Το sadik millet και η Ελληνική Επανάσταση

 Ποθητός Βαρβαρήγος

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

 

Το sadik millet και η Ελληνική Επανάσταση

Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε με συντομία τις σχέσεις των επαναστατημένων χριστιανικών πληθυσμών έναντι των Εβραίων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, διατυπώνοντας και μερικές κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους. Άλλωστε, η απόσταση του χρόνου και η γενναία ανανέωση της νεοελληνικής ιστοριογραφίας επιτρέπουν σήμερα μια ψυχραιμότερη αντιμετώπιση των γεγονότων, απαλλαγμένη από τις αδιέξοδες κορώνες ενός ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου.

    Εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι σχέσεις της ελληνορθόδοξης κοινότητας με τους Εβραίους χαρακτηρίζονταν από συνεχή και αμοιβαία εχθρότητα σε όλα τα επίπεδα του καθημερινού βίου. Βασική αιτία της αντίθεσης αποτελούσε η οικονομική προστριβή κατά τη μακραίωνη διάρκεια της τουρκοκρατίας αλλά και η αρχαιότερη θρησκευτική αντιπάθεια, καταφανής σε ποικίλες εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η ανάδειξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα στην περίοδο της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατέστησαν το εβραϊκό και το χριστιανικό στοιχείο τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας. Οι Εβραίοι μετά το διωγμό τους από τις ευρωπαϊκές χώρες, το 15ο και το 16ο αιώνα, εγκαταστάθηκαν στα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα του οθωμανικού κράτους. Το εμπόριο των σημαντικότερων αγαθών, η βιοτεχνία, η τοκογλυφική δραστηριότητα και το δουλεμπόριο περιήλθαν στα χέρια τους. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη σκληρού ανταγωνισμού και συγκρούσεων ανάμεσα στο λαό του Μωυσή και στους χριστιανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ένιωθαν να χάνουν την κυρίαρχη θέση τους στην εμπορική ζωή της αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκρουση αυτή αν συνεκτιμηθεί, η πίστη και η αφοσίωση που επέδειξαν οι Εβραίοι προς τους μουσουλμάνους κυριάρχους. Εκτός από τον αυστηρό μονοθεϊσμό που πρέσβευαν και οι δυο θρησκείες, τις συναφείς αρμοδιότητες των ιερέων τους, οι οποίοι λειτουργούσαν ως ερμηνευτές των θείων λόγων και τις κοινές θρησκευτικές συνήθειες, όπως για παράδειγμα την περιτομή και τις ίδιες διατροφικές συνήθειες, σημαντικότερος παράγοντας για την ανάπτυξη καλών σχέσεων ανάμεσα στις δυο θρησκευτικές ομάδες, υπήρξε η προνομιακή μεταχείριση των Εβραίων από την ιθύνουσα τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Εβραίοι έχαιραν ιδιαίτερης μεταχείρισης, διότι αφενός μεν  δεν συνδέονταν με τη θρησκεία των πολυπληθών ελλήνων ραγιάδων ούτε με αυτές των δυτικών εχθρών της αυτοκρατορίας (Αυστρία, Βενετία), αφετέρου δε ο Εβραϊσμός αποτελούσε μια θρησκεία χωρίς κράτος. Οι Εβραίοι στηρίζονταν στην οθωμανική εξουσία, ενώ οι Οθωμανοί είχαν υπό την προστασία τους, μια σημαντική ομάδα αλλόθρησκων υπηκόων, πολύτιμων για την οικονομία του κράτους αλλά και πιστών (sadik millet) που έμειναν μακριά από επαναστατικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. [1]

     Οι αντιθέσεις στο χώρο της οικονομίας προστέθηκαν σε ένα πλαίσιο προκαταλήψεων, που γεννούσαν η θρησκευτική μισαλλοδοξία και ο φυλετικός φανατισμός. Η λαϊκή ορθόδοξη παράδοση κληρονόμησε βαριά παράδοση αντι-ιουδαϊσμού, οι πρώτες μορφές της οποίας προσλάμβαναν τους Εβραίους ως υπεύθυνους για το θάνατο του Ιησού. Οι νεότερες εκδοχές της, οι οποίες αποτυπώθηκαν έντονα στην περίοδο της τουρκοκρατίας, επικεντρώθηκαν στις συκοφαντίες του αίματος, εναντίον αθώων Εβραίων, που κατηγορήθηκαν για ανθρωποθυσίες νεαρών χριστιανών αλλά και στον αντι-ιουδαϊκό λόγο της ορθόδοξης χριστιανικής κατήχησης των αμόρφωτων κληρικών και διαφόρων άλλων κηρύκων, που συνέγειραν το θρησκόληπτο ακροατήριο της εποχής. Η σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων κατοίκων των τουρκοκρατούμενων ελληνικών περιοχών για την ημέρα διεξαγωγής των παζαριών (Σάββατο ή Κυριακή), καλλιέργησε ένα εχθρικό κλίμα κατά των Εβραίων, το οποίο περιβλήθηκε από έντονο θρησκευτικό φανατισμό. Ο αντιεβραϊσμός της περιόδου βρήκε την εντονότερη και συστηματικότερη έκφρασή του στο έργο του Κοσμά του Αιτωλού.[2] Στη διδασκαλία του διάσημου ιεροκήρυκα του 18ου αιώνα συγκεντρώνονταν όλες οι προκαταλήψεις που επεξεργάστηκε το χριστιανικό ποίμνιο για τους Εβραίους ανταγωνιστές τους. Σκιαγραφώντας τον Εβραίο του καιρού του, έλεγε με παραστατικότητα:

