοποθετούσαν στο ιδιωτικό ταφικό παρεκκλήσι που ανέγειραν για να φιλοξενήσει τους τάφους των ίδιων και των μελών της οικογένειάς τους[24]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ευκτήρια αυτά κατασκευάζονταν σε ιδιωτική έκταση ξέχωρα από κάποιο νεκροταφείο[25], αν και συχνότερο ήταν το φαινόμενο ταφικά παρεκκλήσια και απλά μαυσωλεία να προσκολλώνται σε κάποιο μαρτύριο ή άλλο ναό[26]. Οι βυζαντινές πηγές μας δίνουν επίσης κάποια παραδείγματα και μιας άλλης πρακτικής: ορισμένα άτομα που διέθεταν στην κατοχή τους ιερά λείψανα φρόντιζαν να ταφούν κυριολεκτικά μαζί με αυτά. Σε αυτή την περίπτωση τα λείψανα τοποθετούνταν σε κάποιο κιβωτίδιο και συνενταφιάζονταν μαζί με το νεκρό[27].

            Όπως φαίνεται κι από τις παραπάνω ταφικές πρακτικές, το ενδιαφέρον των χριστιανών για την απόκτηση τιμίων λειψάνων υπήρξε, κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, αρκετά έντονο. Γρήγορα κατέστη συνήθης, παρά την απαγόρευση της νομοθεσίας, ο τεμαχισμός των λειψάνων[28] και η διάθεσή τους σε επισκόπους, αστικές και μοναστικές κοινότητες, αλλά και σε ιδιώτες, που τα τοποθετούσαν συχνά σε ιδιωτικά ευκτήρια. Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν και η κυκλοφορία φυλακτών, που περιείχαν πολύ μικρές ποσότητες λειψάνων. Η οικειότητα που απέκτησαν οι χριστιανοί με τα άγια λείψανα και η ξεχωριστή ευλάβεια που έδειχναν προς αυτά συνέβαλαν στην αποβολή του αισθήματος της αποστροφής προς το νεκρό σώμα, που, όπως υποδεικνύει και η φιλολογική μαρτυρία, υποχωρεί αισθητά από το β’ μισό του 5ου αι., ενώ η διαδικασία ολοκληρώνεται κατά τον 6ο[29]. Αυτή η μεταστροφή του κοινού αισθήματος επέφερε, κατά τα τέλη της Όψιμης Αρχαιότητας, μεγάλες αλλαγές στον τρόπο μεταχείρισης των νεκρών, τις οποίες θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

   Η διαμόρφωση του φαινομένου της «ad sanctos» ταφής υπήρξε, όπως είδαμε, σύμφωνη με την αρχαία παράδοση, την επικυρωμένη κι από το σύγχρονο ρωμαϊκό νόμο, που απέκλειε την είσοδο των νεκρών στις πόλεις. Όμως, από τον 4ο ήδηαιώνα τα τίμια λείψανα αρχίζουν να εισέρχονται στα αστικά κέντρα, τάση που ενισχύθηκε κατά τον 5ο, οπότε και η έντονη αύξηση της διακίνησης ιερών λειψάνων[30] κατέστησε κοινή την παρουσία τους, συχνά εντός κάποιου παρεκκλησίου, σε πολλούς αστικούς ναούς[31]. Παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η μεταφορά λειψάνων εντός πόλης, που συνεχίστηκε καθ’ όλη την πρωτοβυζαντινή περίοδο, κατέστη πιθανώς απαραίτητη λόγω της ανασφάλειας που επικρατούσε στην ύπαιθρο (βαρβαρικές επιδρομές), κύρια αιτία της υπήρξε η ενίσχυση της λατρείας των λειψάνων και της αξίας τους ως μέσο καθαγιασμού ενός χώρου, αλλά και η σύνδεσή τους με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο συμβολίζει το Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ερμηνεύεται συνήθως και η καθιέρωση της τοποθέτησης ορισμένων τεμαχίων αγίων λειψάνων, δηλαδή εγκαινίου, κάτω από την Αγία Τράπεζα[32] κατά την ίδρυση ενός ναού.

Σύντομα μετά την Ειρήνη της Εκκλησίας, κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες χριστιανικές ταφές εντός πόλης, που λαμβάνουν χώρα σε ναούς[33]. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονται με την παρουσία τιμίων λειψάνων στον ίδιο χώρο, οι λιγοστές αυτές ταφές δεν αποτελούν μεταφορά εντός αστικού περιβάλλοντος της επιθυμίας για ταφή ad sanctos, αλλά οφείλονται στο γεγονός ότι ο ενταφιασμός στο εσωτερικό ενός ναού θεωρούταν εξαιρετικό προνόμιο. Γι αυτό και κυρίως προορίζονταν για ανώτερα μέλη του κλήρου και επιφανείς λαϊκούς[34], όπως συνέβαινε συνήθως, τουλάχιστον στις ανατολικές επαρχίες[35], και με τις ταφές στο εσωτερικό των extra muros εκκλησιών[36]. Αρχικά, η προνομιακή αυτή μορφή ταφής συνάντησε την έντονη αντίδραση των πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι θεωρούσαν ότι οι νεκροί μολύνουν με την παρουσία τους τον ιερό χώρο του ναού[37]. Η διάδοση πάντως του φαινομένου δείχνει πως το κοινό τάχθηκε εν τέλει υπέρ της συγκεκριμένης πρακτικής[38].

Όπως αναφέραμε και στην αρχή του κεφαλαίου, η θεοδοσιανή νομοθεσία απαγορεύει ρητά την ταφή των νεκρών εντός πόλης, ενώ η ίδια διάταξη επαναλαμβάνεται σε εξίσου απόλυτο ύφος και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα (CJ, III.44.12)[39]. Αναφερόμενος στις ταφές σε ναούς, ο νόμος του Θεοδοσίου (CTh, IX.17.6) απαγορεύει, όπως είναι αναμενόμενο, την ταφή εντός αστικού ναού, αλλά, σε αντίθεση με την παραδοσιακή του ερμηνεία, δε φαίνεται να την απαγορεύει στις εκτός των τειχών εκκλησίες[40]. Κύριο λοιπόν μέλημα του νομοθέτη δείχνει να είναι εδώ η αποτροπή της εισόδου των νεκρών στις πόλεις, όπως επιβάλει και η αρχαία παράδοση. Ωστόσο, στη συνέχεια, η ιουστινιάνεια νομοθεσία απαγορεύει ξεκάθαρα την ταφή σε οποιονδήποτε ναό, είτε αυτός βρίσκεται εντός είτε εκτός των τειχών (CJ, III.44.12)[41]. Αν η παραπάνω ερμηνεία της διάταξης IX.17.6 του Θεοδοσιανού Κώδικα είναι ορθή, τότε η επιλογή της ιουστινιάνειας νομοθεσίας να απαγορεύσει τις ταφές εντός των extra muros μαρτυρίων και κοιμητηριακών ναών θα πρέπει μάλλον να ερμηνευτεί ως συντηρητισμός. Αν ωστόσο η διάταξη της 30ης Ιουλίου 381 αποσκοπούσε τελικά στην αποτροπή της ταφής σε οποιοδήποτε ιερό χώρο, γίνεται φανερό ότι η απαγόρευση δεν εφαρμοζόταν πιστά και γι αυτό χρειάστηκε να επαναληφθεί από νέο νόμο[42]. Πάντως, το γεγονός ότι η σχετική διάταξη του Ιουστινιάνειου Κώδικα δεν περιλαμβάνει κυρώσεις εναντίον του παραβάτη θέτει την ισχύ της υπό αμφισβήτηση[43].

Αν και σίγουρα δεν πρέπει να τις θεωρούμε εικονικές, αλλά οφείλουμε να τις υπολογίζουμε όταν μελετούμε ανάλογες περιπτώσεις[44], η αρχαιολογική και φιλολογική μαρτυρία καταδεικνύουν ότι οι παραπάνω απαγορεύσεις δεν εφαρμόστηκαν κατά γράμμα. Τόσο οι διάδοχοι του Μ. Κωνσταντίνου όσο και οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ενταφιάζονταν στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Επίσκοποι, αλλά και κατώτεροι κληρικοί, όπως επίσης και μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας, κατόρθωσαν να ενταφιαστούν σε ναούς. Με την πάροδο του χρόνου και απλοί χριστιανοί, που είχαν επιδείξει αρετές και αγιότητα βίου, εξασφάλισαν το ίδιο προνόμιο[45]. Η δοξασία που ήθελε ως πιθανότερη τη σωτηρία όσων ενταφιάζονταν κοντά σε ιερά λείψανα ή σε χώρο λατρείας μπόρεσε να ξεπεράσει και να καταστήσει ανεφάρμοστους τους κανόνες δικαίου της πολιτείας και της εκκλησίας[46].

