Οι Ελληνο– Γιουγκοσλαβικές Σχέσεις 1950-1954. Από την εξομάλυνση στην υπογραφή του Β΄ Βαλκανικού Συμφώνου

Νικόλαος Μισολίδης

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟ – ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1950-1954

Από την εξομάλυνση στην υπογραφή του Β΄ Βαλκανικού Συμφώνου

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΜΕΡΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ Β΄ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 Η Ελλάδα και το Βασίλειο Σέρβων –Κροατών και Σλοβένων  ή Γιουγκοσλαβία από το 1929[1] , βάδισαν σε κοινά μονοπάτια την περίοδο του Μεσοπολέμου  μέχρι και την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι δύο χώρες εξήλθαν νικήτριες από τη θύελλα του Μεγάλου Πολέμου αλλά το τίμημα της νίκης τους ήταν βαρύ . Η Ελλάδα αν και ανήκε στο στρατόπεδο των νικητών, πλήρωσε πολύ ακριβά την περιπέτεια στην Μικρά Ασία, η οποία κατέληξε σε μία άνευ προηγουμένου τραγωδία για την χώρα με την καταστροφή της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922, καθώς  η χώρα αφενός μεν κλήθηκε να περιθάλψει περίπου ένα εκατομμύριο προσφυγές αφετέρου δε ήρθε αντιμέτωπη με μία μεγάλη κοινωνικοπολιτική κρίση. Η Γιουγκοσλαβία από την άλλη εξήλθε μεν νικήτρια αλλά με μεγάλες απώλειες . Η Σερβία, στην οποία στηρίχθηκε το νεόδμητο κράτος, αν και διέθετε ένα ήδη εδραιωμένο και έμπειρο  κρατικό μηχανισμό και ένα σκληροτράχηλο στρατό, που είχε πολεμήσει με ζέση στο πλευρό της Αντάντ, δεν ήταν έτοιμη να επωμιστεί το βάρος της συγκρότησης του κράτους των Νοτιοσλάβων [2]. Το νέο αυτό κράτος, που αποτελούσε την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας της Σερβίας, ήταν στηριγμένο σε σαθρά θεμέλια. Ο μεγάλος αριθμός των μειονοτήτων, που άγγιζε το 16% με 18 % του πληθυσμού της χώρας καθώς και τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα όπως  η διανομή των γαιών επέβαλαν στην χώρα να επικεντρωθεί στην εσωτερική της οργάνωση και να επιδιώκει την σταθερότητα στην περιοχή[3]. Άλλωστε ακόμα και στις εθνικές ομάδες των Σλοβένων και κυρίως των Κροατών υπήρχαν φωνές, που αντιδρούσαν στην νέα αυτή κρατική οντότητα, γεγονός που προσέθετε ακόμα πιο δυσεπίλυτα προβλήματά στην  πολίτικη τάξη του νεοπαγούς  κράτους .

   Υπό το πρίσμα αυτών των συνθηκών  λοιπόν χαράχτηκε και από τις δύο χώρες μια εξωτερική πολιτική που εδράζονταν σε  τρείς βασικούς άξονές: Πρώτον η οικοδόμηση ενός συστήματος ασφαλείας στην Βαλκανική , το οποίο θα διασφάλιζε την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή, ώστε να δυνηθούν αμφότερες οι δύο χώρες να επικεντρωθούν στην εσωτερική τους αναδιοργάνωση. Δεύτερον  η οικοδόμηση αυτού του συστήματος να λειτουργήσει ως αντέρεισμα στον ολοένα και αυξανόμενο αναθεωρητισμό της Βουλγαρίας. Τρίτον η απορρόφηση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού μέσω της ένταξης της Βουλγαρίας σε αυτό το συλλογικό σύστημα ασφαλείας. Πρώτο δείγμα λοιπόν  της πολιτικής αυτής ήταν η δημιουργία της Μικρής Αντάντ το 1921 στην οποία μετείχαν η Τσεχοσλοβακία , η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία[4]. Η αμυντική συμμαχία των τριών χωρών υπό την σκέπη της Γαλλίας είχε σαφή στόχευση, την ανάσχεση του ουγγρικού, του ρωσικού και του βουλγαρικού αναθεωρητισμού αντίστοιχα[5].  Όπως και με την συνθήκη με την Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία, ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Γιουγκοσλαβίας ήταν να διασφαλιστεί το συνοριακό status quo και να βρεθεί η απαιτούμενη  υποστήριξη. Έτσι μετά την δημιουργία της Μικρής Αντάντ , η Γιουγκοσλαβία πήρε την άδεια εκμίσθωσης μια ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης το 1925 η οποία επεκτάθηκε το 1929 . Με την συμφωνία αυτή οι δύο χώρες επιβεβαίωσαν την παλαιότερη ελληνο-σερβική φιλία, εγκαινιάζοντας παράλληλα μια νέα εποχή στις διμερείς σχέσεις τους[6] .

     Η προσέγγιση αυτή των βαλκανικών κρατών την δεκαετία του ΄20 οδήγησε στην δημιουργία των Βαλκανικών Συνδιασκέψεων της δεκαετίας του 1930. Η πρωτοβουλία για τη γέννηση των ετήσιων Βαλκανικών Συνδιασκέψεων , με σκοπό τη μελέτη ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος λήφθηκε στην Αθήνα το 1929. Αποτέλεσμα δε των συναντήσεων αυτών ήταν η δημιουργία μιας βάσης για την περαιτέρω συνεργασία των βαλκανικών κρατών καθώς και την ανάπτυξη των σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία. Τελικός δε σκοπός των συναντήσεων αυτών ήταν κάποια μορφή περιφερειακής ένωσης των Βαλκανίων. Στις ετήσιες αυτές συνδιασκέψεις λοιπόν λάμβαναν μέρος εκτός από την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία και η Τουρκία. Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών υποστήριξαν το εγχείρημα  αυτό  καθώς τους επέτρεπε να καλλιεργήσουν το έδαφος για την επίλυση μια σειράς προβλημάτων μεταξύ των κρατών τους.  Ωστόσο τα προβλήματα μείζονος σημασίας δεν έλειπαν, όπως για παράδειγμα το Μακεδονικό που τορπίλιζε κάθε προσπάθεια προσέγγισης της Βουλγαρίας, η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί το ισχύον status quo στην περιοχή. Μολαταύτα την εποχή της 4ης Συνδιάσκεψης, τον Νοέμβριο του 1933, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας , της Γιουγκοσλαβίας , της Ρουμανίας και της Τουρκίας αποφάσισαν να μετατρέψουν τις Συνδιασκέψεις σε μόνιμο περιφερειακό τους οργανισμό. Το  Α΄ Βαλκανικό Σύμφωνο ήταν μια πραγματικότητα τον Φεβρουάριο του 1934. Το Σύμφωνο αυτό αποτελούσε μια επέκταση της  Μικρής Αντάντ στην Βαλκανική . Αν και ο σκοπός του συμφώνου ήταν να αποτελέσει ένα ανάχωμα εναντίον όλων των μορφών αναθεωρητισμού και να υποστηρίξει τις προσπάθειες να τεθεί ο πόλεμος ως μέσο επίλυσης διαφορών εκτός νόμου, τελικά απέτυχε να δημιουργήσει ένα κοινό μέτωπο σε ζωτικά διεθνή ζητήματα. Ο λόγος δε της αποτυχίας του Α΄ Βαλκανικού Συμφώνου εντοπίζεται στα αίτια της δημιουργίας τους, καθώς το Σύμφωνο δημιουργήθηκε, για να διασφαλίσει τα βαλκανικά σύνορα , όποτε εκ προοιμίου η αναθεωρητική  Βουλγαρία δεν θα το υπέγραφε. Η απουσία της δε υπονόμευε την ισχύ της συμμαχίας, παράλληλα  η όλο και αυξανόμενη οικονομική εξάρτηση των βαλκανικών κρατών από το Γ΄ Ραιχ , το οποίο ήταν η κατεξοχήν αναθεωρητική δύναμη προμήνυε το άδοξο τέλος του Βαλκανικού συμφώνου. Έτσι λοιπόν το 1938 ολόκληρη η Βαλκανική Συμμαχία κατέληξε σε συμφωνία με την Βουλγαρία, της οποίας  αναγνωριστήκαν τα ίσα δικαιώματα στους εξοπλισμούς ενώ όλοι αποκήρυξαν την χρήση βίας μεταξύ τους . Η αντανάκλαση της υποχωρητικότητας του Αγγλο-γαλλικού άξονα έναντι της χιτλερικής Γερμανίας ήταν φανερή και στην Βαλκανική[7] .