Καθώς γεννηθή το Εβραιόπαιδον, αντί να το μαθαίνουν να προσκυνή τον Θεόν, οι Εβραίοι, παρακινούμενοι από τον πατέραν των τον διάβολον, ευθύς όπου γεννηθή, το μαθαίνουν να βλασφημά και να αναθεματίζει τον Χριστόν μας και την Παναγία μας· και εξοδεύουν πενήντα, εκατόν πουγγία να εύρουν κανένα χριστιανόπουλο να το σφάξουν, να πάρουν το αίμα του, και με εκείνο να κοινωνούν […] ο Εβραίος, όσον και άν είναι φίλος σου, πήγαινε, καλημέρισέ τον, και βάλε το αυτί σου να ακούσης τι σου λέγει. Εσύ τον εύχεσαι και τον χαιρετάς, και εκείνος σε καταράται και σου λέγει, κακή η μέρα σου, διότι η καλή μέρα είναι του Χριστού.[3]

    Τα κηρύγματα του Διαφωτισμού στην ελληνική παιδεία και πνευματική ζωή, δεν μετρίασαν τις σχέσεις μίσους και ανταγωνισμού μεταξύ των δυο θρησκευτικών ομάδων. Ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι Εβραίοι δέχτηκαν το σφυροκόπημα της φαναριώτικης ελίτ. Ο μέγας διερμηνέας της Πύλης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στο έργο του «τα Ιουδαϊκά» απέδιδε την κατηγορία της θεοκτονίας στους Εβραίους.[4] Ενώ από τη σκοπιά του ώριμου Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» έγραφε ότι η εβραϊκή θρησκεία «κάμει τον λαόν μισάνθρωπον» και θέλοντας ο ίδιος να θίξει τη δουλικότητα των ηγετικών ομάδων της τουρκοκρατίας, τις χαρακτήριζε «ανάδρους» με «εβραϊκή καρδιά».[5] Τέλος, και στο έργο του Αδαμάντιου Κοραή, φανερωνόταν η αγεφύρωτη εχθρότητα ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές ομάδες. Πολλές από τις απόψεις του θύμιζαν τη διδασκαλία του Κοσμά:

     Των Ιουδαίων πάλιν το πρός ημάς μίσος, αν και γεννημένον από αιτίας όχι διόλου ομοίας, ομοιάζει, ή μάλλον υπερβαίνει και αυτό το Τουρκικόν μίσος. Η θρησκεία των, ιερά και θεόσδοτος την αρχήν, μετεμορφώθη από τους Ραββίνους των εις θρησκείαν δεισιδαίμονα, εχθράν άσπονδον όλων των θρησκειών, και εξαιρέτως της χριστιανικής, την οποίαν κρίνουν, όχι ως πλήρωσιν, αλλʼ ως κατάλυσιν της ίδιας των θρησκείας.[6]

    Στη διάρκεια του Αγώνα, στις σχέσεις των επαναστατημένων Ελλήνων με τους Εβραίους αντικατοπτριζόταν η παγιωμένη από τους αιώνες εχθρότητα που χώριζε τις δύο ετερόδοξες ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εικόνα του Εβραίου συνδέθηκε με τις κοινές λαϊκές προκαταλήψεις και δοξασίες, οι οποίες αποτελούσαν απομεινάρια της τουρκοκρατίας,[7] με την προϊστορία των αρμονικών σχέσεων που είχε η εβραϊκή κοινότητα με τους μουσουλμάνους κυριάρχους καθώς και με την στάση που τήρησαν οι Εβραίοι στις περιπτώσεις του Κοσμά του Αιτωλού και του Διονυσίου του Σκυλοσόφου.[8] Η στάση των ελλήνων αγωνιστών απέναντι στους Εβραίους δεν διέφερε αρκετά από εκείνην έναντι των Οθωμανών. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα οι πρακτικές βίας, που ασκήθηκαν εναντίον τους ήταν χειρότερες από εκείνες που υπέστησαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Από την άλλη μεριά οι Εβραίοι, την ώρα της εξέγερσης των Ελλήνων, έμειναν πιστοί στην τοπική εξουσία, υπακούοντας στο ταλμουδικό ρητό, σύμφωνα με το οποίο: «ο νόμος του κράτους είναι ο νόμος». Σύμφωνα μάλιστα με το Bernard Pierron: «η δίψα για ελευθερία του ελληνικού λαού δεν δικαιολογούσε καθόλου στα μάτια των Οθωμανών Ισραηλιτών την καταπάτησή του».[9] Επιπλέον, οι Εβραίοι των χριστιανικών εδαφών, εκτεθειμένοι και απροστάτευτοι στο αντι-ιουδαϊκό μίσος που διαμορφώθηκε στους αιώνες της σκλαβιάς, σε αντίθεση με τους ομοδόξούς τους των ανατολικότερων εδαφών της αυτοκρατορίας που είχαν μια σχετική ασφάλεια, φοβούνταν την προοπτική μιας χριστιανικής κυριαρχίας, περισσότερο από την πραγματικότητα του οθωμανικού ελέγχου.[10]

      Η εξέλιξη των γεγονότων, με την έκρηξη του πολέμου, επιβεβαίωσε τις προκαταλήψεις και τις υποψίες των Ελλήνων για τους Εβραίους. Σημαντικότερος παράγοντας στάθηκε το πλέον γνωστό επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης, ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη και η κακομεταχείριση του νεκρού σώματος από τον εβραϊκό όχλο της Πόλης. Ο βρετανός κληρικός Robert Walsh, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Κωνσταντινούπολη, έγραφε: «στο τέλος της τρίτης μέρας το σώμα κατέβηκε από τη αγχόνη και μια ομάδα Εβραίων το έσυρε από το σκοινί, με το οποίο είχαν κρεμάσει τον πατριάρχη, επιθυμώντας να το ρίξουν στη θάλασσα. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, αλλά το σώμα σύρθηκε στους δρόμους μιας βρώμικης αγοράς γεμάτης απορρίμματα κάθε ειδών που άφηναν πίσω τους τα βρώμικα πλήθη […] η συμπεριφορά των Εβραίων στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρήθηκε ως ένδειξη του θανατηφόρου μίσους που έτρεφαν για τους Χριστιανούς».[11]

