Η Νεότερη Νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου. Μια συνοπτική επισκόπηση.

Τρίμμης Προκόπιος Κωνσταντίνος

Η Νεότερη Νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου. Μια συνοπτική επισκόπηση.

Εισαγωγή

Ο ρόλος που παίζει το σπήλαιο στην ανθρώπινη ιστορία είναι σημαντική και αναμφισβήτητη. Στον παρόν άρθρο μας ενδιαφέρει να δούμε τη θέση του σπηλαίου στο Νεολιθικό Αιγαίο και ιδιαίτερα στη Νεότερη Νεολιθική.
Η έρευνα τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει καταλήξει ότι στον Αιγιακό χώρο και κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής, τα σπήλαια δεν αποτέλεσαν ποτέ κύριες θέσεις, μόνιμης εγκατάστασης ομάδων (group). Αντίθετα, τα σπήλαια παρατηρούνται ως δορυφορικές και εξαρτημένες θέσεις οικισμών (Σάμψων 2006 , Trantalidou et all 2010). Δηλαδή στα σπήλαια δεν ήταν μόνιμα εγκατεστημένη μια ομάδα ανθρώπων. Αντίθετα, διέμενε σε αυτά μία ομάδα ανθρώπων, για κάποια συγκεκριμένη περίοδο με σκοπό να επωφεληθεί από το μικρο- περιβάλλον και τη θέση του σπηλαίου, ώστε να φέρει σε πέρας έναν αριθμό δραστηριοτήτων (Σάμψων, 2007 & Τρανταλίδου et all, 2010). Οι δραστηριότητες αυτές εμφανίζουν τεράστια ποικιλία και σχετίζονται με την αποθήκευση αγαθών, το σταβλισμό ζώων, τη φιλοξενία ομάδων κυνηγών, γεωργών, τροφοσυλεκτών, την κατασκευή εργαλείων, τις ταφές, τις ιδεολογικά φορτισμένες πράξεις (τελετές) κ.ο.κ. (Σάμψων 2006 , Galanidou, 2000 ).
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που παρατηρείται στο χώρο του Νεολιθικού Αιγαίου, είναι η αύξηση των σπηλαίων που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της νεότερης και της τελικής νεολιθικής σε σχέση με την αρχαιότερη και μέση (Trimmis & Elezi 2012 , Σάμψων 2007 , Παπαθανασόπουλος 1996). Εκτός από την αύξηση του απόλυτου αριθμού σπηλαίων που χρησιμοποιούνται, παρατηρήείται και αύξηση της ποικιλομορφίας και της πολυπλοκότητας των χρήσεων (Halstead 1994: 200, Παπαθανασόπουλος 1996: 36, 40).
Σε σχέση όμως με τον αριθμό των σπηλαίων που υπάρχουν στη χώρα μας, ελάχιστα είναι αυτά που έχουν μελετηθεί αρχαιολογικά, ακόμη και σε επιφανειακό στάδιο .
Τα σπηλαία των νησιών του Αιγαίου είναι τα καλύτερα ίσως ερευνημένα σπήλαια σε σύνολο, γι’ αυτό και μπορούν να δώσουν τις περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη χρήση των σπηλαίων στη συγκεκριμένη περίοδο.

Η νεότερη νεολιθική (ΝΝ) στα σπήλαια των νησιών του Αιγαίου.