    Η άνοδος της ισχύς του Χίτλερ στην Ευρώπη τορπίλισε την Βαλκανική Συμμαχία . Η Γιουγκοσλαβία είχε προσεγγίσει την Ιταλία και συναίνεσε σιωπηλά στα σχέδια του Μουσολίνι για την Αλβανία . Η ένωση Αυστρίας και Γερμανίας (Anschluss)  τον Μάιο του 1938 και η μερική διάλυση της Τσεχοσλοβακίας έξι μήνες αργότερα σήμαναν το τέλος την Μικρή Ανταντ. Η Βαλκανική Συμμαχία ήταν πλέον νεκρό γράμμα καθώς η απειλή της Γερμανίας ήταν πλέον εντονότατη . Κάθε κράτος πια θα περιοριζόταν στα ιδία, ούτε η Τουρκία θα πολεμούσε την Ιταλία προς χάριν της Γιουγκοσλαβίας ούτε η Ελλάδα την Ουγγαρία προς χάριν της Ρουμανίας. Εν τέλει  αν και οι Βαλκανικές Συνδιασκέψεις λειτούργησαν αρκετά καλά για κάποια χρόνια προκειμένου να ελέγξουν τον βουλγαρικό και τον ουγγρικό αναθεωρητισμό, δεν κατάφεραν να οικοδομήσουν ένα ισχυρό βαλκανικό μέτωπο έναντι μεγαλύτερων δυνάμεων .

   Στα χρόνια από το 1937 μέχρι την κατάρρευση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας την άνοιξη  1941  οι δύο χώρες ακολούθησαν ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Η Γιουγκοσλαβία όπως προαναφέραμε προσέγγισε την Ιταλία και την Βουλγαρία. Καρποί δε αυτής της προσέγγισης ήταν αρχικά το Σύμφωνό Μη Επίθεσης και Διαιτησίας τον Μάρτη 1937 στην Ρώμη μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας [8] και τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου η διμερής  Συνθήκη Αιώνιας φιλίας με την Βουλγαρία η οποία εναντιωνόταν στο πνεύμα της Βαλκανικής Συμμαχίας του 1934. Επίσης η επίσκεψή του Στογιαντίνοβιτς τον Ιανουάριο του 1938 στο Βερολίνο και η δέσμευση της Γιουγκοσλαβίας ότι δεν θα αναλάβει καμία υποχρέωση  σε βάρος της Γερμανίας ήταν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ευμενούς ουδετερότητας προς τον Άξονα, που στόχο είχε να εξασφαλιστεί η ακεραιότητα και ασφάλεια της χώρας. Παρόμοια τακτική ακολούθησε και η Ελλάδα την περίοδο αυτή. Ο Ιωάννης Μεταξάς, ο όποιος βρισκόταν στο τιμόνι  της χώρας από τον Αύγουστο του 1936 ακολούθησε μια πολιτική αυστηρής ουδετερότητας, ώστε να μην προκαλέσει τον Άξονα, προετοιμάζοντας παράλληλα την χώρα για την αναπόφευκτη όπως έλεγε αναμέτρηση[9]. Οι δύο χώρες παρά την πολιτική ουδετερότητας, που κράτησαν δέχθηκαν την επίθεση των δυνάμεων του Άξονα.  Η Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1940  δέχτηκε την  επίθεση της φασιστικής  Ιταλίας  και παρά την ηρωική της αντίσταση έπεσε τον Μάιο του 1941 μετά και από την γερμανική επίθεση εναντίον της στα πλαίσια του Σχεδίου Μαρίτα του γερμανικού επιτελείου, που αφορούσε την κατάκτηση των Βαλκανίων από την Βερμαχτ . Η Γιουγκοσλαβία πέφτει την Άνοιξη του 1941 μην προβάλλοντας σοβαρή αντίσταση. Τα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας δε διαμοιράστηκαν ανάμεσα στην Γερμανία, την Βουλγαρία, την Ιταλία και την Ουγγαρία,  ενώ  της Ελλάδος ανάμεσα σε Ιταλία, Βουλγαρία και Γερμανία[10]. Σύντομα όμως αναπτύχθηκε και στις δύο χώρες αντιστασιακό κίνημα. Στην Γιουγκοσλαβία συστάθηκαν οι εθνικιστές  Τσέτνικ του Ντράζα Μιχαήλοβιτς και οι Παρτιζάνοι του Τίτο ,που από το 1943 αναδείχθηκαν αποτελεσματικότατοι  στην μάχη με τις ναζιστικές δυνάμεις  αριθμώντας, στα τέλη του 1943, 1.00000 άνδρες. Οι Βρετανοί αναγνωρίζοντας την δυναμική του Τίτο από τα τέλη του 1943 προσφέρουν μόνο σε αυτόν την βοήθεια τους παρά την κομουνιστική ιδεολογία του, με την οποία κατάφερε να δημιουργήσει ένα γιουγκοσλαβικό αντιστασιακό κίνημα σε σχέση με το μεγαλοσερβικό του Μιχαήλοβιτς . Επίσης στην Ελλάδα το Ε.Α.Μ  γρήγορα κατάφερε να υποσκελίσει τις άλλες οργανώσεις και να αναδειχθεί και αυτό ως το κύριο αντιστασιακό κίνημα στην χώρα .

    Η Γιουγκοσλαβία απελευθερώνεται στις 20 Οκτώβριου του 1944 από τις δυνάμεις των παρτιζάνων επικουρούμενες από μονάδες του σοβιετικού στρατού και αμέσως εδραιώνεται στη  χώρα κομουνιστικό καθεστώς και η Γιουγκοσλαβία γίνεται ομόσπονδο κράτος. Στην Ελλάδα, αντίθετα μετά την απελευθέρωση στις 18 Οκτωβρίου 1944, ο αγώνας για την κατάληψη της εξουσίας   ανάμεσα στο ΕΑΜ και στις προπολεμικές δυνάμεις οδήγησε σε έναν άγριο εμφύλιο πόλεμο, που κατέστρεψε την χώρα και τελείωσε το 1949 με την νίκη του Εθνικού Στρατού και την ήττα των Κομουνιστών ,οι οποίοι κατέφυγαν στις γειτονικές Κομουνιστικές χώρες, Αλβανία και Γιουγκοσλαβία. Την περίοδο αυτή ακριβώς οι σχέσεις Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας  ψυχραίνονται  και υπάρχει μία στασιμότητα λόγω της βοήθειας, που παρέχει ο Τίτο στους Έλληνες αντάρτες. Η κατάσταση αλλάζει μετά την διαφωνία Τίτο Στάλιν το 1948 και την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφορμ . Η σταλινική στάση των Ελλήνων ανταρτών έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της βοήθειας από την Γιουγκοσλαβία, γεγονός που επιτάχυνε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.  Το γεγονός της ρήξης Τίτο – Στάλιν και η πολεμική εκ μέρους της ΕΣΣΔ έναντι της Γιουγκοσλαβίας θα ανάγκαζαν την τελευταία να αναζητήσει την αρωγή της Δύσης στον αγώνα με τον Στάλιν τον αποκαλούμενο «πατερούλη των λαών» . Έτσι οι ΗΠΑ άδραξαν την ευκαιρία να επωφεληθούν από αυτή την ρήξη μέσα στο Ανατολικό Μπλόκ, ώστε να αποδυναμώσουν την ισχύ των Σοβιετικών στην Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Η εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας τέθηκε ως βασικός στόχος της αγγλο-αμερικανικής πολιτικής στην Βαλκανική, αφενός μεν με σκοπό την δημιουργία ενός αντισοβιετικού μετώπου στην περιοχή αφετέρου δε, για να μπορεί να ενισχυθεί οικονομικά και στρατιωτικά η Γιουγκοσλαβία μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης .

Η ΕΞΟΜΑΛΥΝΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ- ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ

1950 -1951

   Η αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας στις  28 Ιουνίου 1948 από την Κόμινφορφ και η σταδιακή διαπίστωση των Αμερικανών ότι η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο αλλά επρόκειτο για ένα  σοβαρό ρήγμα στο σοβιετικό στρατόπεδο επέφερε την πρώτη προσέγγιση των ΗΠΑ με την Γιουγκοσλαβία το 1949.  Οι Αμερικανοί αν και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν σε βάθος την κρίση στις σχέσεις του Βελιγραδίου με το Κρεμλίνο,  δεν αμφέβαλαν ότι η κρίση αυτή τους προσέφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διασπάσουν το σοβιετικό μέτωπο στην Βαλκανική. Έτσι αποφάσισαν ότι ο Τίτο έπρεπε να στηριχθεί. Τα πρώτα δείγματα της μεταστροφής της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Τίτο ήταν η αποδέσμευση των γιουγκοσλαβικών αποθεμάτων χρυσού από τις αμερικανικές τράπεζες ως αντάλλαγμα για την μείωση της βοήθειας της Γιουγκοσλαβίας προς τον Ελληνικό Δημοκρατικό Στρατό και το κλείσιμο των ελληνο-γιουγκοσλαβικών συνόρων στις 10 Ιουλίου 1949,γεγονός που όπως προαναφέραμε επέσπευσε την ήττα των ανταρτών στην Ελλάδα[11]. Επίσης τον Σεπτέμβριο του 1949 η Αμερική χορήγησε το πρώτο δάνειο ύψους 20.000000 δολαρίων στην  Γιουγκοσλαβία η οποία ήδη υφήστατο τον οικονομικό πόλεμο της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της. Επιπλέον η πολεμική της ΕΣΣΔ δεν περιορίστηκε μόνο  στον οικονομικό τομέα, σοβιετικές μεραρχίες άρχισαν στρατιωτικά γυμνάσια στα ρουμανο -γιουγκοσλαβικά σύνορα, ενώ τα μεθοριακά επεισόδια στα βουλγαρο-γιουγκοσλαβικά σύνορα ήταν συχνό φαινόμενο. Ο στόχος δε των Σοβιετικών ήταν να διογκωθεί η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Τίτο στο εσωτερικό της χώρας, ώστε να προκληθεί μια κίνηση για την ανατροπή του με εξωτερική βοήθεια[12].Οι Αμερικανοί πιστοί στο δόγμα της ανάσχεσης του σοβιετικού ιμπεριαλισμού δεν μπορούσαν να αδιαφορήσουν για την Γιουγκοσλαβία. Το πλάνο των ΗΠΑ προέβλεπε ότι σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης στην Γιουγκοσλαβία , το ζήτημα θα ετίθετο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, ώστε να χορηγηθεί στρατιωτική βοήθεια στην χώρα χωρίς να εμπλακούν άμεσα οι Δυτικές Δυνάμεις. Στις 29 Δεκεμβρίου 1949 λοιπόν  ο νέος Αμερικανός πρέσβης στο Βελιγράδι δήλωσε ότι σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής στην Γιουγκοσλαβία, οι ΗΠΑ δεν θα έμεναν άπρακτές. Οι Γιουγκοσλάβοι από την άλλη εκτιμούσαν ότι η Σοβιετικοί θα υποκινούσαν έναν ανταρτοπόλεμο και θα επενέβαιναν στην χώρα, παρουσιάζοντας την επέμβαση ως μια τοπική διένεξη για την ανατροπή του Τίτο χωρίς να προκαλέσουν ένα παγκόσμιο πόλεμο[13] .