      Η διάδοση της πράξης αυτής των Εβραίων συνδυάστηκε στη συλλογική συνείδηση των ελλήνων αγωνιστών με εκείνην προς τον Ιησού. Οι φήμες που συνόδευαν αυτό το γεγονός πυροδότησαν ένα κύμα αντι-ιουδαϊκής υστερίας σε όλες τις πόλεις της επαναστατημένης Ελλάδας, στις οποίες επικρατούσαν τα ελληνικά στρατεύματα. Οι εβραϊκοί πληθυσμοί σφαγιάστηκαν και οι κοινότητες τους λεηλατήθηκαν, με την ίδια δολοφονική μανία που εκδηλώθηκε και εναντίον των μουσουλμανικών πληθυσμών, ως αντίποινα για τη βεβήλωση του σώματος του πατριάρχη. Αποκορύφωμα των αντιεβραϊκών επιθέσεων στη διάρκεια του Αγώνα στάθηκε η κατάληψη της Τριπολιτσάς από τις ελληνικές δυνάμεις. Ήδη από το ξέσπασμα της Επανάστασης ένας μεγάλος αριθμός Εβραίων της Πελοποννήσου, αναζήτησε καταφύγιο στην πόλη της Τριπολιτσάς, στην οποία υπήρχε παραδοσιακή ελληνο-εβραϊκή κοινότητα.[12] Στις παραμονές της εισόδου των Ελλήνων στην πόλη επιφανείς Μουσουλμάνοι και Εβραίοι κάτοικοι, προσπάθησαν να εξαγοράσουν με τεράστια ποσά, τη ζωή τους. Από την άλλη οι πολιορκητές προσπάθησαν να επωφεληθούν ο καθένας για λογαριασμό τους, από τα αμύθητα πλούτη της Τριπολιτσάς. Στις διαπραγματεύσεις, οι Εβραίοι αντιμετώπισαν την ειρωνεία και τον εμπαιγμό των πολιορκητών· έγραφε χαρακτηριστικά ο Raybaud:

       Είδα έναν Εβραίο με τεράστια περιουσία, τον τραπεζίτη του βεζύρη, να φτάνει αρματωμένος, καθώς το επέτρεπε το αξίωμά του, στη σκηνή του Κολοκοτρώνη για να εξαγοράσει τη ζωή του και των παιδιών του. Στη ζώνη του είχε μια χατζάρα και δυο πιστόλια αστραφτερά από το χρυσό και τα κοσμήματα. Εβραίος και αρματωμένος δεν ματακούστηκε! Είπε ο Κολοκοτρώνης. Και αφού του πήρε τα πλούσια όπλα, άρχισαν τις διαπραγματεύσεις. Του υποσχέθηκε να σώσει αυτόν και την οικογένειά του για 400.000 γρόσια (266.000 φράγκα).[13]

Οι υπόλοιποι, οι φτωχοί Εβραίοι της πόλης,«εθανατώθησαν με περισσότερη εχθρότητα, διότι οι Έλληνες απεστρέφοντο αυτό το Έθνος εκ πατρικής παραδόσεως διά την σταύρωσιν του Ιησού Χριστού, και διά τας νεωστί γενομένας υπʼ αυτών κατά των Ελλήνων ύβρεις εις Κωνσταντινούπολιν, και ιδίως διά τον εμπαιγμόν, τον οποίον έκαμαν είς το πτώμα του απαγχονισθέντος Πατριάρχου Γρηγορίου».[14]

     Ο χαλασμός των Εβραίων της Τριπολιτσάς δεν ήταν απλώς παράπλευρες απώλειες του πολέμου. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά βασανίστηκαν και κάηκαν ζωντανοί χωρίς καμιά εξαίρεση πληρώνοντας το άγριο αντι-ιουδαϊκό μίσος που έσπειρε σʼ ολόκληρη την Ελλάδα η είδηση για το ρόλο των ομόθρησκών τους στην εκτέλεση του πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη. Ο William Martin Leake έγραφε το 1826: «αρκεί να διαπιστωθεί ότι κάθε είδους υπερβολή δέχτηκαν οι Τούρκοι και οι Εβραίοι κάτοικοι αυτής της δύστυχης πόλης που μια αχαλίνωτη αγριότητα και μια δίψα για λαφυραγωγία θα μπορούσε να επιβάλλει».[15] Οι μαρτυρίες για τον αριθμό των θυμάτων ποικίλλουν· κάποιες αναφέρουν ότι από έναν πληθυσμό 30.000 ανθρώπων σκοτώθηκαν 5.000 Εβραίοι, ενώ άλλες, περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα, κάνουν λόγο για 1.000 ψυχές. Το βέβαιο είναι ότι η εβραϊκή κοινότητα της πόλης, όποιος και αν ήταν ο αριθμός των μελών της, καταστράφηκε οριστικά.[16]