Ακόμα πιο ανάγλυφα αποτυπώνεται η αντίθεση μεταξύ νομικού κειμένου και πραγματικότητας στην περίπτωση της χωροθέτησης των νεκροταφείων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η συνεχής αύξηση του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης και η επακόλουθη επέκταση της προς τα δυτικά, που ολοκληρώθηκε με την ανέγερση των νέων τειχών επί Θεοδόσιου Β’, είχε ως αποτέλεσμα τα κοιμητήρια της πόλης να περικλειστούν μεταξύ του παλαιού κωνσταντίνειου και του νέου θεοδοσιανού περιβόλου[47]. Ωστόσο, παρά την «αστικοποίησή» τους, τα παλαιά κοιμητήρια της πρωτεύουσας συνέχισαν να λειτουργούν κανονικά. Σύμφωνα με τη Νεαρά του Ιουστινιανού υπ’ αριθμό 59 του 537, ο ενταφιασμός εντός των νέων τειχών εφαρμοζόταν τουλάχιστον από την εποχή του Αναστασίου (η Νεαρά αναφέρεται σε νόμο του συγκεκριμένου αυτοκράτορα). Η ίδια Νεαρά ορίζει ως χώρους ταφής των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης την περιοχή αμέσως δυτικότερα του θεοδοσιανού τείχους, δηλαδή τη γύρω ύπαιθρο, τα προάστια των Βλαχερνών και του Γαλατά, καθώς και την αστική ζώνη που περικλειόταν μεταξύ παλαιού και νέου τείχους[48]. Η ταφή εντός της τελευταίας αυτής ζώνης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τελείται εντός αστικού χώρου και για το λόγο αυτό είναι κανονικά απαγορευμένη. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση δε βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με μία ασυμφωνία τεθειμένου δικαίου και καθημερινής πρακτικής, αλλά και με μία προφανή ποινική αντίφαση μεταξύ των διαφορετικών νομοθετικών λεξιλογίων του Ιουστινιάνειου Κώδικα, που ακολουθεί την παράδοση και απαγορεύει ρητά κάθε ταφή σε αστικό χώρο, και των Νεαρών, που είναι περισσότερο προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα. Ανάλογες αντιφάσεις συναντά κανείς και στο διαταραγμένο νομοθετικό πανόραμα της μεταϊουστινιάνειας περιόδου[49].

Η χωροθέτηση των κοιμητηρίων της Κωνσταντινούπολης μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την πολεοδομική οργάνωση της βυζαντινής πρωτεύουσας, αλλά και για την ιδεολογία της εποχής γύρω από τον καθορισμό των ορίων μίας πόλης. Όπως επιβεβαιώνουν και τα αρχαιολογικά δεδομένα, η ζώνη μεταξύ παλαιών και νέων τειχών διατήρησε, εν μέρει τουλάχιστον, το χαρακτήρα «υπαίθρου χώρας». Έτσι, η αραιή της δόμηση και οι μη αστικές της χρήσεις (καλλιέργεια, λειτουργία εργαστηρίων κ.ά.) επέτρεπαν την παράλληλη λειτουργία κοιμητηρίων εντός αυτής. Επίσης, το παράδειγμα της Κωνσταντινούπολης καταδεικνύει πως κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο έχει πλέον υποχωρήσει, παρά τις επιβιώσεις που συναντήσαμε στα νομοθετικά κείμενα, η ρωμαϊκή έννοια του pomerium, του ιερού δηλαδή συνόρου της πόλης, που διαγράφεται από τον οχυρωματικό της περίβολο κι εντός του απαγορεύεται αυστηρά η ταφή. Τα παραπάνω δεδομένα σίγουρα διευκόλυναν το ιδιάζων αυτό καθεστώς, όμως τον καθοριστικότερο ρόλο φαίνεται πως διαδραμάτισαν οι μεταβολές που επέφερε η χριστιανική ιδεολογία στον τρόπο αντιμετώπισης των νεκρών. Οι μεταβολές αυτές, σε συνδυασμό με άλλες ιστορικού, πολιτικού και κοινωνικού χαρακτήρα, επέτρεψαν τη δυναμική είσοδο, κατά το τέλος της Όψιμης Αρχαιότητας, των νεκρών μέσα στις πόλεις.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΨΙΜΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ – «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ»

Η είσοδος των νεκρών στις πόλεις και τα αίτια της

        Το τέλος της Όψιμης Αρχαιότητας χαρακτηρίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, και για μία σημαντική αλλαγή στη χωροθέτηση των ταφών, οι οποίες διεισδύουν πλέον μαζικά εντός του αστικού χώρου. Η βαρύτητα της μεταβολής αυτής αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι το ζήτημα της ταφής εντός πόλεως έχει αναδειχθεί, κατά την τελευταία εικοσαετία, σε κορυφαίο θέμα στη συζήτηση γύρω από την εξέλιξη της μορφής των αστικών κέντρων κατά τον πρώιμο μεσαίωνα. Η προβολή του παραπάνω ζητήματος οφείλεται στο έντονο ενδιαφέρον των σύγχρονων ερευνητών για την ιστορία των πόλεων και την ταφική αρχαιολογία, καθώς και στην εντυπωσιακή αύξηση των αξιόπιστων δεδομένων, που είναι πλέον διαθέσιμα χάρη στην πρόοδο της αρχαιολογίας των πόλεων[50].

Πέρα από τις περιστασιακές ταφές σε αστικούς ναούς που προαναφέραμε, οι νεκροί αρχίζουν, κατά την πρωτοβυζαντινή ήδη περίοδο, να διεισδύουν σε αστικό περιβάλλον μέσω της πρακτικής ενταφιασμού τους στην άμεση περιφέρεια της πόλης, τόσο εντός όσο κι εκτός των τειχών, αλλά πάντοτε σε μικρή απόσταση από αυτά. Στην πρώτη περίπτωση, των ταφών δηλαδή εντός του οχυρωματικού περιβόλου[51], οι περιοχές που χρησιμοποιούνταν για το σκοπό αυτό δεν ήταν καθαρά αστικές, όπως δηλαδή συνέβαινε και στην περίπτωση των κοιμητηρίων μεταξύ του κωνσταντίνειου και του θεοδοσιανού τείχους της Κωνσταντινούπολης. Ο χαρακτήρας τους αυτός, σε συνδυασμό με την απόστασή τους από το κέντρο της πόλης, έδιναν το περιθώριο στις παραπάνω περιοχές να φιλοξενούν ταφές, αν κι αυτό ήταν κανονικά αντίθετο προς το νόμο. Στη δεύτερη περίπτωση, που απαντάται και συχνότερα, έχουμε να κάνουμε με το αρκετά διαδεδομένο, κατά την Όψιμη Αρχαιότητα, φαινόμενο της εξαίρεσης ενός μέρους, συχνά αρκετά μεγάλου, της κατοικήσιμης έκτασης μίας πόλης από ένα νέο αμυντικό τείχος, σημαντικά μικρότερο σε μήκος σε σύγκριση με αυτό που αντικαθιστά[52]. Το τμήμα της πόλης που έμενε πλέον εκτός περιβόλου πολλές φορές δεν εγκαταλειπόταν άμεσα αλλά συνέχιζε να κατοικείται[53], αν και είναι συνήθως αδιευκρίνιστο το σε πιο βαθμό και μέχρι πότε αυτό συνέβαινε. Παρά τον αστικό της χαρακτήρα, η παραπάνω έκταση βρισκόταν επί της ουσίας εκτός πόλης, οπότε μπορούσε να αξιοποιηθεί ως χώρος ταφής, ενώ η χριστιανική ιδεολογία επέτρεπε πλέον, εφόσον αυτή συνέχιζε να κατοικείται, μία χαλαρή συνύπαρξη ζωντανών και νεκρών[54].

Βάσει των όσων είπαμε, καθίσταται φανερό πως οι ταφές στα όρια του πολεοδομικού ιστού των πρωτοβυζαντινών πόλεων δε διέθεταν καθαρά αστικό χαρακτήρα, καθώς λάμβαναν χώρα σε ημιαστικές περιοχές κι όχι εντός του πυρήνα της πόλης. Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε πως η ταφική χρήση των περιοχών αυτών ήταν περιστασιακή, ενώ αφορούσε μεμονωμένες κυρίως ταφές ή μικρές ομάδες τάφων[55]. Οι τυπικές αστικές ταφές κάνουν την εμφάνισή τους, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, γενικά κατά τον 6ο αι.[56], με την καθιέρωση του φαινομένου να συντελείται στην τελευταία πιθανότατα ήδη από τον 7ο[57], ενώ στα κατεξοχήν βυζαντινά εδάφη η εξελικτική αυτή διαδικασία φαίνεται πως ολοκληρώθηκε αργότερα[58].

Οι εντός των τειχών ταφές του τέλους της Όψιμης Αρχαιότητας και της «περιόδου των μετασχηματισμών» μπορούν να διαιρεθούν στις εξής κατηγορίες: α) μεμονωμένες ομάδες τάφων, β) σχετικά μεγάλα σύνολα τάφων ενταγμένα στα όρια εγκαταλελειμμένων κτηριακών συγκροτημάτων  και γ) τάφοι που συνδέονται με εκκλησίες[59]. Οι τάφοι της πρώτης κατηγορίας εντοπίζονται συνήθως εντός ερειπωμένων δημόσιων ή ιδιωτικών κτηρίων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τους βρίσκουμε σε μη κατοικημένες περιοχές κοντά στα τείχη, στην περιφέρεια οικοδομικών τετραγώνων ή παράλληλα με οδούς της πόλης[60].