   Η εξομάλυνση λοιπόν των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας τέθηκε στο επίκεντρο της αγγλοαμερικανικής πολιτικής, ώστε μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης να ενισχυθεί οικονομικά και στρατιωτικά ο Τίτο . Την αποστολή δε της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών την ανέλαβε το Foreign Office, το οποίο σε υπόμνημα του τον Ιανουάριο του 1950 τόνιζε ότι τα εμπόδια προς την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών ήταν λιγότερα από αυτά, που χώριζαν την Γιουγκοσλαβία με την Ιταλία[14]. Ειδικότερα οι Βρετανοί εκτιμούσαν ότι ο Τίτο, δεδομένης της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, δεν μπορούσε να ασκήσει επεκτατική εξωτερική πολιτική στην περιοχή . Όσον αναφορά τους Σλαβομακεδόνες η πλειονότητα είχε μεταναστεύσει στην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπου η κυβέρνηση του Βελιγραδίου σκέπτονταν να τους εγκαταστήσει. Η ελεύθερη ζώνη  στην Θεσσαλονίκη δεν αποτελούσε εμπόδιο καθώς η Γιουγκοσλαβία είχε ιστορικά δικαιώματα, οπότε το κύριο εμπόδιο στις σχέσεις των δύο κρατών αποτελούσε η επαναπατρισμός των παιδιών του παιδομαζώματος, θέμα το οποίο προκαλούσε αντιδράσεις στην Ελλάδα και για το οποίο οι Γιουγκοσλάβοι έπρεπε να αναλάβουν πρωτοβουλίες[15] .

  Οι Βρετανοί για να βολιδοσκοπήσουν τις προθέσεις των Γιουγκοσλάβων στο θέμα της εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα απέστειλαν στο Βελιγράδι τον έμπειρό διπλωμάτη Antony Rumbold, ο οποίος στις προκαταρτικές συζητήσεις με τον Υφυπουργό εξωτερικών  της Γιουγκοσλαβίας S. Prika στις 17 Ιανουαρίου 1950 εξέθεσε στον Γιουγκοσλάβο  διπλωμάτη  τις προοπτικές ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών . Από την πλευρά του ο Prika διεμήνυσε  ότι η βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα εξαρτάται από την φυσιογνωμία της κυβέρνησης της. Μια κυβέρνηση, που δε θα διέφερε με τις παλαιότερες, δεν θα έδινε ώθηση στις ελληνο- γιουγκοσλαβικές σχέσεις, εν αντιθέσει  με μια κυβέρνηση προερχόμενη από τον χώρο του Κέντρου.  Ο Βρετανός διπλωμάτης ήξερε ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τις παλαιότερες, έτσι μέχρι τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 υπήρξε μια στασιμότητα στις διαβουλεύσεις. Η κυβέρνηση, που προήλθε από αυτές τις εκλογές, ήταν εκείνη του Σοφοκλή Βενιζέλου, η οποία και δεν είχε την πλειοψηφία στην  Βουλή. Η θέση της νέας κυβέρνησης ήταν επισφαλής, διότι έπρεπε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή στις 17 Απριλίου . Η γιουγκοσλαβική άποψη για την νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα ήταν ότι αυτή δεν διέφερε από τις προηγούμενες και για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης χρειαζόταν την στήριξη του Τσαλδάρη. Ο Τσαλδάρης κουβαλούσε τις μνήμες του εμφυλίου πράγμα, που δεν θα ευνοούσε την ομαλοποίηση των σχέσεων με την Γιουγκοσλαβία.  Η αντίδρασή των Αμερικανών ήταν άμεση, με κομψό τρόπο πίεσαν τον Βενιζέλο να παραιτηθεί, υποστηρίζοντας ότι ανησυχούσαν με τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης χωρίς πλειοψηφία. Βέβαια οι Αμερικανοί είχαν βρει το κατάλληλο πρόσωπο που θα βοηθούσε τις Ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις, στο πρόσωπο του  Νικόλαου Πλαστήρα, όποιος σε συνομιλίες με τον Γιουγκοσλάβο επιτετραμμένο στην Αθήνα, Serif Sehovic υποστήριξε την ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας. Αποτέλεσμα δε  των διαβουλεύσεων αυτών ήταν στις 15 Απριλίου 1950 να ορκιστεί νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό και Υπουργό Εξωτερικών τον Νικόλαο Πλαστήρα ο οποίος στις 20 του ίδιου μήνα σε συνάντηση του με τον Sehovic έδωσε το πράσινο φώς για την βελτίωση των ελληνο- γιουγκοσλαβικών σχέσεων[16].  Οι δύο άνδρες σε συνάντηση τους στις 15 Μαΐου 1950 συμφώνησαν στην δημιουργία δύο μεικτών επιτροπών, μία στο Βελιγράδι για την διευθέτηση των σιδηροδρομικών επικοινωνιών και μία στην Θεσσαλονίκη για την αποκατάσταση των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών. Το θέμα του επαναπατρισμού των παιδιών του παιδομαζώματος  τέθηκε προς ώρας στο περιθώριο. Το εύκρατο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών παραλίγο να τορπιλίσουν οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Εντβαρντ Καρντέλι . Στις 16 Μαΐου ο εκπρόσωπος των Σκοπίων  Λαζάρ Μοίσοφ έθεσε το ζήτημα της «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα στην κεντρική επιτροπή εξωτερικών υποθέσεών της Γιουγκοσλαβίας. Ο Καρντέλι παραδέχτηκε το πρόβλημα της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, του οποίου η λύση του εκκρεμεί . Οι δηλώσεις Καρντέλι προκάλεσαν έκπληξη στην ελληνική κυβέρνησ, διότι τέτοιο θέμα δεν είχε θιχτεί στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις . Επιπλέον  οι δηλώσεις αυτές δεν προέρχονταν από πολιτικούς παράγοντες των Σκοπίων άλλα από τα επίσημα χείλη του Υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης του Βελιγραδίου γεγονός, που θορύβησε έντονα την Αθήνα. Οι μνήμες του Εμφυλίου ήταν νωπές και η αντεθνική δράση των σλαβομακεδονικών οργανώσεων κατά την διάρκεια του γνωστές στην ελληνική κοινή γνώμη. Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση, ο Πλαστήρας σε δηλώσεις του στην Βουλή χαρακτήρισε το θέμα ανύπαρκτο, επισημαίνοντας την αποφασιστικότητα της ελληνικής κυβέρνησης να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Έτσι η δρομολογηθείσα ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων Αθήνας – Βελιγραδίου ανακόπηκε, καθώς οι κυβερνήσεις Τίτο και Πλαστήρα επιδόθηκαν σε μια διπλωματική διελκυστίνδα δηλώσεων  σχετικά με τα βήματα που έπρεπε να γίνουν για την επίλυση του ζητήματος ,που ανέκυψε με τις δηλώσεις Καρντέλι[17] .