Ξεκινώντας από το βορρά προς το νότο συναντούμε το σπήλαιο του Κύκλωπα στη νησίδα των Γιούρων στις Σποράδες. Το σπήλαιο του Κύκλωπα παρουσίασε σημαντικά στρώματα της Μεσολιθικής περιόδου που πιστοποιούν την κατοίκηση σε αυτό ήδη από την 8η χιλιετία π.χ. (Σαμψών 2006). Τα ευρήματα του σπηλαίου, πραγματικά εντυπωσιακά, έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για αυτή την ελάχιστα γνωστή στο προϊστορικό Αιγαίο. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη άλλων θέσεων σε άμεση γειτνίαση και συνάφεια σε σχέση με το σπήλαιο των Γιούρων, καθώς και η μικρής έκτασης γενικότερη έρευνα για τη μεσολιθική στα νησιά, δεν μπορούν να μας δώσουν μια καθαρή εικόνα για την συγκεκριμένη περίοδο. Παρόλη την ανάπτυξη της θέσης κατά τη μεσολιθική και ΑΝ, ΜΝ περίοδο στη διάρκεια της νεότερης νεολιθικής που αποτελεί και θέμα του άρθρου η κατοίκηση στο σπήλαιο παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία και ο χαρακτήρας της γίνεται λιγότερα εντατικός (Σάμψων 2006). Η τελευταία θεωρία ενισχύεται από την απουσία επιφανειών χρήσης στο χώρο του σπηλαίου (Σάμψων 2006). Το σπήλαιο πιθανώς να χρησιμοποιούταν από ομάδες κτηνοτροφών για περιστασιακή χρήση και για αποθήκευση. Αυτό καταδεικνύεται από το πλήθος των οστών ζωών που δεν έχουν ίχνη κατανάλωσης από τον άνθρωπο καθώς και το πλήθος αποθηκευτικών πίθων. Το μόνο ιδεολογικά φορτισμένο αντικείμενο που σώθηκε είναι ένα σχηματοποιημένο μαρμάρινο ειδώλιο, το όποιο είναι και το μόνο που βρέθηκε στο σπήλαιο (Sampson 1996). Η κεραμική της περιόδου από τα Γιούρα δείχνει σχέσεις με την Εύβοια και γενικά με το νότιο Αιγαίο (Σάμψων 2006) πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη τοπικής κεραμικής παλαιοτέρων περιόδων. Αυτό ίσως και να σχετίζεται με παρακμή του πολιτισμού που άκμασε στην περιοχή από την 8η χιλιετία και την αφομοίωση του από πολιτισμικές ομάδες των νοτιότερων περιοχών.
Πέραν του σπηλαίου στα Γιούρα, δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία για χρήση άλλων σπηλαίων στη συγκεκριμένη περίοδο βόρειο Αιγαίο. Κάποια όστρακα νεολιθικής περιόδου περισυλλέχθηκαν στο σπήλαιο του Αγ. Βαρθολομαίου στη Λέσβο μετά από έρευνα της Γ. Ευσταθίου αλλά το σπήλαιο δεν έχει ερευνηθεί εντατικά ώστε να έχουμε ενδείξεις για τη χρήση του (Σάμψων 2006).
Στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου ξεχωρίζουν τα δυο σπήλαια στο Άγιο Γάλας της Χίου. Η Χίος είναι ένα ελάχιστα ερευνημένο νησί γι’ αυτό και ουσιαστικά πέραν των σπηλαίων αυτών και του οικισμού στο Εμποριό δεν υπάρχουν άλλα δείγματα. Το κάτω σπήλαιο (lower cave) στο Άγιο Γάλας παρουσίασε κυρίως ευρήματα ΑΝ και ΜΝ. Στα ανωτέρα ωστόσο στρώματα βρεθήκαν και όστρακα ΝΝ. Το πλέον σπάνιο εύρημα είναι μια ανάγλυφη παράσταση πάνω σε ένα αγγείο (Hood 1981), εξαίρετο δείγμα νεολιθικής τέχνης, η όποια οποία θυμίζει την αντίστοιχη παράσταση από το σπήλαιο της Σκοτεινής στην Εύβοια.
Τα κυριότερα ευρήματα για την ΝΝ παρουσίασε το πάνω σπήλαιο (Upper Cave) στο Άγιο Γάλας . Η κεραμική του σπηλαίου συνδέεται με θέσεις στο του νότιου Αιγαίου, όπως η Φτελιά της Μυκόνου και ο Σάλιαγκος της Αντιπάρου (Σάμψων 2006). Η κεραμική του σπηλαίου μπορεί να διακριθεί σε δύο φάσεις, η πρώτη σε χαμηλότερα στρώματα με ανοιχτά κυρίως αγγεία και η δεύτερη σε ανώτερα με γραπτά κυρίως αγγεία και αγγεία τύπου Cheese pot. Μολαταύτα ως σύνολο ανήκει στην ΝΝ Ι (Hood 1981).