Η χωροθέτηση των τάφων της δεύτερης κατηγορίας δε φαίνεται να ήταν τυχαία, καθώς για το σκοπό αυτό προτιμούνταν κυρίως μεγάλα δημόσια κτήρια, όπως εγκαταλελειμμένα λουτρά, αλλά κι άλλοι εκτεταμένοι χώροι που είχαν απολέσει την αρχική τους λειτουργία. Τα ίχνη που διαθέτουμε για την ύπαρξη μίας σχετικής εσωτερικής οργάνωσης στους συγκεκριμένους χώρους ταφής[61], καθώς και η επιλογή τους βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών μας επιτρέπουν να υποθέσουμε την ύπαρξη κάποιων αρχών, οι οποίες όριζαν την καταλληλότερη θέση για την ανάπτυξη των αστικών αυτών νεκροταφείων[62]. Επειδή δεν έχουμε ενδείξεις ότι το παραπάνω έργο αναλάμβαναν κρατικοί λειτουργοί, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αυτό διεκπεραιωνόταν από την Εκκλησία, η οποία φαίνεται πως διέθετε για ταφική χρήση εκτάσεις εντός πόλεως που είχαν με κάποιο τρόπο (π.χ. μέσω δωρεάς;) περιέλθει στην ιδιοκτησία της ή πάλι είχε αποκτήσει το δικαίωμα να διαχειρίζεται εγκαταλελειμμένους δημόσιους χώρους, που αξιοποιούσε για ταφικούς σκοπούς[63]. Αν η υπόθεση αυτή ισχύει, καθίσταται σαφές πως ο θεσμός των ταφών εντός πόλης θεσπίστηκε και ρυθμίστηκε από την Εκκλησία[64].

Η τελευταία κατηγορία αστικών ταφών αφορά τους ενταφιασμούς που πραγματοποιούνταν στο εσωτερικό και τον περίβολο των ναών των πόλεων. Η πρακτική αυτή έμελε τελικά να επικρατήσει κατά τη μεσοβυζαντινή και υστεροβυζαντινή περίοδο, χωρίς ωστόσο ποτέ να εκλείψουν και οι δύο πρώτες κατηγορίες ταφών που εξετάσαμε. Μπορεί η δημοτικότητα της ταφής σε ναό να συνδεόταν άμεσα με το γεγονός ότι η εκκλησία αποτελούσε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής της εποχής, αλλά κατά βάση οφειλόταν στην πεποίθηση που είχε αντικαταστήσει την ιδέα της ad sanctos ταφής και όριζε πως η εγγύτητα προς το χώρο όπου τελείται η ευχαριστιακή λατρεία αυξάνει τις πιθανότητες σωτηρίας της ψυχής του νεκρού[65].

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι την είσοδο των νεκρών στις πόλεις δε συνόδευσε κι ο θεσμός των κοιμητηρίων[66]. Κατ’ επέκταση, τόσο τα ταφεία γύρω από τους αστικούς ναούς όσο και οι διάφορες συγκεντρώσεις τάφων στα ερείπια δημόσιων κτηρίων και σε άλλους ελεύθερους χώρους εντός πόλεως δε συνιστούν κοιμητήρια. Ο θεσμός των κοιμητηρίων θεμελιώθηκε κατά την αρχαιότητα στην αντίληψη της ενότητας των νεκρών, στη θεώρησή τους, δηλαδή, ως ένα ενιαίο σύνολο. Στα πλαίσια της ορθόδοξης εσχατολογίας κάθε νεκρός αποκτά μετά θάνατον τη θέση που του αρμόζει ανάλογα με τον τρόπο ζωής που ακολούθησε. Στα μάτια λοιπόν της Εκκλησίας οι νεκροί διαφοροποιούνται μεταξύ τους και η ενότητά τους ανατρέπετε[67]. Ωστόσο, παρά τη νέα αυτή χριστιανική ιδεολογία, η παράδοση των αρχαίων νεκροπόλεων επιβίωσε κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο χωρίς ιδιαίτερες αλλαγές. Στη συνέχεια όμως, η είσοδος των νεκρών στις πόλεις συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστική παρακμή του παραπάνω θεσμού. Οι αστικές ταφές δεν αποτελούν προϊόν συγκροτημένης οργάνωσης και προγραμματισμού, αλλά αυθόρμητη έκφραση ενός συλλογικού φαινομένου. Τα ταφεία των αστικών ναών δημιουργήθηκαν κατά την επιθυμία των πιστών να ταφούν κοντά σε χώρο ιερό, σε ένα χώρο όπου η καθημερινή άσκηση της χριστιανικής λατρείας θα ενίσχυε, κατά τα πιστεύω τους, τις πιθανότητες σωτηρίας της ψυχής τους[68]. Οι ταφές στις εκκλησίες υφίστανται επίσης μία σαφή ιεράρχηση, που αποτυπώνεται στην ίδια τη χωροθέτησή τους στο εσωτερικό ή το εξωτερικό του ναού[69]. Την παρακμή του θεσμού των κοιμητηρίων καταδεικνύουν ακόμα το γεγονός ότι οι αστικοί τάφοι δεν είναι πια τόσο προσεκτικά εξατομικευμένοι όπως στο παρελθόν, αλλά έχουν κυρίως απλή μορφή και διαταράσσονται ή καταστρέφονται γρήγορα από νεότερες ταφές[70], όπως και το ότι οι χώροι ενταφιασμού εντός πόλης δεν παρουσιάζουν συνήθως μακρά διάρκεια χρήσης.

            Οι εντός των ναών τάφοι, που εξαιτίας της προνομιακής τους θέσης προορίζονταν κυρίως για κληρικούς[71], αξιωματούχους, αλλά και γενικότερα για άτομα που επέδειξαν χρηστότητα βίου, εντοπίζονται κυρίως στο νάρθηκα και τα πλάγια κλίτη, που απέκτησαν με τον καιρό χρήσεις όμοιες με αυτές των ταφικών προσκτισμάτων. Για το νάρθηκα, η μεταβολή αυτή επήλθε μετά την υποβάθμιση του ρόλου του ως χώρου προετοιμασίας των κατηχουμένων, λόγω της εξάπλωσης του χριστιανισμού και της καθιέρωσης της πρακτικής του νηπιοβαπτισμού, ενώ την παρουσία ταφών στα πλάγια κλίτη επέτρεπε το γεγονός ότι οι χώροι αυτοί διέθεταν δευτερεύοντα ρόλο στα πλαίσια των λατρευτικών πράξεων. Πιστεύεται πως οι παραπάνω αλλαγές στη χρήση των βοηθητικών αυτών διαμερισμάτων σημειώθηκαν σταδιακά από το β’ μισό του 6ου αι. κι έπειτα[72].

Ήδη από τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, η ταφή σε κάποια μονή θεωρούταν ξεχωριστό προνόμιο. Πέραν τούτου όμως, κατά την περίοδο που μας απασχολεί, συχνότερα δε κατά τους επόμενους αιώνες, ακόμα και η ίδια η ίδρυση ενός μοναστηριού βρισκόταν πολλές φορές σε στενή συνάρτηση με την πρόθεση του κτήτορα να εξασφαλίσει κατάλληλο τόπο ενταφιασμού για τον ίδιο και την οικογένειά του. Η καταλληλότητα της ταφής εντός μονής, που πραγματοποιούταν συνήθως στο καθολικό, σε έναν από τους προαναφερθέντες χώρους, χωρίς όμως να αποκλείεται και το κοιμητήριο που πιθανώς συντηρούσε η μονή[73], πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένη, καθώς εξασφάλιζε την αδιάλειπτη προσευχή για τη σωτηρία της ψυχής του ταφέντα[74]. Πέρα από τους κτήτορες και τους συγγενής τους, το δικαίωμα ταφής σε μία μονή αποκτούσαν πολλές φορές και διάφοροι ευεργέτες της[75]. Η επιδίωξη πολλών να ταφούν σε κάποιο μοναστικό καθίδρυμα ενίσχυσε την τάση της intra muros ταφής, καθώς το καθίδρυμα αυτό βρισκόταν συνήθως εντός πόλης[76].

Όπως είδαμε λοιπόν έως τώρα, το πέρασμα από τους πρώιμους στους μέσους βυζαντινούς χρόνους χαρακτηρίζεται από μία μαζική είσοδο των νεκρών στο εσωτερικό των πόλεων. Ποια ήταν όμως η στάση της νομοθεσίας απέναντι στο νέο αυτό φαινόμενο; Από τα μέσα περίπου του 6ου αι., οπότε τέθηκε σε ισχύ το δίκαιο της ιουστινιάνειας κωδικοποίησης, μέχρι την άνοδο της μακεδονικής δυναστείας, καμία πηγή του πολιτειακής προελεύσεως δικαίου δεν αντιμετώπισε το θέμα των εντός των τειχών ταφών[77]. Στην Εκλογή των Νόμων, το σημαντικότερο νομοθετικό έργο της εποχής των Ισαύρων, που εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ το 726 ή το 740, δεν υπάρχει καμία αναφορά στο ζήτημα αυτό, σιωπή που μπορεί ίσως να μεταφραστεί ως άτυπη αναίρεση της προγενέστερης σχετικής απαγόρευσης. Από την άλλη όμως, η διάταξη του ιουστινιάνειου κώδικα με την οποία απαγορεύεται αυστηρά η ταφή σε οικιστικό χώρο πέρασε αυτούσια στα Βασιλικά, το βασικότερο κωδικοποιητικό έργο των χρόνων της μακεδονικής δυναστείας[78]. Πάντως, τα αρχαιολογικά δεδομένα καθιστούν προφανές πως το ζήτημα των αστικών ταφών δεν είναι δυνατό να ρυθμίστηκε επί τόσους αιώνες με βάση το ιουστινιάνειο δίκαιο[79]. Φαίνεται λοιπόν πως, κατά την παραπάνω περίοδο, οι αρχές δεν είχαν σε υψηλή προτεραιότητα το ζήτημα της ταφής εντός πόλεως, γι αυτό και δε φρόντισαν να το διευθετήσουν με κάποια νομοθετική πράξη. Η «αδράνεια» αυτή είχε ως αποτέλεσμα η καθημερινή πρακτική να ακυρώσει ουσιαστικά την παλαιότερη απαγόρευση, η οποία διατηρούταν στο ενεργό δίκαιο καθαρά και μόνο για λόγους παράδοσης[80].