   Την υπόθεση ανέλαβαν να διαλευκάνουν οι Βρετανοί οι οποίοι θορυβήθηκαν από την κλιμακώμενη ένταση στις σχέσεις Αθήνας – Βελιγραδίου. Σε συνομιλία του Βρετανού πρέσβη Τσαρλς Πηκ με τον Πρίτσα, ο Πήκ έκρινε άστοχη την ανακίνηση του μειονοτικού ζητήματος τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή. Ο Πρίτσα , αφού αναφέρθηκε γενικά στην ανάγκη σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, υπεισήλθε στην καρδία τους ζητήματος. Αν η Γιουγκοσλαβία έκλεινε τα μάτια στο θέμα της μακεδονικής μειονότητας τότε οι Σλαβομακεδόνες θα αφήνονταν στις αγκάλες της Βουλγαρίας πράγμα που δεν συνέφερε την Ελλάδα. Η Βουλγαρία μετά την ρήξη Τίτο – Στάλιν είχε αναπτύξει έντονη προπαγάνδα για τον προσεταιρισμό των Σλαβομακεδόνων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Η αδιαφορία του Βελιγραδίου προς τα Σκόπια ενείχε τον κίνδυνο να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως «προστάτης» των Σλαβομακεδόνων σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Μέσα στο πολιτικό αυτό πλαίσιο ο Καρντέλι αφενός μεν ήθελε να προκαταλάβει μια τυχόν πρωτοβουλία της Βουλγαρίας αφετέρου δε να εξευμενίσει το «αιγιακό λόμπι»  των Σκοπίων[18]. Σε συνάντηση επίσης του Πήκ με τον Τίτο στις 12 Αυγούστου, ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης διευκρίνισε ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δεν έχει διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας και δεν ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές της υποθέσεις. Τόνισε επίσης ότι η αντίδρασή του Καρντέλι ήταν επιβεβλημένη, ώστε να αφοπλιστεί η προπαγάνδα της Βουλγαρίας και της Κομουνιστικής Διεθνούς στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Εν ολίγοις το θέμα ανακινήθηκε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Ο Τίτο επισήμανε επίσης ότι ούτε το θέμα της μειονότητας ούτε το θέμα των παιδιών του παιδομαζώματος  δεν έπρεπε να αποτελέσουν τροχοπέδη στην ομαλοποίηση των σχέσεων των Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας. Το μείζον αποτελούσε η ασφάλεια των δύο χωρών και η θωράκιση τους από πιθανή επίθεση σε έναν πόλεμο[19]. Ήταν φανερό ότι το θέμα της μειονότητας δεν ήταν για το Βελιγράδι conditio sine qua non για την ομαλοποίηση των σχέσεών με την Αθήνα .

   Τις εξελίξεις επιτάχυνε ο πόλεμος της Κορέας, που διήρκησε από τον Ιούνιο του 1950 ως τον  Ιούλιο του 1953.  Ο πόλεμος αυτός, που προκλήθηκε με την επίθεση της Βόρειας Κορέας στην Νότια και ενέπλεξε τις δύο υπερδυνάμεις, κατέδειξε ότι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν έχει γεωγραφικά όρια. Η ένταση στο γερμανικό ζήτημα τον προηγούμενο χρόνο, η κινεζική επανάσταση του 1949, που έληξε με την επικράτηση των κομουνιστών του Μάο, προκαλούσε τον φόβο ότι και ένα μέτωπο στα Βαλκάνια μπορούσε να ανοίξει ειδικά σε μία περίοδο έξαρσής του Ψυχρού Πολέμου. Οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ δεν ήταν  διατεθειμένες να κάνουν αλληλουποχωρήσεις. Επίσης γεγονός είναι ότι οι Αμερικανοί αιφνιδιαστήκαν από την κρίση στην Κορέα και αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι οι μυστικές τους υπηρεσίες πιάστηκαν εξ απίνη. Η δε  Γιουγκοσλαβία φοβόταν μια παρόμοια επίθεση από την Βουλγαρία. Έτσι, κυριώς λόγο του ασταθούς και επικίνδυνου διεθνούς περιβάλλοντος,  δόθηκε μια νέα ώθηση στις ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις. Ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Ερνεστ Ντειβις, αφού έκρινε τις εξηγήσεις του Βελιγραδίου ικανοποιητικές μετέβη στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό Πλαστήρα και τον επικεφαλή της ελληνικής διπλωματίας Ιωάννη Πολίτη  στις 14 Αυγούστου. Η Αθήνα δήλωσε ότι για να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις απαραίτητη ήταν μια δήλωση και των δύο πλευρών, με την οποία θα τονίζεται η δέσμευση μη ανάμειξης στα εσωτερικά της μίας προς την άλλη χώρα. Οι κυβερνητικές κρίσεις στην Ελλάδα μετά την πτώση του Πλαστήρα στις 15 Αυγούστου καθυστέρησαν τις διαπραγματεύσεις ως τον Νοέμβριο του 1950. Στις 3 Νοεμβρίου ο Σοφοκλής Βενιζέλος σχηματίζει κυβέρνηση με την συνεργασία του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος χωρίς την συμμετοχή του Λαϊκού Κόμματος . Η κυβέρνηση λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης στις 16 Νοεμβρίου[20].

     Εν κατακλείδι η δεινή οικονομική κατάσταση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία κινδύνευε με χρεωκοπία  καθώς και η πιθανότητα κατάρρευσης του συστήματος αυτοδιαχείρισης των εργατών  την ανάγκασαν να επιταχύνει τις διαδικασίες . Ο Τίτο ζήτησε νέο δάνειο από την Αμερική και το έλαβε αλλά η τροφοδοσία της Γιουγκοσλαβίας από την Θεσσαλονίκη ήταν πια κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Η επιστροφή 112 Ελλήνων αιχμαλώτων στις 6 Νοεμβρίου ήταν το πρώτο βήμα. Οι αιχμάλωτοι αυτοί είτε είχαν αιχμαλωτιστεί από τον Δημοκρατικό Στρατό είτε είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους και βρέθηκαν στην άλλη πλευρά των συνόρων. Όσον αφορά την επιστροφή των παιδιών του παιδομαζώματος, κατέφθασε στην Αθήνα εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού, που θα συγκέντρωνέ τις αιτήσεις των  γονέων που ζούσαν στην Ελλάδα και τα παιδία τους στην Γιουγκοσλαβία . Επίσης το Βελιγράδι του χορήγησε άδεια μετάβασης στην Γιουγκοσλαβία[21]

   Υπό το φώς λοιπόν αυτών των εξελίξεων ο Σοφοκλής Βενιζέλος στις  28 Νοεμβρίου ανακοίνωσε στην ελληνική Βουλή την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων Αθήνας  – Βελιγραδίου , δήλωση δε που χαιρετίστηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας. Τον Δεκέμβριο έγινε η ανταλλαγή πρεσβευτών με τον Καπετανίδη στο Βελιγράδι και τον Jovanovic στην Αθήνα και μέχρι τα μέσα του 1951 οι σχέσεις είχαν εξομαλυνθεί πλήρως ανοίγοντας έτσι μια νέα σελίδα  στενής συνεργασίας των δύο κρατών σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 50΄ και προετοιμάζοντας το έδαφος  για την Βαλκανική συμμαχία του 1954 .

                 ΤΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1953

&

Ο ΑΞΟΝΑΣ  ΑΘΗΝΑΣ –ΑΓΚΥΡΑΣ – ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ

   Η εξομάλυνση των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων το 1950 – 51  , η επιστροφή των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου που ζούσαν στην Γιουγκοσλαβία , η παράδοση των παιδιών του παιδομαζώματος του Εμφυλίου από το Βελιγράδι και η περιθωριοποίηση του θέματος της μειονότητας εκ μέρους της ομοσπονδιακής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης είχαν προλειάνει το έδαφος για μία στενότερη συνεργασία  των δύο χωρών[22]. Το ζητούμενο στις σχέσεις τους  ήταν η ασφάλεια . Η άρνηση της Γιουγκοσλαβίας σε μια στρατιωτική συμμαχία τον Μάρτιο του 1951 εξηγείται από την πρόθεση του Βελιγραδίου να μην ερεθίσει την Μόσχα με μία συμμαχία με την Δύση, δίνοντας της έτσι τον αποχρώντα λόγο να επιτεθεί στην Γιουγκοσλαβία . Μετά την είσοδο της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τον Φεβρουάριο του 1952 το ενδεχόμενο σύναψής στρατιωτικής συμμαχίας με την Γιουγκοσλαβία ετίθετο στο περιθώριο των συζητήσεών κατά τις διμερείς ελληνοτουρκικές επαφές[23]. Η Τουρκία και η Ελλάδα ως νέα μέλη είχαν αναπτύξει ανταγωνίστηκες σχέσεις μεταξύ τους . Σύμφωνα με την Αθήνα , η Ελλάδα έπρεπε να έχει τον πρώτο λόγο στην Βαλκανική και αντίστοιχα η Τουρκία να έχει την πρωτοβουλία στην Μέση Ανατολή . Μολονότι και οι δύο χώρες είχαν ενταχθεί στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ πράγμα που τις καθιστούσε συμμαχικές χώρες , υπήρχαν ακόμα ανοικτά ζητήματα στις σχέσεις τους [24].