      Η περίπτωση της σφαγής των Εβραίων της Τριπολιτσάς δεν είναι αρκετή προκειμένου να διαπιστώσουμε τις διαθέσεις των Ελλήνων προς τους εβραϊκούς πληθυσμούς των απελευθερωμένων περιοχών, λόγω του μίσους και της αιματηρής συμπεριφοράς που χαρακτήριζαν τις πράξεις των επαναστατών τις μέρες της άλωσης. Τα γεγονότα της κατάληψης του Βραχωρίου (Αγρινίου) λίγους μήνες νωρίτερα πιστοποίησαν τα αντιεβραϊκά αισθήματα που ήταν φωλιασμένα στις συνειδήσεις των ελλήνων αγωνιστών. Η πόλη παραδόθηκε στις 10 Ιουνίου 1821, αφού οι Μουσουλμάνοι υπερασπιστές έλαβαν τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις από τους Έλληνες οπλαρχηγούς. Οι Οθωμανοί και οι Αλβανοί του Βραχωρίου διασώθηκαν, αφού διασκορπίστηκαν στις γύρω περιοχές, ενώ οι ευκατάστατοι μπέηδες και αξιωματούχοι με τις οικογένειες τους τέθηκαν υπό την άμεση προστασία των καπεταναίων της περιοχής. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης, ο οποίος εξοντώθηκε και λαφυραγωγήθηκε από τις εξαγριωμένες ένοπλες ομάδες ατάκτων.[17] Ας δούμε πως περιέγραψε το γεγονός ο Τρικούπης:

Οι δε εν Βραχωρίω Τούρκοι και Εβραίοι παρεδόθησαν την 9 επί ασφαλεία ζωής και τιμής· και οι μεν μπέηδες δεν εκακόπαθαν, ως υπό την προστασίαν των δυνατών οπλαρχηγών, και ουδείς των άλλων Τούρκων εφονεύθη· οι δε Εβραίοι υπέφεραν τα πάνδεινα, και οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς επί προφάσει, ότι οι ομόπιστοί των έσυραν εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως το σώμα του Πατριάρχου.[18]

    Καθώς ο πόλεμος εξαπλωνόταν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, όλοι οι εβραϊκοί πληθυσμοί είχαν την ίδια μοίρα, με αυτών της Τριπολιτσάς και του Βραχωρίου. Όσοι γλίτωσαν από τις σφαγές και τις λεηλασίες κατέφυγαν σε διάφορα εβραϊκά κέντρα της αυτοκρατορίας ( Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Βόλος κ.ά.).[19]

   Το σημαντικότερο στοιχείο όμως που διέκρινε τις σχέσεις Εβραίων και Ελλήνων στη διάρκεια του Αγώνα, αποτέλεσε η νομιμοφροσύνη των πρώτων στην τουρκική εξουσία. Το μεγαλύτερο μέρος των φιλειρηνικών Εβραίων εμπόρων έμεινε πιστό στο ταλμουδικό αξίωμα, κρατώντας ουδέτερη στάση στην εξέγερση των Ελλήνων. Ωστόσο, υπήρχαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι Εβραίοι συμπαραστάθηκαν στην καταστολή διαφόρων τοπικών εξεγέρσεων αλλά και συμμετείχαν στις σφαγές και στις λαφυραγωγίες αμάχων που ακολουθούσαν. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στάθηκε η στενή συνεργασία των εβραϊκών πληθυσμών με τις οθωμανικές αρχές στην καταστολή των επαναστατικών κινημάτων στη βόρεια Ελλάδα. Η αρχή έγινε αμέσως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Χαλκιδική, όταν διαδόθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης η είδηση της εξόντωσης της οθωμανικής φρουράς του Πολυγύρου (Μάιος 1821). Τότε ξέσπασαν φοβερά αντίποινα εναντίον της χριστιανικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης από φανατισμένο μουσουλμανικό όχλο, με τον οποίο συνέπραξε ένας μεγάλος αριθμός Εβραίων της πόλης.[20] Στην καταστολή του κινήματος της Χαλκιδικής, το οποίο εξαπλώθηκε μέχρι τα προάστια της Θεσσαλονίκης, συνέδραμε και στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από άτακτους Εβραίους.[21] Ο Pouqueville, περιγράφοντας τις πολεμικές συγκρούσεις στη συγκεκριμένη περιοχή, σημείωνε τα εξής: «Οι Τούρκοι παρέμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης, βοηθούμενοι από ένα πλήθος Εβραίων. Αυτοί στο τέλος ήταν απασχολημένοι με την περισυλλογή κομμένων κεφαλιών, με τα οποία έσπευσαν να κάνουν την θριαμβευτική τους είσοδο στη Θεσσαλονίκη».[22] Η συνέχεια, της σύμπραξης των Εβραίων με τις μουσουλμανικές αρχές, δόθηκε στην καταστροφή της Νάουσας το επόμενο έτος. Ο άμαχος πληθυσμός της πόλης αφέθηκε στο έλεος των εβραίων ενόπλων που ακολούθησαν τον οθωμανικό στρατό στην εκστρατεία στη περιοχή του Ολύμπου. Τα άτακτα εβραϊκά σώματα ανέλαβαν το ρόλο των εκτελεστών: «Παρέδωκαν δʼ έως δυο χιλιάδας άνδρας εις τους Εβραίους, οίτινες ήσαν οι εκούσιοι δήμιοι του Αβδούλ Αμπούτ, και τους εφόνευσαν εις το Μεγάλον Κιόσκι έξω της πόλεως, κτυπώντες με ρόπαλα κατακέφαλα και σφάζοντες επομένως αυτούς ωσάν τους βόας».[23] Ωστόσο, η αιτία όλων αυτών των γεγονότων ήταν ο μακροχρόνιος οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Με τις λεηλασίες, τις σφαγές και τις κάθε είδους αυθαιρεσίες εναντίων του χριστιανικού στοιχείου της Θεσσαλονίκης και της βόρειας Ελλάδας γενικότερα, οι Ισραηλίτες εξασφάλισαν τον εμπορικό έλεγχο της περιοχής, πλήττοντας τη δραστήρια και ανταγωνιστική ελληνική κοινότητα, η οποία περιορίστηκε δραματικά σε 3-4.000 άτομα.[24]