Η νομοθετική αυτή ασάφεια έλαβε οριστικά τέλος με τη νεαρά υπ’ αριθμόν 53 του Λέοντα Στ’. Σε μία γλώσσα ηθικοπλαστική και ατόφια ρητορική ο αυτοκράτορας δηλώνει την πρόθεσή του να αναθεωρήσει το απαράδεκτο αυτό νομικό καθεστώς, που όπως λέει αποτελεί προσβολή προς τη φύση και ευνοεί μόνο τους πλούσιους, οι οποίοι ήταν σε θέση να ανταπεξέλθουν στα μεγάλα έξοδα της εκφοράς του σώματος για την ταφή του εκτός των τειχών[81]. Έτσι αποφασίζει να καταργήσει κι επίσημα την υποχρέωση ταφής των νεκρών έξω από τις πόλεις, που, όπως επιβεβαιώνει και η φράση του «ὑπό τῆς συνηθείας καλῶς ὥφθη καταφρονούμενος» (εν. ο νόμος), η καθημερινή πρακτική είχε ήδη από αιώνες καταλύσει. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στη νομοθετική επικύρωση μίας πρακτικής, η μακρά και ομοιόμορφη άσκηση της οποίας οδήγησε στην κατάργηση ενός αναχρονιστικού κανόνα δικαίου[82].

Με το πέρας της «περιόδου των μετασχηματισμών» παύει οριστικά και η λειτουργία των εκτός των τειχών κοιμητηρίων, με τους αστικούς ναούς να αποτελούν πλέον από καιρό τους πόλους γύρω από τους οποίους οργανώνονταν κυρίως οι ταφές[83]. Στο σημείο λοιπόν αυτό θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε τα κυριότερα αίτια που οδήγησαν, μέσα από μία μακρά εξελικτική διαδικασία, στη νέα αυτή πραγματικότητα. Η πλέον παραδοσιακή προσέγγιση επί του θέματος θέλει την είσοδο τον νεκρών στις πόλεις να οφείλεται κατά βάση στις συνθήκες ανασφάλειας που επικρατούσαν σε Δύση και Ανατολή κατά την περίοδο των βαρβαρικών επιδρομών, ενώ γενικότερα τη συνδέει με παράγοντες ξένους ως προς την ίδια την ταφική πρακτική[84]. Την άποψη αυτή αντέκρουσε για πρώτη φορά, πριν από αρκετές δεκαετίες, ο Dyggve[85], ο οποίος διατύπωσε μία νέα θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι ταφές ακολούθησαν την είσοδο των αγίων λειψάνων στο εσωτερικό των πόλεων[86]. Αν και είναι γενικά αποδεκτή η ύπαρξη μίας σχέσης ανάμεσα στις αστικές ταφές και τη μεταφορά των λειψάνων από τα extra muros μαρτύρια στους ναούς των πόλεων[87], με την τελευταία να ενθαρρύνει πιθανώς την ταφή εντός αστικού χώρου, εντούτοις η θεωρία του Dyggve κρίνεται πλέον ως ανεπαρκής για μία συνολική ερμηνεία του πολυσύνθετου αυτού φαινομένου.

Επανεξετάζοντας τα δεδομένα, διαπιστώνουμε άμεσα πως το φαινόμενο των αστικών ταφών αποτελεί μία μονάχα πτυχή των ρηξικέλευθων αλλαγών που σημειώνονται σε κοινωνικό επίπεδο (ανάλογη είναι βεβαίως η κατάσταση και σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο) στο τέλος της Όψιμης Αρχαιότητας, με βασικότερη ίσως την απώλεια της κλασικής έννοιας της πόλεως, κομμάτι της οποίας ήταν, σε συνέχεια της αρχαίας παράδοσης, και τα εκτός των τειχών κοιμητήρια[88]. Οπότε, για να κατανοήσουμε καλύτερα το παραπάνω φαινόμενο οφείλουμε να το μελετήσουμε στα πλαίσια των γενικότερων ανακατατάξεων που χαρακτηρίζουν τη σχετική περίοδο.

Οι περίφημες βαρβαρικές επιδρομές, που τόσα έχουν ειπωθεί για τη σχέση τους με τις αλλαγές που επήλθαν, κατά τη μεταβατική περίοδο που εξετάζουμε, στη μορφή και τη λειτουργία των πόλεων, φαίνεται πως επηρέασαν, μέσα στη γενικότερη αναταραχή που προκάλεσαν, και τις ταφικές πρακτικές. Στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης για παράδειγμα, πιστεύεται ότι οι εντός των τειχών ταφές πρωτοεμφανίστηκαν σε περιόδους πολιορκιών και είχαν αρχικά περιστασιακό χαρακτήρα. Στην είσοδο των νεκρών στην πόλη οδήγησαν τόσο οι συνθήκες ανασφάλειας που επικρατούσαν στο ύπαιθρο κατά τις περιόδους αυτές, όσο και η καταστροφή, όπως πληροφορούμαστε από τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, των εκτός των τειχών κοιμητηρίων από τον χαγάνο των Αβάρων. Οι αστικές ταφές της Θεσσαλονίκης ακολούθησαν μία πορεία επέκτασης από τα άκρα της πόλης, όπου εντοπίστηκαν σε μη κατοικημένες περιοχές κοντά στο τείχος[89], για να συνεχιστούν σε ερειπωμένους χώρους του κέντρου, όπως η ρωμαϊκή αγορά, και να καταλήξουν, τέλος, στις αυλές, τους νάρθηκες και σπανιότερα στο εσωτερικό των εκκλησιών. Ωστόσο, η δυσκολία ασφαλούς χρονολόγησης των παραπάνω ταφών και ο σχετικά περιορισμένος αριθμός τους δεν επιτρέπουν να προσδιορίσει κανείς με ασφάλεια την έκταση του φαινομένου στην πρώτη του φάση, δηλαδή αυτή των επιδρομών, οπότε και δείχνει αρκετά περιορισμένο. Εξάλλου, η επαναχρησιμοποίηση των πρωτοβυζαντινών κοιμητηρίων θεωρείται βέβαιη στο διάστημα της ειρήνης που μεσολαβούσε μεταξύ των επιδρομών κι έκτοτε, περιστασιακά, έως και τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, όπως επιβεβαιώνουν και τα αρχαιολογικά δεδομένα.[90].

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα, πως, τόσο στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, όσο, πιθανότατα, και στις υπόλοιπες ανάλογες περιπτώσεις πόλεων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, οι επιδρομές δεν αποτέλεσαν την κύρια αιτία που οδήγησε στην καθιέρωση του φαινομένου των αστικών ταφών. Φαίνεται απλώς πως οι συνθήκες ανασφάλειας που επέβαλαν ευνόησαν προϋπάρχουσες τάσεις κι έδωσαν, μέσω του γενικότερου αντίκτυπου που είχαν επάνω στον αστικό τρόπο ζωής, μία επιπλέον ώθηση στις εξελίξεις.

Σημαντική υπήρξε και η επιρροή της χριστιανικής θρησκείας, που οδήγησε, διαμέσου της εσχατολογίας, στην επικράτηση της ταφής στους ναούς και στον παραμερισμό του αξιώματος, που ήθελε την πόλη ξένη προς τον κόσμο των νεκρών[91]. Ωστόσο, η σταδιακή μεταβολή της σχέσης της κοινωνίας με το θάνατο και η ανάδειξη αυτής της νέας νοοτροπίας, η οποία δε διαχώριζε τους νεκρούς από τους ζωντανούς[92], δεν αποτέλεσαν τις αιτίες εμφάνισης κι επικράτησης του φαινομένου της αστικής ταφής, αλλά το ιδεολογικό υπόβαθρο που επέτρεψε τη διάδοση του. Μάλιστα, και οι πνευματικές αυτές διεργασίες φαίνεται πως επηρεάστηκαν από τις χωροταξικές ανακατατάξεις και τις θεσμικές μεταβολές, που επέφεραν σημαντικές αλλαγές στη δομή, την έκταση και τις λειτουργίες των μεσαιωνικών πόλεων κι αποτέλεσαν τελικά, όπως θα δούμε, τη βασικότερη αιτία του φαινομένου των ταφών σε αστικό χώρο[93].