    Η πιθανή συγκρότηση μιας βαλκανικής συμμαχίας προβλημάτιζε και την Ιταλία , η οποία είχε ανοικτό ακόμα το θέμα της Τεργέστης με την Γιουγκοσλαβία[25] . Μια πιθανή σύνδεση του Βελιγραδίου με τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ έστω και έμμεσα μέσω μιας συμμαχίας με την Άγκυρα και την Αθήνα  θα ενίσχυε σημαντικά την διαπραγματευτική θέση της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Ιταλίας.  Οι ανησυχίες της Ιταλίας εκφράστηκαν στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο κατά την επίσκεψη του στην Ρώμη τον Φεβρουάριο του 1952 . Η Ιταλία που είχε υποστηρίξει την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ζητούσε από την Αθήνα να μην προβεί σε σύναψη συμμαχίας με την Γιουγκοσλαβία μέχρι την επίλυση του ζητήματος της Τεργέστης . Επιπλέον απαιτούσε  την υποστήριξη της Ελλάδος στην υποψηφιότητα του Ιταλού στρατηγού  ως στρατιωτικού διοικητή της νοτιανατολικής πτέρυγάς της Ατλαντικής Συμμαχίας και την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό[26].  Η Ελλάδα απέρριψε τα αιτήματα της ιταλικής πλευράς και ανέπτυξε μια σειρά επαφών με την Γιουγκοσλαβία . Ειδικότερα από τον Ιούλιο ως τον Νοέμβριο του 1952 αξιωματούχοι των δύο κυβερνήσεών είχαν μια σειρά αλλεπάλληλων συναντήσεων σε Αθήνα και Βελιγράδι. Τον Ιούλιο του 1952 την Γιουγκοσλαβία επισκέφθηκε ελληνική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία και τον αμέσως επόμενο μήνα, οι Γιουγκοσλάβοι ανταπέδωσαν την επίσκεψη στην Ελλάδα με μια δική τους κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία υπό τον Μόσα Πιγιαντε. Επίσης οι δύο χώρες αντήλλαξαν και στρατιωτικές αντιπροσωπείες στο διάστημα από τον Σεπτέμβριο ως τον Νοέμβριο του 1952 .

   Η κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 με τη σαρωτική νίκη του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου έδωσε μια νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις για την σύναψη μιας Βαλκανικής συμμαχίας. Ο Παπάγος όντας στρατιωτικός ήξερε πολύ καλά ότι μια τυχόν κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας απειλούσε άμεσα την ασφάλεια της Ελλάδας όπως αποδείχτηκε και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο . Έτσι, όταν το Δεκέμβριο γιουγκοσλαβική στρατιωτική αντιπροσωπία επισκέφθηκε την Αθήνα, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις προοπτικές μιας στενής στρατιωτικής συνεργασίας στον αμυντικό τομέα. Από την πλευρά τους οι Γιουγκοσλάβοι ήθελαν την επιτάχυνση των διαδικασιών, διότι ήταν πιθανό το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στα Βαλκάνια ως αντανάκλαση του πολέμου της Κορέας. Επίσης μια τριμερής συμμαχία με δύο μέλη του ΝΑΤΟ μπορούσε να λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγοντας στην απόφασή για μια πιθανή επίθεση από τους Σοβιετικούς,  καθώς την ασφάλεια της Γιουγκοσλαβίας θα εγγυούνταν εμμέσως οι δυνάμεις τις Ατλαντικής Συμμαχίας. Οι αντιδράσεις όμως της ιταλικής πλευράς που ήθελε να αποτρέψει μια βαλκανική συμμαχία πριν την διευθέτηση του ζητήματος της Τεργέστης καθώς και η απροθυμία των ΗΠΑ να εντάξουν πρόωρα την Γιουγκοσλαβία στο ΝΑΤΟ πράγμα για το οποίο έπρεπε να συμφωνήσουν και τα άλλα μέλη της Συμμαχίας, καθυστέρησαν την διαδικασία που θα οδηγούσε σε μια στρατιωτική συμμαχία των τριών χωρών .

   Τελικά βρέθηκε μια φόρμουλα που να ικανοποιεί και τις τρείς πλευρές. Με πρωτοβουλία της Τουρκίας , ο Υφυπουργός Εξωτερικών της χώρας, Νιούρι Μπρίγκι κατά την επίσκεψη της τουρκικής αντιπροσωπείας στο Βελιγράδι υπό τον επικεφαλή της τουρκικής διπλωματίας Φουάντ Κιουπρουλου, πρότεινε την σύναψη μια τριμερούς συνθήκης φιλίας και συνεργασίας με πολιτικό χαρακτήρα χωρίς στρατιωτικές υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών[27].  Η συνθήκη  δε αυτή θα αποτελούσε και την βάση για μια μελλοντική στρατιωτική συμμαχία των τριών πλευρών. Η Γιουγκοσλαβία αποδέχθηκε την πρόταση θεωρώντας ότι αυτή θα λειτουργήσει ως ένα πρώτο ανάχωμά στον πόλεμο νεύρων που διεξήγαγαν οι Σοβιετικοί κατά του Βελιγραδίου. Επίσης η Αθήνα συμφώνησε στην σύναψη μια τέτοιας συμφωνίας, η οποία λόγο του πολιτικού της χαρακτήρα δεν έχρηζε την ανάγκη της επικύρωσής της από τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ . Το αποτέλεσμα της τουρκικής πρότασης ήταν η σύγκληση μια τριμερούς συνδιάσκεψης στην Άγκυρα στις 17 Φεβρουαρίου 1953 , στην οποία έλαβαν μέρος ο Υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας. Μολονότι η γιουγκοσλαβική πλευρά προσπάθησε να προσδώσει στρατιωτικό χαρακτήρα στην συνθήκη τελικά υποχώρησε μετά από τις αμερικανικές πιέσεις. Έτσι στις 23 Φεβρουαρίου 1953 υπογράφεται η Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας από τους Υπουργούς εξωτερικών της Ελλάδας Στέφανο Στεφανόπουλο, της Τουρκίας, Φουάντ Κιουπρουλου και της Γιουγκοσλαβίας Κότσα Ποποβιτς[28].  Η συνθήκη περιληπτικά προέβλεπε τις κοινές προσπάθειες των συμβαλλομένων χωρών για την διατήρηση της ειρήνης , την συνεργασία στον οικονομικό και υλικοτεχνικό τομέα και τη συνεργασία των Γενικών Επιτελείων των τριών χωρών με σκοπό την υποβολή προτάσεων στις κυβερνήσεις για ζητήματα ασφάλειας και την λήψη συντονισμένων αποφάσεων. Επισημαίνονταν επίσης η διατήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων Ελλάδας και Τουρκίας προς το ΝΑΤΟ.

    Η Γιουγκοσλαβική πλευρά δε θεωρούσε ότι σε μια ενδεχόμενη επίθεση εναντίον της το ΝΑΤΟ θα την στήριζε. Στην επίσκεψη του Τίτο στην Μ. Βρετανία τον Μάρτιο του 1953, οι Βρετανοί υποσχέθηκαν την αμέριστη βοήθεια τους προς την Γιουγκοσλαβία σε περίπτωση που απειλούνταν η εδαφική ακεραιότητα της χώρας από την Σοβιετική Ένωση. Επίσης ο επικεφαλής του Foreign Office, Ηντεν  προέβαλε την προοπτική μετατροπής του Βαλκανικού συμφώνου σε Μεσογειακό με την συμμετοχή της Ιταλίας, ώστε να δημιουργηθεί ένας ενιαίος αμυντικός χώρος στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου υπό την σκέπη του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα από την άλλη απέδιδε μεγάλη σημασία στο Βαλκανικό Σύμφωνο προσπαθώντας παράλληλα να μην οξύνει τις σχέσεις της με την Ιταλία. Στην κρίση του ζητήματος της Τεργέστης τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 1953  τήρησε ουδετερότητα. Η υπογραφή δε της ελληνο-αμερικανικής συνθήκης της 12ης Οκτωβρίου 1953, με την οποία δινόταν η άδεια εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα , αναβάθμιζε τον ρόλο της χώρας στην Βαλκανική[29].

   Τον Μάρτιο του 1953 πεθαίνει ο Ιωσήφ Στάλιν και μια νέα εποχή αρχίζει για την Σοβιετική Ένωση. Η  επίθεση φιλίας, που εγκαινίασε ο διάδοχος του Νικήτα Χρουστσόφ προς την Δύση, η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβίας τον Ιούνιο του 1953 καθώς και η στήριξη που παρείχε στο Βελιγράδι  η ΕΣΣΔ στο ζήτημα της Τεργέστης, δημιούργησαν ένα προσωρινό αίσθημα ασφάλειας στην Γιουγκοσλαβία. Μολαταύτα ο Τίτο επέμεινε στο Βαλκανικό Σύμφωνο, το οποίο δημιουργήθηκε εξαιτίας της σοβιετικής απειλής. Ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης θεωρούσε ότι παρά τα θετικά βήματα της Μόσχας δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια εκ μέρους της κατά το 1953 για την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών .

    Τόσο η Γιουγκοσλαβία όσο και η Ελλάδα επιθυμούσαν την μετατροπή του Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία. Οι διαβουλεύσεις των Γενικών Επιτελείων των τριών χωρών του Συμφώνου αποτελούσαν τα προκαταρτικά στάδια για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού. Το Βελιγράδι ανησυχούσε για την στάση της Αθήνας και της Άγκυρας, αν  η Γιουγκοσλαβία δεχόταν επίθεση από την Ουγγαρία ή την Ρουμανία καθώς και στην περίπτωση επίθεσης από την Βουλγαρία , η Ελλάδα και η Τουρκία θα της επιτίθονταν αμέσως, έχοντας κοινά σύνορα μαζί της. Επίσης η Ελλάδα αν και με την εγκατάσταση των αμερικάνικών βάσεων η ασφάλεια της αναβαθμίστηκε, ήξερε ότι σε περίπτωση πολέμου στα Βαλκάνια πρωτεύοντα ρόλο θα έπαιζαν οι χερσαίες δυνάμεις οπότε η συμβολή του γιουγκοσλαβικού στρατού θα ήταν καθοριστική στην έκβαση ενός  πολέμου [30].  Η ελληνική ηγεσία προώθησε το σχέδιο της Βαλκανικής συμμαχίας και για έναν άλλο λόγο που την θορύβησε .  Η υπόθεση Τζίλας στις αρχές του 1954. Ο Μίλοβαν Τζίλας σε εκτενές άρθρο του στην εφημερίδα BORBA άσκησε έντονη κριτική στην γιουγκοσλαβική ηγεσία και προοικονόμησε την χρεωκοπία τους συστήματος αυτοδιαχείρισης των εργατών .  Η Αθήνα είδε αυτή την κίνηση ως εμπλοκή του σοβιετικού δακτύλου στην Γιουγκοσλαβία και επεδίωκε την γρηγορότερη πρόσδεση της  Γιουγκοσλαβίας στο δυτικό άρμα .

  Μέχρι λοιπόν την υπογραφή της Συνθήκης Συμμαχίας και Αμοιβαίας βοήθειας  στο  Μπλέντ της Σλοβενίας από τις τρείς χώρες του Βαλκανικού Συμφώνου στις 9 Αύγουστου 1954 , προηγήθηκε ένας διπλωματικός πυρετός διαβουλεύσεων και υπαναχωρήσεων. Η πρώτη στην σειρά αυτών των διαβουλεύσεων ήταν η επίσκεψη του Τίτο στην Τουρκία τον Απρίλιο 1954  με την οποία ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης συζήτησε την μετατροπή του Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία . Η Ελλάδα δυσαρεστήθηκε έντονα θεωρώντας ότι παραγκωνίζεται σε ένα θέμα που έχει αύτη τον πρώτο λόγο . Για να αποτραπεί λοιπόν μια παρεξήγηση στις σχέσεις των τριών χωρών ο Υπ .Εξ της Τουρκίας, Φουάντ Κιουπρουλου ενημέρωσε τον Έλληνα πρέσβη στην Άγκυρα Ιωάννη Καλλέργη για το περιεχόμενο των συνομιλιών με την γιουγκοσλαβική πλευρά. Έτσι στο κοινό τουρκο-γιουγκοσλαβικό ανακοινωθέν έγινε ιδιαίτερη μνεία στο ρόλο της Ελλάδος. Ακολούθησε η επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα κατά την οποία συζητήθηκαν τα εκκρεμή θέματα στις σχέσεις των δύο κρατών. Τα ζητήματα αυτά ήταν κάποιες ρυθμίσεις στην ελεύθερη ζώνη της  Θεσσαλονίκης, η περίφημη μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα και το θέμα της μονής Χιλανδρίου στο Άγιο Ορός[31]. Το Μακεδονικό όμως ήταν το κύριο πρόβλημα στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας. Η συχνή αναφορά δε  από το Βελιγράδι στην μη αναγνώριση της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα,  στο καθεστώς τρομοκρατίας, που υπήρχε στην Βόρειο Ελλάδα εις βάρος των Σλαβόφωνων καθώς και στον εποικισμό των περιοχών αυτών και στις δημεύσεις περιουσιών των Αιγιατών, αποτελούσε τροχοπέδη στην σύσφιξη των διμερών σχέσεων των δύο κρατών. Το Μακεδονικό  μάλιστα  οδήγησε και σε διπλωματικό επεισόδιο, όταν ο Έλληνας πρόξενος στα Σκόπια Ηρακλείδης αποχώρησε από εκδήλωση της επετείου του Ιλιντεν, όταν στο Εθνικό Μουσείο είδε χάρτη που απεικόνιζε και την ελληνική Μακεδονία ως τμήμα των εθνικών συνόρων της Μακεδονίας στην οποία εκτυλίχτηκε η εξέγερσή του Ιλιντεν. Η εξήγηση του Βελιγραδίου ήταν πως ο χάρτης ήταν απλώς ένα  μουσειακό έκθεμα και απεικόνιζε μόνο που διεξήχθησαν οι μάχες του 1903. Ήταν σαφές ότι η Γιουγκοσλαβία συνέδεε το απαραβίαστο των συνόρων της με την Ελλάδα με την ύπαρξη της μακεδονικής μειονότητας άλλα επί του παρόντος και εν όψει της επικείμενης επίσκεψης του Τίτο στην Ελλάδα, το Βελιγράδι δεν επιθυμούσε ένταση και έτσι το μακεδονικό τέθηκε στο περιθώριο[32].  Στις 2 Ιουνίου 1954 έφτασε ο Τίτο στον Πειραιά και αμέσως ξεκίνησαν οι συνομιλίες, που αποτέλεσαν και το προπαρασκευαστικό στάδιο για την Συνθήκη της 9ης Αυγούστου. Οι ελληνικές προτάσεις για τους άξονές που θα εδράζονταν μια βαλκανική συμμαχία ήταν : α) σε περίπτωση επίθεσης της Βουλγαρίας εναντίον της Ελλάδας  ή της Γιουγκοσλαβίας ή της Τουρκίας θα ίσχυε η αυτόματη ενεργοποίηση της κοινής άμυνας, αφού και οι τρεις χώρες έχουν κοινά σύνορα μα την Βουλγαρία . β ) σε περίπτωση επίθεσης κατά της Γιουγκοσλαβίας από την Ρουμανία ή την Σοβιετική Ένωση η την Ουγγαρία θα ίσχυε μια διάταξη στο πνεύμα άρθρο 5 του κανονισμού του ΝΑΤΟ[33] γ) θα έπρεπε η Βαλκανική Στρατιωτική Συμμαχία να συνδεθεί με το ΝΑΤΟ .  Η Γιουγκοσλαβική πλευρά όμως ήθελε να αποφύγει την  ένταξη της στο ΝΑΤΟ , σκοπός του Τίτο ήταν να χρησιμοποιήσει την δύναμη του ΝΑΤΟ  ως ασπίδα  στο σοβιετικό ιμπεριαλισμό. Μια  πιθανή ένταξή του της Γιουγκοσλαβίας στο ΝΑΤΟ, ίσως να υπέσκαπτε την σοσιαλιστική δομή του κράτους και θα αποτελούσε ανοικτή πρόκληση προς την ΕΣΣΔ. Ωστόσο ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης άφηνε όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, αν η Γιουγκοσλαβία δεχόταν υπερβολική πίεση από τους Σοβιετικούς[34].  Τέλος ένα ακόμη εμπόδιο για την υπογραφή της συμμαχίας ήταν το ζήτημα της Τεργέστης, που παρέμενε ανοικτό . Οι σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με το ΝΑΤΟ έπρεπε να καθοριστούν, αφού λυθεί το ζήτημα αυτό με την Ιταλία[35]. Η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία πρότειναν ότι αν έθεταν ένα χρονοδιάγραμμα μέχρι την επόμενη σύνοδο των Υπουργών εξωτερικών του Βαλκανικού Συμφώνου,  τότε εμμέσως η Ιταλία θα πιέζονταν να οδηγηθεί στην λύση του ζητήματος. Έτσι εξεδόθη κοινό ανακοινωθέν των τριών δυνάμεων μετά την συγκατάθεση και της Τουρκίας  στις θέσεις αυτές .

Το κείμενο  του κοινού ανακοινωθέντος των τριών βαλκανικών δυνάμεών έχει  ως εξής :

     ‘’Kατόπιν προσκλήσεως του Βασιλέως των Ελλήνων, ο Πρόεδρος Γιόσιπ Μπρος Τίτο αφίκετο δι’ επίσημον επίσκεψιν εις Αθήνας την 2αν Ιουνίου 1954. Ο κ. Κότσα Πόποβιτς , υπουργός Εξωτερικών, μετείχε της συνοδείας  του Προέδρου. Κατά τας συνομιλίας, αίτινες έλαβον χώραν και εις ας μετέσχον ο Στρατάρχης Τίτο, ο Στρατάρχης Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Αλέξανδρος Παπάγος, ο υπουργός των Εξωτερικών κ.Σ. Στεφανόπουλος, εξητάσθη επιμελώς η διεθνής κατάστασις υπό το φως των προσφάτων γεγονότων.

Αι συνομιλίαι αύται, χαρακτηρισθείσαι υπό πλήρους εγκαρδιότητος, κατέδειξαν δια μίαν εισέτι φοράν, την στενήν φιλίαν, ήτις υφίσταται μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδος και επέτρεψαν να διαπιστωθή ταυτότης αντιλήψεων εφ’ όλων των ζητημάτων, άτινα απετέλεσαν αντικείμενον των εν λόγω συνομιλιών.