    Επίσης, οι Εβραίοι συμμετείχαν ενεργά, πάντα στο πλευρό των Οθωμανών, στα θλιβερά γεγονότα της Χίου που συγκλόνισαν την Ευρώπη. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου, στο οποίο κλείστηκε η οθωμανική φρουρά της Χίου, από το σαμιακό αποβατικό σώμα του Λυκούργου Λογοθέτη, πολλοί Εβραίοι του νησιού συμμετείχαν στην απώθηση των επαναστατών αλλά και στον ανεφοδιασμό των Οθωμανών, με τρόφιμα που στέλνονταν από ομόθρησκούς τους από το Τσεσμέ. Το δράμα όμως ξεκίνησε με την απόβαση ισχυρού οθωμανικού στρατού στο νησί, ο οποίος ρίχτηκε με μανία στον απροστάτευτο άμαχο πληθυσμό του νησιού. Οι Εβραίοι και εδώ επωμίστηκαν το ρόλο των εκτελεστών αλλά και των διαπομπευτών των νεκρών σωμάτων των Χριστιανών. Ο Antonio Pasqua στο ημερολόγιό του έγραφε: «Ο πασάς έδωσε οδηγίες στους Εβραίους να κατεβάσουν τους κρεμασμένους. Αυτοί αφού πήραν τα όπλα τους και τρεις σημαίες έφυγαν από το κάστρο. Ακολουθώντας τις διαταγές πήραν τα άψυχα κορμιά και τα πέταξαν στη θάλασσα». Στα μακάβρια αυτά γεγονότα συμμετείχαν και Εβραίοι από την πόλη της Σμύρνης, οι οποίοι πολύ συχνά δεχόντουσαν επιθέσεις από τους Χριστιανούς της περιοχής, κυρίως λόγω της περίφημης συκοφαντίας του αίματος.[25]

     Πολλές φορές οι έλληνες επαναστάτες υποπτεύονταν τους Εβραίους ως κατασκόπους και πράκτορες των Οθωμανών. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στους προκρίτους της Ύδρας:

εδώ έπιασα και κάμποσους τζασίτηδες (κατάσκοποι)· ο ένας είναι Εβραίος Ζακύνθιος και προ πολλού έγινε Τούρκος και τώρα έγινε Χριστιανός και εμαρτύρησεν ότι έχει και άλλους είκοσι συντρόφους ακόμη να περιφερθούν εις τα μέρη μας και να τους δώσει χέρι να σκοτώσουν καπεταναίους και άλλαις προδοσίαις ακόμη εμαρτύρησεν.[26]

    Επίσης, στα κείμενα και στις προκηρύξεις του Αγώνα οι Εβραίοι ταυτίζονταν με την έννοια του δειλού και αποτελούσαν συνώνυμο της βρισιάς και της απαξίωσης. Ανέφερε η προκήρυξη της προσωρινής Διοίκησης στα 1822, προς τους νησιώτες: «τί φοβείσθε τα τουρκικά καράβια, ωσάν να ήσαν μέσα σʼ αυτά Υδραίοι ή Σπετσιώται ή Ψαριανοί; Δεν είναι άλλοι μέσα παρά Εβραίοι, Αρμένιοι και Ανατολίται»,[27] ενώ ο Μακρυγιάννης έγραφε σχετικά: «Και ήρθαν εκεί εις τα χαρακώματα τους πολλά πλησίον μας και μας βρίζαν και μας έλεγαν ανάντρους κι Οβραίους».[28]

     Το αντιεβραϊκό μίσος που εκδηλώθηκε στα χρόνια της Επανάστασης ήταν απόρροια των αρνητικών λαϊκών προκαταλήψεων που οικοδομήθηκαν στη διάρκεια αιώνων, το οποίο προκαλούσε θανατηφόρες και καταστροφικές πρακτικές, δημιουργώντας και συντηρώντας για μεγάλο διάστημα ένα κλίμα μίσους και καχυποψίας. Εκτός όμως από τις θρησκευτικές διαφορές, που ανάγονταν στα χρόνια του Ιησού και επανεμφανίστηκαν με χαρακτηριστική έξαρση στην περίοδο της τουρκοκρατίας, οι οικονομικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα τις δυο κοινότητες και το ιδιαίτερο πλαίσιο που καθόριζε τις σχέσεις των Εβραίων με τον κατακτητή, ενίσχυσαν αποτελεσματικά τη διαμάχη στους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής που δεν άγγιξαν οι θρησκευτικές αντιθέσεις.[29] Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι οι αντιεβραϊκές πεποιθήσεις και πράξεις που εμφανίστηκαν στον Αγώνα, δεν συνδέονταν με την νεωτερική έννοια του αντισημιτισμού, η οποία διαμορφώθηκε στη Γερμανία τη δεκαετία του 1870 και στηριζόταν σε ρατσιστικές αντιλήψεις που προσλάμβαναν τους Εβραίους ως απογόνους μιας κατώτερης φυλής, αλλά εντάσσονταν σε ένα κλίμα παραδοσιακού χριστιανικού αντιουδαϊσμού που πρόσαπτε στους Εβραίους την κατηγορία της θεοκτονίας.[30]