Οι παραπάνω μεταβολές ξεκινούν ήδη από τον 4ο αι., με τυπικότερη ίσως από αυτές την αρχή της εγκατάλειψης των Αγορών. Καθώς ο κυρίαρχος χώρος προβολής του δημόσιου προσώπου της ρωμαϊκής πόλης χάνει σιγά-σιγά το νόημά του, εκκλησίες, μαρτύρια και κοιμητηριακές βασιλικές γίνονται τα νέα σημεία αναφοράς[94]. Ένα νέο σύστημα αστικής οργάνωσης αποκτά σταδιακά μορφή κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, με χαρακτήρα πολυκεντρικό, του οποίου τα σημεία εστίασης εντοπίζονται τόσο εντός (αστικοί ναοί) όσο κι εκτός πόλεως (κοιμητηριακές εκκλησίες και μαρτύρια). Η διαδικασία αυτή επιταχύνεται κατά τον 5ο κι 6ο αι., που σημαδεύονται από μία μεγάλης κλίμακας αποσύνθεση της δομής της ρωμαϊκής πόλης, μέσα από την παρακμή διαφόρων θεσμών, όπως αυτού των τοπικών βουλών ή ακόμα και της παγανιστικής λατρείας, και την επακόλουθη εγκατάλειψη δημόσιων κτηρίων, τα οποία συνήθως ερημώνουν κι εν τέλει λιθολογούνται, ενώ άλλοτε τροποποιούνται για να καλύψουν νέες ανάγκες[95]. Μέσα από μία εξέλιξη τριών αιώνων οδηγούμαστε λοιπόν σε μία νέα αντιμετώπιση απέναντι στο αστικό τοπίο. Είναι οπότε προφανές, αν και συχνά λησμονημένο, το συμπέρασμα πως δεν μπορούμε να μιλούμε για αστικές ταφές στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής πόλης, αλλά πρέπει να τις εντάξουμε σε μία τελείως διαφορετική αστική πραγματικότητα[96].

 Χαρακτηριστική περίπτωση πόλης όπου μπορούμε να σκιαγραφήσουμε με σχετική ασφάλεια τις εξελίξεις που μόλις περιγράψαμε αποτελεί η Κόρινθος, η Αγορά της οποίας συνέχισε να λειτουργεί κανονικά τουλάχιστον έως και τις αρχές του 5ου αι.[97]. Η κατασκευή, κατά τα επόμενα χρόνια, ορισμένων νέων κτηρίων, κυρίως στη θέση παλαιότερων δημόσιων οικοδομημάτων, υποδεικνύει πως ο χώρος απέκτησε, την εποχή εκείνη, νέες χρήσεις. Δε φαίνεται ωστόσο να υποβαθμίστηκε σημαντικά ο χαρακτήρας του, ενώ παρέμεινε κεντρικό τμήμα της πόλης καθ’ όλο τον 5ο, αλλά και κατά τον 6ο αι.[98]. Περί τα μέσα πάντως του 6ου αι., ή Αγορά έχει πια μεταμορφωθεί. Την εικόνα της συνθέτουν από τη μία τα αχρηστεμένα παγανιστικά δημόσια κτήρια, που στέκονται εγκαταλελειμμένα προσφέροντας το οικοδομικό τους υλικό προς επανάχρηση, κι από την άλλη οι νέες κατασκευές[99], οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν αβέβαιης χρήσης κτήρια[100]. Το πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο της πόλης έχει σαφώς μετακινηθεί εκτός του ρωμαϊκού Forum[101].

Περί τα τέλη του 6ου με αρχές του 7ου αι. ο χώρος της Αγοράς της Κορίνθου παραδίδεται πλέον για ταφική χρήση. Μεγάλος αριθμός ομαδικών και μεμονωμένων ταφών εμφανίζονται στα όρια του συγκροτήματος, αν κι απουσιάζουν από τον πυρήνα του, γεγονός που πιθανώς υποδεικνύει ότι ο χώρος δεν είχε εγκαταλειφθεί πλήρως, αλλά συνέχιζε να διατηρεί κάποιας μορφής δημόσια λειτουργία[102]. Πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε πως οι τάφοι αυτοί, που χρονολογούνται κυρίως στον 7ο κι 8ο αι., δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκη τη διαδεδομένη, κατά την εποχή εκείνη, πρακτική του ενταφιασμού των νεκρών σε εγκαταλειμμένους δημόσιους χώρους εντός των τειχών, αλλά ίσως αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή την επιβίωση της πρακτικής της εκτός των τειχών ταφής και κατά τους «σκοτεινούς αιώνες». Η τελευταία υπόθεση βασίζεται στο ότι, σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες, είναι πιθανό ένας κατά πολύ μικρότερος, σε σύγκριση με τη ρωμαϊκή οχύρωση της Κορίνθου, αμυντικός περίβολος του 6ου αι. να είχε αφήσει το χώρο της Αγοράς εκτός πόλης[103].

Συνοψίζοντας λοιπόν μπορούμε να πούμε πως η εγκατάλειψη σημαντικών δημόσιων χώρων στο εσωτερικό της πόλης και η συνακόλουθη αναδιανομή του κατοικήσιμου χώρου, που οργανώνεται πλέον σε συνοικίες, σε συνδυασμό με τη δημογραφική αναστάτωση που προκάλεσαν οι βαρβαρικές επιδρομές, οδήγησαν, κατά το τέλος της Όψιμης Αρχαιότητας, σε συνολική αναδιοργάνωση του αστικού χώρου και σε κατάλυση της ιερότητας των ορίων του[104]. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω η βυζαντινή πόλη απορροφά πλέον τους νεκρούς της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

ACIAC Acta Congressus Internationalis Archaeologiae Christiane
Bassett, Constantinople Bassett S., The urban image of late antique Constantinople, Cambridge, 2004.
Dagron, ville byzantine Dagron G., «Le christianisme dans la ville byzantine», DOP 31 (1977), 3-25.
Dagron, Naissance Dagron G., Naissance d’une Capitale : Constantinople et ses institutions de 330 à 451, Paris, 1974.
Dierkens – Périn, Death and burial Dierkens A. – Périn P., «Death and burial in Gaul and Germania, 4th-8th century», στο: L. Webster – M. Brown (επιμ.), The Transformation of the Roman World AD 400-900, London, 1997, 79-95.
DOP Dumbarton Oaks Papers
Duval, Saints Corps Duval Y., Auprès des Saints Corps et Âme. L’inhumation « ad sanctos » dans la chrétienté d’Orient et d’Occident de IIIe au VIIe siècle, Paris, 1988.
Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής Εμμανουηλίδης Ν. Ε., Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα, 1989.
Grabar, Martyrium Grabar A., Martyrium. Recherches sur le culte des reliques et l’art chrétien antique, vol. I, Architecture, Paris, 1946.
Green, plaster burials Green Ch. J. S., «The significance of plaster burials for the recognition of Christian cemeteries», στο: R. Reece (επιμ.), Burial in the Roman world, London, 1977, 46-53
Ivison, Burial and Urbanism Ivison E. A., «Burial and Urbanism at Late Antique and Early Byzantine Corinth (c. AD 400-700)», στο: N. Christie – S. T. Loseby (επιμ.), Towns in Transition. Urban Evolution in Late Antiquity and the Early Middle Ages, Suffolk, 1998, 99-125.
Kourkoutidou-Nikolaidou, Elysian Fields Kourkoutidou-Nikolaidou Eu., «From the Elysian Fields to the Christian Paradise», στο: L. Webster – M. Brown (επιμ.), The Transformation of the Roman World AD 400-900, London, 1997, 128-142.
Laskaris, Monuments Funéraires Laskaris, Monuments Funéraires Paléochrétiens (et Byzantins) de Grèce, Athènes, 2000.
Μαρκή, Νεκρόπολη Μαρκή Ευ., Η Νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης στους Υστερορωμαϊκούς και Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους (μέσα του 3ου έως μέσα του 8ου αι. μ.Χ.), Αθήνα, 2006.
MEFRA Mélanges de L’Ecole Française de Rome – Antiquité
Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials Meneghini R. – Santangeli-Valenzani R., «Intra-mural burials at Rome between the fifth and seventh centuries AD», στο: J. Pearce – M. Millet – M. Struck (επιμ.), Burial, Society and Context in the Roman World, Oxford, 2000, 263-269.
Milburn, Early Christian Art Milburn R., Early Christian Art and Architecture, Aldershot, 1988.
Rebillard, Κοιμητήριον Rebillard E., «Κοιμητήριον et Coemeterium: tombe, tombe sainte, nécropole», MEFRA 1052 (1993), 975-1001.
Sanders, Recent developments Sanders G. D. R., «Recent developments in the chronology of byzantine Corinth», Corinth, The Centenary: 1896-1996, Corinth XX (2003), 385-399.
Sarandi, The Byzantine city Sarandi H., The Byzantine city in the sixth century: literary images and historical reality, Society of Messenian Archaeological Studies (S.M.A.S.), Athens, 2006.
Snively, Intramural burial Snively C. S., «Intramural burial in the cities of the late antique diocese of Macedonia», ACIAC XIII, Split – Poreč (25.9. – 1.10.1994), vol. II, Split, 1998, 491-498.
Warner-Slane – Sanders, Horizons Warner-Slane K. – Sanders G. D. R., «Corinth: Late Roman Horizons», Hesperia 74, no. 2 (Apr. – Jun., 2005), 243-297.
Wataghin, urban burials Wataghin G. C., «The ideology of urban burials», στο: G. P. Brogiolo – B. Ward-Perkins (επιμ.), The Idea and Ideal of the Town Between Late Antiquity and the Early Middle Ages, The Transformation of the Roman World, vol. 4, Leiden – Boston – Köln, 1999, 147-180.