Η εξέτασις  των ειδικών θεμάτων, άτινα ενδιαφέρουν τας δύο χώρας, απέδειξε την αρμονίαν των μεταξύ των σχέσεων και την θέλησιν προς σταθεροποίησιν αυτών. Εξεφράσθη η επιθυμία επεκτάσεως της εποικοδομητικής συνεργασίας των εφ΄όλων των πεδίων: πολιτικού, οικονομικού και μορφωτικού. Εις τον τομέα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών διεπιστώθη ότι αι πραγματοποιηθείσαι μέχρι τούδε πρόοδοι υπήρξαν λίαν ικανοποιητικαί και ότι  το πνεύμα ειλικρινούς και πλήρους συνεργασίας , εφ’ ου αι σχέσεις αύται βασίζονται, δικαιολογεί γόνιμον δια το μέλλον προοπτικήν.

Τα μεγάλα διεθνή προβλήματα εξητάσθησαν υπό το πρίσμα του αντικτύπου αυτών επί των συμφερόντων των δύο χωρών και της διατηρήσεως της ειρήνης εν Ευρώπη. Ανεγνωρίσθη ότι αι παρούσαι συνθήκαι εις την γενική κατάστασιν του κόσμου επιβάλλουσιν συνεχή επαγρύπνησιν από μέρους των μελών της Τριμερούς Συνθήκης της Άγκυρας και καθιστούν επιτακτικήν την στενήν και συστηματικήν αυτών προς τον σκοπόν τούτον συνεργασίαν.

Εις την σκέψιν των υπογραψάντων την Τριμερή Συνθήκην της Αγκύρας, αύτη απετέλει το πρώτον στάδιον προς συνεργασίαν έτι στενωτέραν και αποτελεσματικωτέραν μεταξύ των. Προς την κατεύθυνσιν ακριβώς ταύτην κινούμεναι, αι δύο Κυβερνήσεις, εν πλήρει συμφωνία μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως, συνεφώνησαν όπως συμπληρώσουν το Τριμερές Σύμφωνον, δια της συνάψεως επισήμου συμμαχίας, σταθεροποιούσαι αύτω την ειρήνην και την συλλογικήν ασφάλειαν εν τω πνεύματι του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών. Προς τον σκοπόν τούτον απεφάσισαν όπως η συμμαχία συσταθή (sera etablie) υπό του Συμβουλίου των Υπουργών των Εξωτερικών, κατά την προσεχή τούτου ετησίαν Σύνοδον εν Βελιγραδίω.

Εν τη επιθυμία των όπως διευρυνθούν έτι περισσότερον αι λαϊκαί βάσεις του Τριμερούς Συμφώνου της Αγκύρας, αι δύο Κυβερνήσεις συνεφώνησαν εξ άλλου, προτάσει του Στρατάρχου Παπάγου, όπως συσταθή Τριμερής Συμβουλευτική Συνέλευσις, ήτις θα αποτελεσθή εξ ίσου αριθμού Ελλήνων, Τούρκων και Γιουγκοσλάβων Βουλευτών και ήτις θα συνέρχηται εκ περιτροπής εις τας τρεις πρωτευούσας.

Η Τουρκική Κυβέρνησις, ήτις μέσω του Πρέσβεως αυτής  ετηρήθη ενήμερος των ως άνω αναφερομένων συνομιλιών, παρέσχε την πλήρη επ’ αυτών συγκατάθεσίν της’’. [36]

  Το κείμενο του ανακοινωθέντος καθώς και η επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα ήταν μια διπλωματική επιτυχία για την Αθήνα, η οποία αφενός μεν επιτάχυνε τις εξελίξεις για την υπογραφή της συμμαχίας αφετέρου δε  έδειξε στην Τουρκία ότι αυτή είχε τον πρώτο λόγο στα Βαλκάνια στα πλαίσια του ανταγωνισμού των δύο κρατών στην περιοχή .

  Την επικείμενη συγκρότηση της Βαλκανικής συμμαχίας παρακολουθούσε με καχυποψία και η Μόσχα η οποία την περίοδο αυτή έκανε μια νέα επίθεση φιλίας σε Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα. Η αποκατάσταση των ελληνο-βουλγαρικών σχέσεων σε επίπεδο επιτετραμμένων λόγο των οφειλόμενων αποζημιώσεων από μέρους της Βουλγαρίας στις 22 Μαΐου 1954 καθώς και η αποστολή ιδιόχειρης επιστολής του Χρουστσόφ προς τον Τίτο στις 26 Ιουνίου 1954, το περιεχόμενο της οποίας δεν δημοσιεύτηκε άλλα από δηλώσεις γιουγκοσλάβων αξιωματούχων προέκυπτε η θέληση της ΕΣΣΔ για εξομάλυνση των σχέσεων , ήταν προσπάθειες να απομακρυνθεί η Γιουγκοσλαβία από την Δύση[37].  Η αλλαγή αυτής στάσης της ΕΣΣΔ έκανε τον Τίτο να μην θέλει την σύνδεση της Βαλκανικής Συμμαχίας με του μηχανισμούς του ΝΑΤΟ πράγμα που θα ανάγκαζε την Γιουγκοσλαβία να αναλάβει υποχρεώσεις έναντι της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας .  Από την άλλη η Ελλάδα επιθυμούσε την σύνδεση της Βαλκανικής συμμαχίας με το ΝΑΤΟ και την εμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας στους μηχανισμούς του. Τέλος η Τουρκία, που είχε στραμμένο το ενδιαφέρον της στην Μέση Ανατολή ήθελε να συνδέσει την σύναψη της συμμαχίας με την λύση του ζητήματος της Τεργέστης. Οι απόψεις αυτές φάνηκαν στις διαβουλεύσεις των εμπειρογνωμόνων των τριών κρατών τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1954 . Εν τέλει το κείμενο της συμμαχίας που υπογράφτηκε στις 9 Αυγούστου 1954 ήταν ένας συγκερασμός των ελληνικών και των γιουγκοσλαβικών θέσεων[38] .  Η συνθήκη είχε στενό βαλκανικό χαρακτήρα και η Γιουγκοσλαβία δεν ανέλαβε σαφείς δεσμεύσεις έναντι του ΝΑΤΟ . Μολαταύτα θεωρούσε βέβαιο ότι το ΝΑΤΟ θα την στήριζε σε ενδεχόμενη ρήξη με την ΕΣΣΔ . Έτσι ο Τίτο κέρδιζε την ασφάλεια από την Δύση και παράλληλα κρατούσε ανοικτή την πόρτα στην Μόσχα. Επίσης διασφάλιζε την σοσιαλιστική δομή της χώρας του από μια πιθανή επιρροή των δυτικών θεσμών σε αυτή .

Συμπεράσματα

     Τελικώς το Βαλκανικό Σύμφωνο απεδείχθη θνησιγενές , έχασε την πρακτική του σημασία με την ελληνοτουρκική διαμάχη στο κυπριακό το 1955 και οι σχέσεις ΕΣΣΔ – Γιουγκοσλαβίας εξομαλύνθηκαν τον Ιούνιο 1955 με την αποδοχή από τους Σοβιετικούς του γιουγκοσλαβικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και την χορήγηση γενναίων δανείων στην Γιουγκοσλαβία από την Σοβιετική Ένωση[39] . Βέβαια ο Τίτο ακολουθούσε πλέον την πολιτική των ίσων αποστάσεων με Ανατολή και Δύση και δεν  συνδέθηκε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας , την αμυντική συμμαχία των σοσιαλιστικών κρατών που συστήθηκε το  1956 πράγμα που διακαώς επιθυμούσε η Μόσχα. Ωστόσο αν και το Βαλκανικό Σύμφωνο ήταν πια νεκρό γράμμα δεν καταγγέλθηκε από καμία πλευρά.

 Βιβλιογραφία

Clogg  Richard , Η Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 2000 , β΄ έκδοση , Αθήνα 2003.

Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία. Πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά 1950-1967, (επιμ. Κ. Κατσάνος. μτφ. Σταυρούλα Μαυρογένη), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών-Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Σερβίας, Θεσσαλονίκη 2009

Κατσάνος Κωνσταντίνος, Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά έγγραφα 1950 – 1967, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2009.

Κολιόπουλος Ιωάννης  , Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789 -1945 , η΄ ανατύπωση , Θεσσαλονίκη 2001 .

Kaplan S  Lawrence , NATO Divided NATO United : the evolution of an alliance , Oxford university press 2007 .

Κύρου Αλέξη Α.Δ , Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική , β΄ έκδοση , Αθήνα 1972  .

Pavlowitch Stevan K., Ιστορία των Βαλκανίων  1804 – 1945 , (μτφ. Λουκιανός Χασιώτης ) , Θεσσαλονίκη 2006 .

Sluga Gl., The problem Trieste and the  Italo-Yugoslav Border. Difference, Identity, and Sovereignty in Twentieth-Century Europe, State University of New York Press 2001.

Σταυριανός  Λ.Σ., Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά , (μτφ. Ελένη Δελιβάνη ), (επιμ. Βασίλης Γούναρης ), Θεσσαλονίκη 2007 .

Στεφανίδης Ι., Ασύμμετροι εταίροι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο 1953-1961, Αθήνα 2005.

Χρηστίδης Γεώργιος, Τα Κουμουνιστικά Βαλκάνια , Εισαγωγή στην εσωτερική και εξωτερική πολίτικη στην Αλβανία , Βουλγαρία , Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945 – 1989 , Θεσσαλονίκη 2003.