     Τέλος, προκειμένου να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε ως ένα βαθμό την άσχημη μεταχείριση των Εβραίων από τους έλληνες αγωνιστές, είναι απαραίτητο να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή σε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης. Άμεση συνέπεια των αποτυχημένων κινημάτων στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο ήταν να περιοριστεί η επανάσταση στην Πελοπόννησο και στην κεντρική Ελλάδα, αποκλείοντας έτσι σημαντικές περιοχές, στις οποίες αναπτύχθηκε πλούσια δραστηριότητα σε σημαντικούς τομείς της αστικής και εμπορικής ζωής. Επομένως στα επαναστατικά σώματα της νότιας Ελλάδας δεν συμμετείχαν μέλη της αστικής τάξης, τα οποία είχαν επαφές μέσω του εμπορίου με Εβραίους της κεντρικής Ευρώπης, αλλά αγρότες και πολυάριθμες ομάδες κλεφτών και αρματολών· σε αυτούς η εικόνα των Εβραίων συνδεόταν με τις κοινές θρησκευτικές προκαταλήψεις της εποχής. Καθώς λοιπόν, οι φόνοι και οι λεηλασίες αποτελούσαν για τα υποσιτισμένα και κακοπληρωμένα μέλη των ποικίλων αυτών ομάδων αναπόσπαστο κομμάτι ενός συνολικότερου τρόπου ζωής, οι πλούσιοι πληθυσμοί των Εβραίων ήταν ο εύκολος στόχος, πόσο μάλλον όταν ανάμεσα σʼ αυτούς και στους μουσουλμάνους αντιπάλους είχε αναπτυχθεί στενή συνεργασία.[31]


[1] Bruce Masters, «Jews», στο Gabor Agoston και Bruce Masters (επιμ.), Encyclopedia of the Ottoman Empire, New York 2009, σ. 300-303. Μαρία Ευθυμίου, Εβραίοι και Χριστιανοί στα τουρκοκρατούμενα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου: οι δύσκολες πλευρές μιας γόνιμης συνύπαρξης, Αθήνα 1992, σ. 28-29, 97-98. Για την υπακοή των Εβραίων, σημειώνει χαρακτηριστικά: « Ως sadik millet, πιστό δηλαδή millet, χαρακτηρίζεται από τους Οθωμανούς το εβραϊκό millet, που συνδέεται τόσο στενά με το κυρίαρχο μουσουλμανικό, ώστε κατά την τουρκική παροιμία να «μην ξεχωρίζει ο Εβραίος από τον Τούρκο, όπως το δάχτυλο από το νύχι».

[2] Μάρκος Α. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς Αιτωλός και η εποχή του, Αθήνα 1972, σ. 234-235. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι στη θρησκευτική πολεμική του Κοσμά του Αιτωλού, διαγράφονταν οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων έναντι των Εβραίων. «Πως σας βαστά η καρδιά-τους τόνιζε- να κάνετε πραγματείας με τους Εβραίους; Εκείνος όπου συναναστρέφεται με τους Εβραίους, αγοράζει και πωλεί, τι φανερώνει; Φανερώνει και λέγει, πως καλά έκαναν οι Εβραίοι και εθανάτωσαν τους προφήτας και όλους τους διδασκάλους και όλους τους καλούς».

[3] Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης, Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779): (συναξάριον- διδαχαί -προφητείαι-ακολουθία), Αθήνα 1971, σ. 181-182. Ωστόσο, πρέπει να προσθέσουμε ότι και στις αντιλήψεις της μουσουλμανικής κοινωνίας διαμορφώθηκε  ένα αντιεβραϊκό κλίμα, το οποίο, σύμφωνα με τον Πάλλη, παρουσιάστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα. Καθοριστικός παράγοντας στάθηκε η παρουσία μαροκινών προσφύγων στην αυτοκρατορία, πρόσφυγες κι αυτοί από την Ισπανία, οι οποίοι «κουβαλούσαν» αντιεβραϊκές νοοτροπίες και προκαταλήψεις, επηρεασμένοι από το κλίμα του ισπανικού φανατισμού. Ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές των θρησκευτικών αντιπαθειών απέναντι στους Εβραίους που διακρίνουν τους Μουσουλμάνους της εποχής, έτσι όπως αποτυπώνονται στις μαρτυρίες του Εβλιγία Τσελεμπή. Ο Πάλλης γράφει χαρακτηριστικά: «Ξέρομε πως ο Εβλιγία σύχναζε πολύ στα μουσουλμανικά σπίτια του Γαλατά κι έτσι ήταν φυσικό να είναι επηρεασμένος από τα αντισημιτικά φρονήματα των κατοίκων. Άλλωστε ο Εβλιά, βαθύς μελετητής του Κορανίου, μεταχειρίζεται για τους Εβραίους τις ίδιες φράσεις που βρίσκομε στο Κοράνι. Ο Προφήτης εκεί χαρακτηρίζει τους Εβραίους “εχτρούς αμείλιχτους των Μουσουλμάνων”»: Α. Α. Πάλλης, Σελίδες από τη ζωή της παλιάς γενιτσαρικής Τουρκίας. Κατά την περιγραφή του Τούρκου περιηγητή του 17ου αι Εβλιγία Τσελεμπή, Αθήνα 1990, σ. 58-61.

[4] Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ιστορία ιερά ήτοι τα Ιουδαϊκά, Βουκουρέστι 1716, σ. 211.

[5] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία. Ήτοι λόγος περί ελευθερίας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 139, 149.

[6] Αδαμάντιος Κοραής, Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους, Αθήνα 1933, σ. 12-13.

[7] Maria Efthymiou, «Official Ideology and Lay Mentality during the Greek Revolution: Attitudes towards the Jews», στο Minna Rozen (επιμ.), The Last Ottoman Century and beyond. The Jews in Turkey and the Balkans (1880-1945), Tel Aviv 2002, σ. 39.