[1] Ο προσανατολισμός, για παράδειγμα, των χριστιανικών ταφών, όπου ο νεκρός «κοιτά» κατά κανόνα προς την Ανατολή, οφείλεται στην πεποίθηση πως ο Χριστός θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία εξ ανατολών (Ματθ., 24:27 «ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου»). Η ιδέα επίσης πως οι τάφοι δε θα πρέπει να διαταράσσονται ή να επικαλύπτονται, την οποία όμως πρακτικές αναγκαιότητες καθιστούσαν συχνά μη εφικτή, προέρχεται από την επιθυμία να διατηρηθεί το σώμα ανέπαφο μέχρι τη στιγμή της υλικής του ανάστασης (βλ. Duval, Saints Corps, 43). Ακραία ίσως έκφραση της επιθυμίας αυτής αποτελεί μία ιδιότυπη μέθοδος ταφής, που εντοπίζεται κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας και κυρίως στη Βρετανία, τη Γερμανία και τη βόρεια Αφρική, κατά την οποία το σαβανωμένο σώμα έμπαινε σε μολύβδινο, ξύλινο ή λίθινο φέρετρο και πριν τοποθετηθεί το κάλυμμα καλυπτόταν ως ένα βαθμό με κάποιο ασβεστιτικό υλικό (γύψο ή ασβέστη υπό τη μορφή σκόνης ή υδαρούς διαλύματος). Σκοπός αυτής της πρακτικής, που πρωτοεμφανίζεται σποραδικά ως μέθοδος μουμιοποίησης ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, είναι ο περιορισμός της υγρασίας, είτε της εξωτερικής είτε αυτής που προέρχεται από τα υγρά του ίδιου του σώματος (ανάλογα με το υλικό, γύψος ή ασβέστης) με σκοπό την όσο το δυνατό καλύτερη διατήρηση της σωρού. Ο εντοπισμός τέτοιων ταφών, κυρίως όσον αφορά τις βόρειες επαρχίες, δε επιτρέπει αυτόματα και την ταύτιση του κοιμητηρίου όπου αυτές ανήκουν με χριστιανικό. Αυτό γίνεται όταν συντρέχουν κι επιπλέον λόγοι (Green, plaster burials, 46, 48-49, 52).

[2] Sarandi, The Byzantine city, 433.

[3] Rebillard, Κοιμητήριον, 998-999.

[4] Green, plaster burials, 46.

[5] Ivison, Burial and Urbanism, 99.

[6] Η χρονική περίοδος από τον 7ο έως και τον 9ο αιώνα είχε γι αρκετές δεκαετίες επικρατήσει στη διεθνή βιβλιογραφία να προσδιορίζεται ως «σκοτεινοί αιώνες» ή «σκοτεινοί χρόνοι». Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, λόγω κυρίως της μεγάλης προόδου που σημειώθηκε στις γνώσεις μας για των υλικό πολιτισμό της συναρπαστικής αυτής περιόδου της βυζαντινής ιστορίας, η χρήση του παραπάνω όρου υποχώρησε σημαντικά, μη ανταποκρινόμενη πλέον και στην επιστημονική πραγματικότητα. Έτσι, οι πρώτοι μεσοβυζαντινοί αιώνες χαρακτηρίζονται συχνά ως «μεταβατικοί». Παρ’ όλα αυτά, πιο πρόσφατα, διάφοροι ερευνητές που ειδικεύονται στη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου (όπως ο Πλάτων Πετρίδης στο τελευταίο σεμινάριο της εταιρείας Αίμος [Η Μεταμόρφωση του Βυζαντινού Αστικού Τοπίου, 19/11/2011 – Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης]) εξέφρασαν τον προβληματισμό τους σχετικά με την ορθότητα της χρήσης του παραπάνω χαρακτηρισμού, καθώς μπορεί εύκολα να οδηγήσει στο λάθος συμπέρασμα πως το διάστημα από τον 7ο έως τον 9ο αι. διαθέτει μικρότερη σημασία από τις δύο ευρείες περιόδους, την πρωτοβυζαντινή και τη μεσοβυζαντινή, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται. Προτείνουν λοιπόν αντί αυτού τον όρο «περίοδος των μετασχηματισμών», που υιοθετήσαμε κι εμείς στο παρόν άρθρο.

[7] Kourkoutidou-Nikolaidou, Elysian Fields, 129. Αντικείμενο του συγκεκριμένου άρθρου αποτελεί το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης.

[8] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 176· Sarandi, The Byzantine city, 432-433· Snively, Intramural burial, 491-492.

[9] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 179· Sarandi, The Byzantine city, 432-433.

[10] Dagron, ville byzantine, 13-14· Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 179-180.

[11] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 181.

[12] Βλ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: PG 63, 811 – PG 61, 560 – PG 55, 68 – PG 58, 676. Γρηγόριος Νύσσης: PG 46, 737 (Sarandi, The Byzantine city, 433).

[13] Βλ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: PG 50, 527-534, 551, ,555. Γρηγόριος Νύσσης:  PG 46, 740Α-Β (Sarandi, The Byzantine city, 435).

[14] Sarandi, The Byzantine city, 433.

[15] Dagron, ville byzantine, 16-17.

[16] Wataghin, urban burials, 151-152.

[17] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 208.

[18] Green, plaster burials, 46.

[19] Η πρακτική της ad sanctos ταφής έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής από το β’ μισό του 4ου αι., αν και μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 3ου. Ακόμα, η ανέγερση, κατά τον 4ο αι., πολυτελών μαρτυρίων σε Ρώμη, Κωνσταντινούπολη και Αγίους Τόπους με αυτοκρατορική πρωτοβουλία προώθησε σημαντικά, κατά την πρώιμη αυτή φάση, την κατασκευή τέτοιων λατρευτικών οικοδομημάτων (Duval, Saints Corps, 51-52, 54-55).

[20] Τα μαρτύρια μπορούσαν επίσης να βρίσκονται στο σημείο αθλήσεως του μάρτυρα, να περικλείουν το κενοτάφιο του ή να έχουν ιδρυθεί στο μέρος όπου μεταφέρθηκαν τελικά τα λείψανα του μετά από μία ή πολλαπλές ανακομιδές. Μαρτύρια όμως αναγείρονταν και σε τόπους που είχαν καθαγιαστεί από την εν ζωή δράση των μαρτύρων και των άλλων αγίων προσώπων (Ό.π., 56-57).

[21] Βλ. βασιλική οδού Γ’ Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, βασιλική του Κράνειου στην Κόρινθο κ.ά.

[22] Ivison, Burial and Urbanism, 105. Κατά τη Μαρκή, από τα τέλη του 4ου αι., υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη δύο κατηγορίες νεκροταφείων, τα αστικά ιδιωτικού χαρακτήρα και τα εκκλησιαστικά. Τα πρώτα εκτείνονταν στο χώρο των αρχαίων νεκροταφείων, ενώ τα δεύτερα ιδρύθηκαν από την Εκκλησία στους κατά παράδοση τόπους μαρτυρίου των τοπικών μαρτύρων, επίσης στον ευρύτερο χώρο των αρχαίων νεκροπόλεων, και λειτουργούσαν υπό την εποπτεία του επισκόπου. Η δημιουργία και ανάπτυξη των εκκλησιαστικών κοιμητηρίων στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε τον παραμερισμό των ιδιωτικών νεκροταφείων, ο οποίος γενικεύτηκε κατά το β’ μισό του 5ου αι. Από την εποχή αυτή όλο και περισσότεροι πολίτες επιδίωκαν την αγορά τάφων στα εκκλησιαστικά κοιμητήρια, εξαιτίας της πεποίθησης ότι έτσι αύξαναν τις πιθανότητες σωτηρίας της ψυχής τους. Λόγω της μεγάλης ζήτησης η Εκκλησία, ως αποκλειστικός διαχειριστής των συγκεκριμένων κοιμητηρίων, κατασκεύαζε μαζικά τάφους που διέθετε προς ενοικίαση ή πώληση. Την εφαρμογή της πρακτικής αυτής υποδεικνύει ο εντοπισμός πολλών κενών κι αχρησιμοποίητων τάφων στην έκταση των εκκλησιαστικών κοιμητηρίων (Μαρκή, Νεκρόπολη, 57).

[23] Wataghin, urban burials, 153. Ωστόσο, το φαινόμενο της ad sanctos ταφής δεν παρατηρείται με την ίδια ένταση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Σύμφωνα με την αρχαιολογική μαρτυρία, η συγκεκριμένη ταφική πρακτική ήταν πολύ πιο διαδεδομένη στις δυτικές επαρχίες και κυρίως στη βόρειο Αφρική σε σχέση με τον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο (Laskaris, Monuments Funéraires, 30).