 Άρθρα  

Σπυρίδων Σφέτας , «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002) .

Σπυρίδων Σφέτας, «Από τη Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας της Άγκυρας (28.2.1953) στη Συνθήκη  Συμμαχίας, Πολιτικής Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του Μπλεντ (9.8.1954): Η επίσκεψη του Στρατάρχη Τίτο στην Ελλάδα ( Ιούνιος 1954).» Αδημοσίευτο άρθρο του κ. Σφέτα, του οποίου χρήση έγινε μετά της σύμφωνης γνώμης του ιδίου.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

ΤΟ  ΒΗΜΑ

 


[1] Στις 6 Απριλίου 1929 ο Bασιλιάς Αλέξανδρος καταργεί το σύνταγμα και υιοθετεί για την χώρα το όνομα Γιουγκοσλαβία . Βλ , Stevan K. Pavlowitch , Ιστορία των Βαλκανίων  1804 – 1945 , (μτφ. Λουκιανός Χασιώτης ) , Θεσσαλονίκη 2006 , σ . 392.

[2] Η Σερβία είχε υποστεί φοβερές καταστροφές κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου . Ο στρατός της δε είχε χάσει τα 2/3 του δυναμικού του . Υπό αυτές τις συνθήκες το βάρος της συγκρότησης μιας Γιουγκοσλαβίας ήταν υπέρογκο .

[3] Pavlowitch , ό.π , σ . 369 .

[4] Pavlowitch ,ό.π , σ. 364 .

[5] Οι Ούγγροι διεκδικούσαν την Τρανσυλβανία και οι Ρώσοι την Βεσσαραβία από την νεοϊδρυθείσα Μεγάλη Ρουμανία, η οποία έπρεπε να διαχειριστεί τα νέα εδάφη της και να προασπίσει το ισχύον εδαφικό καθεστώς . Βλ , Λ.Σ.  Σταυριανός , Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά , (μτφ. Ελένη Δελιβάνη ) , (επιμ. Βασίλης Γούναρης ), Θεσσαλονίκη 2007 , σ σ . 1278- 1285 .

[6] Η Συμφωνία για την παραχώρηση της ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στην Γιουγκοσλαβία το 1925 , εντασσόταν στο πλαίσιο της πολιτικής του Βενιζέλου  για την ανάπτυξη καλών σχέσεων με τις χώρες της Βαλκανικής αλλά και της Ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου . Βλ, Richard Clogg, Η Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 2000 , β΄ έκδοση , Αθήνα 2003 , σ. 134.

[7]  Η πολιτική του κατευνασμού που ακολούθησαν η Βρετανία και η Γαλλία έναντι της Γερμανίας του Χίτλερ έδωσε στην τελευταία να προωθήσει τα σχεδία για την ανατροπή του συστήματος των Βερσαλλιών . Αποκορύφωμα   δε της πολιτικής του κατευνασμού αποτελεί η Συμφωνία του Μονάχου  στις 30 Σεπτεμβρίου 1938 . Βλ . Ιωάννης Κολιόπουλος , Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789 -1945 , η΄ ανατύπωση , Θεσσαλονίκη 2001, σ.369.  

[8]  Pavlowitch , ό.π  , σ 400 .

[9] Ο Μεταξάς είχε προτείνει στην Βρετανία το 1938 την υπογραφή μια επίσημης συνθήκης συμμαχίας αλλά οι Βρετανοί  δεν ανταποκρίθηκαν φοβούμενοι να αναλάβουν νέες δεσμεύσεις. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939 από την Ιταλία, η Γαλλία και η Βρετανία εγγυήθηκαν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, με την προϋπόθεση ότι η Ελλάς θα αντιστεκόταν σε κάθε εξωτερική επίθεση .Βλ. Clogg, όπ, σ. 146 .

[10] Γεώργιος  Ε. Χρηστίδης , Τα Κουμουνιστικά Βαλκάνια , Εισαγωγή στην εσωτερική και εξωτερική πολίτικη στην Αλβανία , Βουλγαρία , Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945 – 1989 , Θεσσαλονίκη 2003 , σ . 68 .  

[11]  Σπυρίδων Σφέτας , «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002) , σ . 192

[12] Σφέτας ,ό.π, σ. 193 .

[13] Οι Σοβιετικοί ως γνωστόν το 1949 διέθεταν ήδη την ατομική βόμβα άλλα οι Γιουγκοσλάβοι πίστευαν ότι δεν θα κάνουν χρήση αυτής, για να μην προκαλέσουν ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο .  Βλ . Σφέτας ,ό.π, σ. 193.

[14]  Η Γιουγκοσλαβία και η Ιταλία ήταν σε διαμάχη σχετικά με το ζήτημα της Τεργέστης. Για το ζήτημα της Τεργέστης βλ , Gl. Sluga, The problem Trieste and the  Italo-Yugoslav Border. Difference, Identity, and Sovereignty in Twentieth-Century Europe, State Univesity of New York Press 2001.        

[15] Σφέτας , ό.π, σ. 194 .

[16] Σφέτας ,ό.π, σ.  195.

[17] Κωνσταντίνος Κατσάνος  ,Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά εγγραφα 1950 – 1967 , Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών ,Θεσσαλονίκη  2009 ,σ. 19  .

[18] Σφέτας ,ό.π, σ.  199 .

[19] Αυτόθι

[20]  Σφέτας ,ό.π, σ.  202 .

[21] Σφέτας ,ό.π, σ.   203  .

[22] Σπυρίδων Σφέτας , «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002) , σ. 203    

[23] Αναφερόμαστε στις επισκέψεις Σοφοκλή Βενιζέλου στην Άγκυρα και Ανταν Μεντερές στην Αθήνα την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1952 . Βλ Σπυρίδων Σφέτας, «Από τη Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας της Άγκυρας (28.2.1953) στη Συνθήκη  Συμμαχίας, Πολιτικής Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του Μπλεντ (9.8.1954): Η επίσκεψη του Στρατάρχη Τίτο στην Ελλάδα ( Ιούνιος 1954).» Αδημοσίευτο άρθρο, σ. 2 .

[24] Η Ελλάδα την εποχή αυτή ξεκινά  την περίοδο αυτή την ανακίνηση του Κυπριακού Ζητήματος . Βέβαια ακόμα οι τουρκικές αντιδράσεις είναι χαλαρές. Για το Κυπριακό βλ , Αλέξη Α.Δ Κύρου , Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική , β΄ έκδοση , Αθήνα 1972 , σ. 271 .

[25]  Για το ζήτημα της Τεργέστης βλ , Gl. Sluga, The problem Trieste and the  I talo-Yugoslav Border. Difference, Identity, and Sovereignty in Twentieth-Century Europe,  State Univesity of New York Press 2001.        

[26] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ. 3

[27] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ.  6 .

[28] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ .7 .

[29] Ι. Στεφανίδης, Ασύμμετροι εταίροι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο 1953-1961, Αθήνα 2005, σσ.199-234.   

[30] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ σ .8 – 9 .

[31] Για τα θέματα αυτά  βλ, Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ σ . 12 – 13 .

[32] Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία. Πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά 1950-1967 (επιμ. Κ. Κατσάνος. μτφ. Σταυρούλα Μαυρογένη), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών-Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Σερβίας, Θεσσαλονίκη 2009 , σ .92 .

[33]Το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ ορίζει ‘The Parties agree that an armed attack against one or more of them in Europe or North America shall be considered an attack against all and consequently they agree that, if such an armed attack occurs, each of them, in exercise of the right of individual or collective self-defence recognised by Article 51 of the Charter of the United Nations, will assist the Party or Parties so attacked by taking forthwith, individually and in concert with  the other Parties, such action as it deems necessary, including the use of armed force, to restore and maintain the security of the North Atlantic area. Any such armed attack and all measures taken as result thereof shall immediately be reported to the Security Council. Such measures shall be terminated when the Security Council has taken the measures necessary to restore andmaintain international peace and security. Βλ , Lawrence S. Kaplan ,NATO Divided NATO United : the evolution of an alliance ,σ σ .3-4 .

[34] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας,ό.π , σ. 19 .

[35] Την επισήμανση αυτή την έκανε ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα κατά την διάρκεια των συνομιλιών που έλαβαν χώρα στην Αθήνα κατά την επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1954 . Βλ Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ.  21 .

[36] Το Βήμα 6-6- 1954

[37] Από τις δηλώσεις του Τίτο και γιουγκοσλάβων αξιωματούχων προκύπτει η θέληση της Σοβιετικής Ένωσης να αναγνωρίσει τα λάθη του 1948 . Βλ , Σφέτας Εξομάλυνση ,ό.π , σ. 206 .

[38] Για τις διατάξεις της Συμμαχίας Βλ ,Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ. 36 .

[39]  Είναι η γνωστή Διακήρυξη του Βελιγραδίου που ήταν καρπός  της επίσκεψης του ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικήτα Χρουστσόφ στο Βελιγράδι τον Μάιο – Ιούνιο 1955 . Η επίσκεψη αυτή σηματοδότησε μια νέα εποχή στις σχέσεις ΕΣΣΔ – Γιουγκοσλαβίας . Βλ ,  Σπυρίδων Σφέτας , «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002) , σ.206 .

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s