[8] Ήταν ευρύτατα διαδεδομένες στα λαϊκά στρώματα, οι φήμες που οικοδομήθηκαν γύρω από την εκτέλεση του Κοσμά του Αιτωλού, οι οποίες αφορούσαν την κατηγορία της δωροδοκίας των Οθωμανών αξιωματούχων εκ μέρους των Εβραίων προκειμένου να απαλλαγούν από την ανεπιθύμητη δράση του φλογερού ιεροκήρυκα. Μαρία Ευθυμίου, ό.π., σ. 128-129. Στη περίπτωση του Διονυσίου του Σκυλοσόφου, ο ρόλος των Εβραίων είναι ξεκάθαρος. Οι Εβραίοι συνέλαβαν τον Διονύσιο και τον παρέδωσαν στους Τούρκους. Στη συνέχεια τον οδήγησαν στην πλατεία των Ιωαννίνων, όπου τον έγδαραν ζωντανό, ενώ τους συνεργάτες του, τους έκαψαν ζωντανούς μετά από φρικτά βασανιστήρια. Θωμάς Β. Παπακωνσταντίνου, Τα επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του Σκυλοσόφου, Μητροπολίτη Λάρισας. Στη Θεσσαλία στα 1600 και στην Ήπειρο στα 1611 (ανέκδοτα έγγραφα από τα αρχεία της Βιέννης), Αθήνα 2000, σ. 64-65.

[9] Bernard Pierron, Εβραίοι και Χριστιανοί στη Νεότερη Ελλάδα. Ιστορία των διακοινοτικών σχέσεων από το 1821 ως το 1945, μτφρ. Γιώργος Σαρατσιώτης, Αθήνα 2004, σ. 31. Στο Δευτερονόμιο, ένα από τα ιερά βιβλία της εβραϊκής Βίβλου, αναφέρεται το εξής: «ο Ισραηλίτης δε εκείνος, ο οποίος εν τω εγωϊσμώ του δεν θα ήθελε να υπακούση εις την απόφασιν του αρχιερέως του προσφέροντος τας υπηρεσίας του πλησίον του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου, ή δεν ήθελε να υπακούση στον εντεταλμένον κριτήν, ο οποίος δικάζει κατά την περίοδον εκείνην, ο ανυπάκουος αυτός ο άνθρωπος θα τιμωρηθή δια θανάτου και έτσι θα αποβάλης τον πονηρόν εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού». Δευτ. 17, 12.

[10] K. E. Fleming, Greece: A Jewish History, Princeton 2008, σ. 15.

[11] Robert Walsh, A Residence at Constantinople during a Period Including the Commencement, Progress and Termination of the Greek and Turkish Revolutions, London 1836, τόμ. 1., σ. 316-317. Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή ενός Έλληνα ανώνυμου συγγραφέα, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων: «οι Εβραίοι τον τραβούσαν από τον λαιμόν μέσα εις τους δρόμους φωνάζοντες, ας κατέβη ο Χριστός σου να σε αναστήσει περιπέζοντας, έπειτα τον έριξαν εις την θάλασσαν κατά την συνήθειαν, δένοντες πέτραις δια να βουλήση, οποίος έπλεεν εις όψιν της θάλασσας τέσσερες ημέραις». Ανώνυμος, Απομνημονεύματα (Αι σφαγαί της Κωνσταντινουπόλεως), Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Αθήνα 1956, σ. 221-222.

[12] Fleming, ό.π., σ. 16-17.

[13] Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’independance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique, par Alph. Rabbe, Paris 1824, τόμ. 1, σ. 455-456.

[14] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα χ.χ., τόμ. 1, σ. 251-252. Η αντίληψη για τη συλλογική ευθύνη των Εβραίων για τη σταύρωση του Ιησού, αποτυπώθηκε και στις βιαιότητες των Ελλήνων εναντίον της εβραϊκής κοινότητας της Χίου, όπου τους αιχμάλωτους Εβραίους τους σταύρωναν στα δέντρα. Ανδρέας Μάμουκας, «Διήγησις περι της καταστροφής της Χίου», στο Γ. Π. Κουρνούτος (επιμ.), Το Απομνημόνευμα 1453-1953, σ. 191.

[15] William Martin Leake, An Historical Outline of the Greek Revolution with a few Remarks on the Present State of Affairs in that Country, London 1826, σ. 55.

[16] Fleming, ό.π., σ. 17. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ´21, τόμ. 1, σ. 384. Ο Σπηλιάδης συγκεριμένα ανέφερε ότι: «εφόνευσαν και έκαυσαν όλους τους Εβραίους, οίτινες υπήρχον αυτόθι, έως πενήντα οικογένειαι». Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, ήτοι, ιστορία της επαναστάσεως των Ελλήνων, Αθήνα 2007 τόμ. 1, σ. 231.

[17] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860, σ. 343.

[18] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1978, τόμ. 1, σ. 266. Όσον αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό, είναι ενδιαφέρουσα η άποψη του Γ. Μαργαρίτη: «Πώς να συμπεριλάβουν οι συμφωνίες ανθρώπους των οποίων η θρησκευτική ιδιαιτερότητα αποτελούσε βρισιά, τόσο στο χριστιανικό όσο και στο μουσουλμανικό λεξιλόγιο της εποχής». Γιώργος Μαργαρίτης, «Ελληνικός αντισημιτισμός: μια περιήγηση, 1821, 1891, 1931», στο Ο Ελληνικός εβραϊσμός-επιστημονικό συμπόσιο, Αθήνα 1998, σ. 18.

[19] Fleming, ό.π., σ. 17.

[20] Απόστολος Παπαγιαννόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 156-157.