[24] Συχνά τέτοια παρεκκλήσια, που μπορούσαν να διαθέτουν και Αγία Τράπεζα, ίδρυαν μεγάλες οικογένειες με υψηλόβαθμους κληρικούς μεταξύ των μελών τους, οι οποίοι αγιοποιήθηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους, όπως ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Duval, Saints Corps, 56, 65 κ.ε.).

[25] Στη δυτική Ευρώπη, τα ιδιωτικά μαυσωλεία της τοπικής αριστοκρατίας φαίνεται πως μετατρέπονταν συχνά, σε μεταγενέστερη φάση, σε ενοριακές εκκλησίες (Dierkens – Périn, Death and burial, 93).

[26] Sarandi, The Byzantine city, 437. Ένας ακόμα τρόπος με τον οποίο οι ανώτερες τάξεις μπορούσαν να εξασφαλίσουν μία θέση ταφής σε χώρο καθαγιασμένο από τίμια λείψανα ήταν ο ενταφιασμός σε κάποια μονή (Laskaris, Monuments Funéraires, 27-29).

[27] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 209.

[28] Η διάταξη C.T. 9.17.7 του Θεοδοσιανού Κώδικα (26 Φεβρουαρίου 386) απαγορεύει τη μεταφορά ιερών λειψάνων από τον αρχικό σε άλλο τόπο ενταφιασμού, όπως ακόμα απαγορεύει το διαμελισμό και τις ιδιωτικές συναλλαγές με αντικείμενο ιερά λείψανα (Ό.π., 213).

[29] Sarandi, The Byzantine city, 436-437· Snively, Intramural burial, 491. Βλ. επίσης Ph. Ariès, L’homme devant la mort, Seuil, 1977.

[30] Duval, Saints Corps, 55.

[31] Οι εκκλησίες αυτές ακολουθούν συνήθως τον κοινό τύπο της βασιλικής, καθώς στο επίκεντρό τους βρισκόταν η εξυπηρέτηση των τυπικών λειτουργικών αναγκών. Βλέπουμε λοιπόν τα πρώτα σημάδια υποχώρησης της διάκριση μεταξύ μαρτυριών κι ενοριακών ναών (Milburn, Early Christian Art, 134).

[32] Η θεώρηση της Αγίας Τράπεζας ως τάφου του Χριστού οδηγεί στην ιδέα ότι αυτή αποτελεί τον καταλληλότερο τόπο απόθεσης των ιερών λειψάνων (Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 210).

[33] Ivison, Burial and Urbanism, 102. Το πλέον χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ίσως ο ενταφιασμός του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του στο ναό των Δώδεκα Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με το βίου του Κωνσταντίνου (Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου, IV, 60) ο τάφος του αυτοκράτορα και ιδρυτή του ναού κατείχε αρχικά κεντρική θέση στο εσωτερικό του κτηρίου, ενώ περιβαλλόταν από τα κενοτάφια των δώδεκα αποστόλων. Πλήθος ωστόσο γραπτών μαρτυριών του τέλους του 4ου αι. αναφέρουν την ύπαρξη ενός δυναστικού μαυσωλείου, που οικοδομήθηκε από τον Κώνσταντα Β’ σε επαφή και άμεση επικοινωνία με την ανατολική πλευρά του Αποστολείου. Ο Κώνστας μετέφερε εκεί και τα λείψανα του πατέρα του, καθώς, όπως φαίνεται, η παρουσία του τάφου του στο κέντρο του ναού δεν ήταν πλέον αποδεκτή. Το 356 με 357 ο ναός απέκτησε λείψανα τριών αποστόλων κι εν τέλει αφιερώθηκε αργότερα στη μνήμη των δώδεκα μαθητών του Χριστού. Βλέπουμε λοιπόν πως το μαυσωλείο-μαρτύριο του Μεγάλου Κωνσταντίνου μετατράπηκε τελικά σε μαρτύριο των Αποστόλων, που πλαισιωνόταν από το αυτοκρατορικό μαυσωλείο (Dagron, Naissance, 401-409· Duval, Saints Corps, 61). Το Αποστολείο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν στα ανατολικά της προέκτασης της Μέσης Οδού προς βορρά. Αν και η ανέγερση του κοντά στα τείχη το έθετε σε μία απόσταση από το κέντρο της πόλης, εντούτοις η γειτνίαση με την κύρια οδική αρτηρία της πόλης προσέφερε εύκολη πρόσβαση σε αυτό και το ενέτασσε σαφώς εντός του αστικού χώρου (Bassett, Constantinople, 32).

[34] Sarandi, The Byzantine city, 436· Wataghin, urban burials, 158. Σε περιοχές όπου η πρακτική της ad sanctos ταφής ήταν πιο διαδεδομένη, η απόθεση νεκρών στο εσωτερικό των εκκλησιών φαίνεται πως εφαρμοζόταν με μεγαλύτερη ελαστικότητα.

[35] Στα εδάφη της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου η πρακτική της ad sanctos ταφής ήταν πιο διαδεδομένη, η απόθεση νεκρών στο εσωτερικό των εκκλησιών φαίνεται πως εφαρμοζόταν με μεγαλύτερη ελαστικότητα.

[36] Στην περίπτωση των ταφών στο εσωτερικό μαρτυρίων η ιδιαίτερη αξία τους έγκειται φυσικά στη στενή τους γειτνίαση με τα ιερά λείψανα.

[37] Βλ. π.χ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: PG 58, 676 (Sarandi, The Byzantine city, 433).

[38] Wataghin, urban burials, 158.

[39] Dagron, ville byzantine, 13.

[40] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 213.

[41] Dagron, ville byzantine, 13-14· Ivison, Burial and Urbanism, 102.

[42] Laskaris, Monuments Funéraires, 27-29.

[43] Ivison, Burial and Urbanism, 102.

[44] Laskaris, Monuments Funéraires, 27-29· Warner-Slane – Sanders, Horizons, 293. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το ότι το ζήτημα της εφαρμογής των σχετικών με την ταφή εντός ναού απαγορεύσεων συνδέεται άμεσα με τη χρονολόγηση των συγκεκριμένων ταφών, που αποδεικνύεται πολλές φορές ιδιαιτέρως προβληματική. Προκύπτει λοιπόν ο κίνδυνος ταφές που ανήκουν σε περιόδους όπου η ισχύς των παραπάνω νομοθετικών διατάξεων είχε ατονήσει να χρονολογηθούν, λόγω έλλειψης σχετικών στοιχείων, νωρίτερα, οδηγώντας σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με τη σχέση νομοθεσίας και καθημερινής πρακτικής.

[45] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 214.

[46] Ό.π., 223.

[47] Επρόκειτο για τη δεύτερη φορά που η πόλη καταλάμβανε το χώρο των νεκροταφείων, καθώς το ίδιο συνέβη και με τις αρχαίες νεκροπόλεις του Βυζαντίου κατά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης. Τότε όμως τα νεκροταφεία μεταφέρθηκαν εκτός των νέων τειχών. Το φαινόμενο της κατάληψης του χώρου παλαιότερων νεκροταφείων από αστικές επεκτάσεις παρατηρείται πολύ συχνά κατά την αυτοκρατορική περίοδο, οπότε και οι περισσότερες πόλεις υπερέβησαν τα όρια του αρχικού τους σχεδίου. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούμε, κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, και σε λιγοστά ακόμα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας, πέραν της Κωνσταντινούπολης. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα αρχαία νεκροταφεία που αστικοποιούνταν είχαν πάψει να λειτουργούν και ουσιαστικά καλύπτονταν από κατοικίες, ενώ άλλες φορές τα ταφικά μνημεία παρέμεναν ανέπαφα και εντάσσονταν κανονικά στις κατοικήσιμες περιοχές (Sarandi, The Byzantine city, 433, 437). Κατά την ανασκαφή των παραπάνω θέσεων απαιτείται προσεκτική μελέτη της στρωματογραφίας, έτσι ώστε οι παλαιότεροι τάφοι που επικαλύφθηκαν ή περικυκλώθηκαν από μεταγενέστερα ρωμαϊκά ή πρωτοβυζαντινά οικοδομήματα, στα πλαίσια των διαφόρων αστικών επεκτάσεων, να μη συγχέονται με τις μαζικές εντός των τειχών ταφές του τέλους της όψιμης αρχαιότητας και της αρχής των μέσων χρόνων, που πρόκειται να εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο (Snively, Intramural burial, 491).

[48] Dagron, ville byzantine, 13-15· Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 183· Sarandi, The Byzantine city, 433. Μαζικές ταφές εντός του κωνσταντίνειου τείχους πραγματοποιούνταν σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, όπως αυτή της επιδημίας βουβωνικής πανώλης του 746, κατά την οποία η θνησιμότητα ήταν τόσο μεγάλη που οι νεκροί θάβονταν σε οποιονδήποτε διαθέσιμο ελεύθερο χώρο εντός των παλαιών ορίων της πόλης (Dagron, ville byzantine, 16-17).

[49] Dagron, ville byzantine, 13-14· Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 184.

[50] Wataghin, urban burials, 147.

[51] Οι κάτοικοι των πόλεων όπου παρατηρείται το συγκεκριμένο φαινόμενο συνέχιζαν παράλληλα να χρησιμοποιούν κανονικά τα σαφώς χωροθετημένα εκτός του άστεως κοιμητήρια (Sarandi, The Byzantine city, 438).