[21] Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνικη Επανάσταση (1821-1829). Οι προϋποθέσεις (1813-1822) και οι βάσεις της, Θεσσαλονίκη 1974, τόμ. 5, σ. 478.

[22] François Pouqueville, Histoire De La Régénération De La Grèce: Comprenant Le Précis Des Événements Depuis 1740 Jusqu’en 1824, Paris 1824, τόμ. 3, σ. 59.

[23] Σπηλιάδης, ό.π., σ. 294. Περισσότερες αναφορές για τη συμμετοχή των Εβραίων στις σφαγές στη Νάουσα, περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Ν. Γ. Φιλιππίδη, Η επανάστασις και καταστροφή της Ναούσης: Ιστορική πραγματεία, Αθήνα 1881, σ. 66-67.

[24] Bernard Pierron, ό.π., σ. 33. Βασίλης Κ. Γούναρης, «Θεσσαλονίκη, 1830-1912: ιστορία, οικονομία και κοινωνία», στο Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Τοις αγαθοίς Βασιλεύουσα. Θεσσαλονίκη. Ιστορία και πολιτισμός, Θεσσαλονίκη 1997, τόμ. 1, σ. 165. Πρέπει επίσης να σημειωθεί το εμπόριο λαφύρων από Εβραίους, στις λεηλατημένες από τους Οθωμανούς ελληνικές περιοχές. Ιωάννης Βασδραβέλλης, Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας: Αρχείον Βερροίας-Νάουσας 1589-1886, Θεσσαλονίκη 1954, σ. 295.

[25] Philip P. Argenti, The Religious Minorities of Chios: Jews and Roman Catholics, Cambridge 1970, σ. 172-175. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι η διάχυση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεών της Επανάστασης στην Ευρώπη συνετέλεσαν στην εκδήλωση φιλελληνικών αισθημάτων στους εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Εβραίους. Για τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εβραϊκού φιλελληνισμού και για την προσφορά του στα χρόνια του Αγώνα βλ. Σπύρος Δ. Λουκάτος, «Εβραϊκός Φιλελληνισμός στα χρόνια του ʼ21», Πελοποννησιακά, 16, (1986), 520-534.

[26] Τάκης Λάππας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αθήνα χ.χ., σ. 172.

[27] Ευθυμίου, ό.π., σ. 183. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, επιπλέον, υπαινίσσεται ο απόλεμος χαρακτήρας των εβραϊκών πληθυσμών, αφού οι Εβραίοι συνδέονταν με τη στερεότυπη εικόνα του φιλήσυχου εμπόρου.

[28] Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα. Απάνθισμα μελετημάτων, Γ. Βλαχογιάννη (επιμ.), Αθήνα 1977 σ. 256.

[29] Οι οικονομικοί ανταγωνισμοί που υπέθαλπαν τις βιαιοπραγίες εναντίον των εβραϊκών κοινοτήτων, προσέλκυσαν το ενδιαφέρον της αριστερής ιστοριογραφίας. Ο Γ. Ζέβγος, αναφερόμενος στα γεγονότα της Τριπολιτσάς, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Με ιδιαίτερο φανατισμό σκότωναν τους Εβραίους γιατί αυτοί, λέει, σύραν το νεκρό του πατριάρχη στους δρόμους. Κι αυτό έγινε σʼ όλη την επαναστατημένη Ελλάδα, έτσι που οι Εβραίοι ξεκαθαρίστηκαν. Το εμπορικό κεφάλαιο βρήκε τον τρόπο να γλυτώσει από τους πιο σοβαρούς του ανταγωνιστές». Γιάννης Ζέβγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, τόμ. 1, Αθήνα 1945, σ. 55.

[30] Γιώργος Μαργαρίτης, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες: Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας. Εβραίοι, Τσάμηδες, Αθήνα 2005, σ. 27-28. Εντγκάρ Μορέν, Ο νεωτερικός κόσμος και το εβραϊκό ζήτημα, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, Αθήνα 2007, σ. 275

[31] Efthymiou, ό.π., σ. 34-37.

2 thoughts on “Το sadik millet και η Ελληνική Επανάσταση

  1. Ο/Η Akis Varv λέει:

    Ευχαριστούμε για τις παρατηρήσεις και τα διευκρινιστικά σχόλια.
    Όσον αφορά τα αντίστοιχα στερεότυπα της εβραικής κοινότητας δεν υπάρχει επαρκής βιβλιογραφία αναφορικά με το θέμα. Ως αποτέλεσμα των ποικίλων ιδεολογικων συμπλέγμάτων, παρουσιάζεται ένα μεγάλο κενό στη μελέτη των Ελληνο-εβραϊκών σχέσεων. Οι πολιτικές επιλογές και αποφάσεις των Εβραίων,ιδιαίτερα στην περίοδο του Αγώνα, πηγάζανε από τις νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τον θρησκευτικό και κοινωνικό βίο των Ισραηλιτών. Οι πολυσύνθετες όψεις της Επανάστασης, όπως και κάθε ιστορικής περιόδου, φωτίζονται με συνεχείς μελέτες και έρευνες που δεν είναι ποτέ οριστικές.
    Βαρβαρήγος Ποθητός

  2. Πολύ καλό και χρήσιμο το κείμενο.

    Θα ήταν πληρέστερο όμως και ακόμα χρησιμότερο, εάν παρουσιάζονταν και τα αντίστοιχα στερεότυπα των εβραίων για τους ελληνορθόδοξους, καθώς και η πολιτική τους στάση κατά την εποχή των εξεγέρσεων των ρωμιών και ειδικά σε περιοχές που υπέστησαν κατά καιρούς την οθωμανική και νεοτουρκική βία, όπως η Θεσσαλονίκη (1821, 1910)…..

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s