[52] Για το φαινόμενο του περιορισμού της έκτασης των πόλεων κατά την όψιμη αρχαιότητα βλ. J. F. Haldon, «Byzantium in the Dark Centuries: Some concluding remarks», Οι σκοτεινοί αιώνες του Βυζαντίου (7ος-9ος αι.), Αθήνα, 2001, 455-462· του ίδιου, Byzantium in the Seventh Century: the transformation of a culture, Cambridge, 1990· J. Russell, «Transformations in Early Byzantine Urban Life: The Contributions and Limitations of Archaeological Evidence», The 17th International Byzantine Congress, Major Paper Dumbarton Oaks/Georgetown University Washington, D.C., August 3-8, 1986, New York, 1986, 138-154· Ch. Wickham, Framing the Early Middle Ages: Europe and the Mediterranean 400-800, Oxford, 2005.

[53] Wataghin, urban burials, 155.

[54] Snively, Intramural burial, 498.

[55] Wataghin, urban burials, 159-160.

[56] Snively, Intramural burial, 491.

[57] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 263.

[58] Όπως είναι λογικό να συμβαίνει, η εμφάνιση των εντός των τειχών ταφών δε σημειώθηκε την ίδια στιγμή σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, ούτε και για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Η πλήρης εξέλιξη του σχετικού φαινομένου μπορεί να παρατηρηθεί σε λίγες μόνο πόλεις, που επιβίωσαν των «σκοτεινών χρόνων» ως αστικές οντότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Ρώμη και η Κόρινθος, όπου η κλίμακα και η ποιότητα των περισσοτέρων σχετικών ανασκαφών, καθώς και η έκταση της έρευνας που έχει πραγματοποιηθεί σε αυτές στους τομείς της ταφικής αρχαιολογίας και της αρχαιολογίας των πόλεων τις έχουν αναδείξει, εδώ και χρόνια, σε ιδανικούς χώρους για τη μελέτη του ζητήματος της εμφάνισης κι εν τέλει της καθιέρωσης της πρακτικής της ταφής εντός πόλης  (Ivison, Burial and Urbanism, 99-101∙ Snively, Intramural burial, 492-493∙ Wataghin, urban burials, 159).

[59] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 263. Παρά τη μαζικότητα που τη χαρακτηρίζει, η διάδοση του φαινομένου της εντός πόλεως ταφής πραγματοποιήθηκε σταδιακά. Κατ’ επέκταση, τα εκτός των τειχών κοιμητήρια και κυρίως αυτά που ήταν οργανωμένα γύρω από μαρτύρια και κοιμητηριακές βασιλικές συνέχισαν, εν μέρει, να λειτουργούν και κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο που εξετάζουμε, καθώς η δημοτικότητα της ad sanctos ταφής διατηρήθηκε μέχρι και τον 7ο με 8ο αι. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, η χρήση τους συνεχίστηκε, για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, ακόμα και μετά τη μερική ή ολοκληρωτική καταστροφή των παραπάνω λατρευτικών οικοδομημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοιμητηριακή βασιλική του Ανεμουρίου στην Κιλικία (Russell, ό.π. σημ. 48, 146 ).

[60] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 264.

[61] Wataghin, urban burials, 159.

[62] Σημαντικός αριθμός τέτοιων νεκροταφείων έχουν ανασκαφεί στη Ρώμη (Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 263-265).

[63] Ό.π., 263-265.

[64] Sarandi, The Byzantine city, 438.

[65] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 263.

[66] Dagron, ville byzantine, 17· Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 218.

[67] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 231-232.

[68] Dagron, ville byzantine, 18.

[69] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 219.

[70] Dierkens – Périn, Death and burial, 94-95.

[71] Οι περιστασιακές ταφές, ήδη κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, σεβαστών ιεραρχών στο εσωτερικό αστικών ναών είναι πιθανό να συνέβαλαν στη γενικότερη κατάρρευση της απαγόρευσης της ταφής intra urbem. Ωστόσο, η αβέβαιη χρονολόγηση των περισσοτέρων από αυτές καθιστά δύσκολο το να προσδιορίσουμε πότε πρωτοεμφανίστηκαν. Αν εξαιρέσουμε λοιπόν τα πρώιμα παραδείγματα το 4ου αι., που δε γνώρισαν άμεση συνέχεια και για τα οποία αντλούμε πληροφορίες κυρίως μέσα από τις γραπτές πηγές, φαίνεται πως οι παραπάνω ταφές πραγματοποιούνταν σίγουρα κατά τον 6ο αι., αν όχι και νωρίτερα. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα ταφής κληρικού σε ναό εντός των τειχών, από το μακεδονικό μάλιστα χώρο, εντοπίζεται στον επισκοπικό ναό των Στόβων (Snively, Intramural burial, 495. Για το παράδειγμα των Στόβων βλ. ειδικότερα J. Wiseman, «Stobi in Yugoslavian Macedonia: Archaeological Excavations and Research», Journal of Field Archaeology 5, 1978, 421-424).

[72] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 216∙ Grabar, Martyrium, 494, 550∙ Laskaris, Monuments Funéraires, 30.

[73] Οι γραπτές πηγές μας πληροφορούν για τη λειτουργία στις μονές οργανωμένων κοιμητηρίων προς κάλυψη κυρίως των αναγκών της ίδιας της κοινότητας. Μάλιστα, κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, το κοιμητήριο αυτό είχε συχνά τη μορφή ενός κοινού ταφικού μνημείου. Βλέπουμε λοιπόν πως η έννοια του κοινοβίου ακολουθούσε τους μοναχούς και στο θάνατο. Επιβίωση της παραπάνω πρακτικής αποτέλεσαν τα μεταγενέστερα οστεοφυλάκια των μονών. Ιδιαίτερα συχνό υπήρξε πάντως, καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο, το φαινόμενο της ταφής των μοναχών εντός του καθολικού (Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 195,199∙ Rebillard, Κοιμητήριον, 999-1000).

[74] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 189.

[75] Ό.π., 190.

[76] Το ζήτημα της μεταφοράς διαφόρων μονών στο εσωτερικό των πόλεων, καθώς και της ίδρυσης πολλών νέων εντός αστικού περιβάλλοντος, αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο στην ιστορία των μεγάλων ανακατατάξεων που σημάδεψαν τη βυζαντινή κοινωνία στα τέλη της όψιμης αρχαιότητας. Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται άμεσα με τις καταστροφές που προκάλεσαν οι βαρβαρικές επιδρομές, όμως διαθέτει κι άλλες αιτίες που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε.

[77] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 181.

[78] Dagron, ville byzantine, 13-14.

[79] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 181.

[80] Wataghin, urban burials, 157.

[81] Dagron, ville byzantine, 13-14. Το κείμενο του διατάγματος του αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ επιβεβαιώνει πως η πρακτική της εκτός των τειχών ταφής συνέχιζε, έστω και περιστασιακά, να εφαρμόζεται τουλάχιστον έως το 900 (Μαρκή, Νεκρόπολη, 47).

[82] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 186.

[83] Ivison, Burial and Urbanism, 102.

[84] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 265∙ Wataghin, urban burials, 148-149.

[85] Βλ. R. Dyggve, «The Origin of Urban Churchyards», Classica et Medievalia ΧΙΙΙ (1952), 147-158.

[86] Dagron, ville byzantine, 18-19.

[87] Laskaris, Monuments Funéraires, 30∙ Snively, Intramural burial, 493-494.

[88] Dagron, ville byzantine, 17.

[89] Βλ. σχετικά Ε. Τσιγαρίδας, ΑΔ 28 (1973), Χρονικά, 478-480.

[90] Μαρκή, Νεκρόπολη, 47.

[91] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 185.

[92] Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 264-265∙ Wataghin, urban burials, 162.

[93] Εμμανουηλίδης, Το δίκαιο της ταφής, 185.

[94] Wataghin, urban burials, 153.

[95] Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της ρωμαϊκής αγοράς και του ιπποδρόμου της Θεσσαλονίκης, το cryptoporticus και οι καμάρες των οποίων μετατράπηκαν σε δεξαμενές νερού (Μαρκή, Νεκρόπολη, 47).

[96] Wataghin, urban burials, 154.

[97] Στο β’ μισό του 4ου αι. πραγματοποιούνται σε αυτήν διάφορες μετασκευές, αλλά και μνημειακής κλίμακας ανακαινίσεις, με τις οικοδομικές παρεμβάσεις να συνεχίζονται και στις αρχές του 5ου αι. (Ivison, Burial and Urbanism, 101).

[98] Warner-Slane – Sanders, Horizons, 292.

[99] Όπως ένα μικρό λουτρό, που χρονολογείται περί τα μέσα του 6ου αι. Βλ. σχετικά G. D. R. Sanders, «A Late Roman Bath at Corinth: Excavations in the Panayia Field, 1995-1996», Hesperia 68, no. 4 (Oct. – Dec., 1999), 441-480.

[100] Sanders, Recent developments, 395.

[101] Ivison, Burial and Urbanism, 111-112.

[102] Ό.π., 110∙ Warner-Slane – Sanders, Horizons, 292.

[103] Sanders, Recent developments, 396· Warner-Slane – Sanders, Horizons, 294.

[104] Dagron, ville byzantine, 17-19∙ Meneghini – Santangeli-Valenzani, Intra-mural burials, 268.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s