Περνώντας σταδιακά στο χώρο του κεντρικού Αιγαίου αξίζει να γίνει αναφορά στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί του πελάγους, την Εύβοια, το οποίο βέβαια λόγω της θέσης του παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με τη Στερεά Ελλάδα παρά με τα υπόλοιπα νησιά. Η Εύβοια είναι από τις καλύτερα ερευνημένες περιοχές, σε επιφανειακό τουλάχιστον επίπεδο, στην Ελλάδα. Ο συστηματικός εντοπισμός προϊστορικών θέσεων ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 από τον Δ. Θεοχάρη, συνεχίστηκε από Άγγλους αρχαιολόγους και ολοκληρώθηκε από το Δ. Σάμψων στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Αυτές οι έρευνες έχουν εντοπίσει συνολικά πάνω από 300 θέσεις. Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει το σπήλαιο Σκοτεινή στα Θαρρούνια, μία ορεινή περιοχή της κεντρικής Εύβοιας. Το σπήλαιο είναι από τα μεγαλύτερα του νησιού ,έχει στενή είσοδο, ευρύ εσωτερικό χώρο και παρουσίασε ευρήματα που χρονολογούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της ΝΝ.
Η κατοίκηση στο σπηλαίο Σκοτεινή χωρίζεται σε δυο υποπεριόδους ΝΝ1 και ΝΝ2 με την πρώτη να είναι πιο πλούσια σε ευρήματα και με πιο εκτεταμένη στρωματογραφία (Σάμψων 2006). Η κεραμική του σπηλαίου δείχνει σχέσεις με όλη την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, από τη νότια Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο, αλλά όχι με τα νησιά του Αιγαίου (Σάμψων, 1993).
Τα σημαντικότερα ευρήματα των Θαρρουνίων είναι οι ανθρωπόμορφες ανάγλυφες παραστάσεις σε όστρακα. Τέτοιες παραστάσεις στην Ελλάδα έχουν ανακαλυφθεί στο σπηλαίο Άγιο Γάλας, στη Θεσσαλία και στη Θράκη, ενώ στα Βαλκάνια είναι πιο συχνές και εντοπίζονται στη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ουγγαρία.
Πλησίον του σπηλαίου ανασκάφηκε οικισμός και νεκροταφείο της ΝΝ, γεγονώς που ενισχύει τις θεωρίες για περιστασιακή κατοίκηση- χρήση του σπηλαίου από ομάδες ανθρώπων, κτηνοτροφών ή γεωργών (Σάμψων 2006).
Περνώντας από την Εύβοια στο χώρο των Κυκλάδων θα αναφερθούμε στο σπήλαιο του Ζα στην Νάξο, στο σπήλαιο της Αντιπάρου και στα σπήλαια Άγιος Νικόλαος και Καλαμπάκι της Πάρου.
Το σπήλαιο του Ζα στη Νάξο είναι η σημαντικότερη μέχρι σήμερα νεολιθική θέση σε σπήλαιο στις Κυκλάδες και ανασκάφηκε από τον αρχαιολόγο Κ. Ζάχο τη δεκαετία του 1990. Τα ευρήματα από το σπήλαιο, που αντιπροσωπεύουν τη ΝΝ, δείχνουν σχέσεις των κάτοικων του σπηλαίου με την ηπειρωτική χώρα και το ΒΑ Αιγαίο (Ζάχος 1996), ενώ σε ύστερες φάσεις εμφανίζονται αγγεία που συγγενεύουν σχηματικά με τη νεολιθική θέση Φτελιά της Μυκόνου (Σάμψων 2006). Το σπήλαιο θεωρήθηκε τόπος λατρείας (Ζάχος 1987), αν και κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τα δεδομένα από το υπόλοιπο Αιγαίο. Πιθανότερο είναι το σπήλαιο να χρησιμοποιούνταν για περιστασιακή κατοίκηση και να φιλοξενούσε μερικές φορές λατρευτικές εκδηλώσεις παρά να προορίζονταν αποκλειστικά για αυτό το σκοπό.
Υλικό ΝΝ συνέλεξε ο Μπακαλάκης από το διάσημο σπηλαίο της Αντιπάρου τη δεκαετία του 1960 (Bakalakis 1969). Νεότερη έρευνα της δεκαετίας του 1990 (Σάμψων 2006) συνέδεσε την προέλευση της νεολιθικής του σπηλαίου με τους οικισμούς της Φτελιάς και του Σάλιαγκου, δηλαδή με το τέλος της ΝΝ. Το σπήλαιο έγινε αντικείμενο έρευνας ξανά στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, λόγω της ανακαίνισης της σκάλας πρόσβασης. Το υλικό από αυτή την ανασκαφή δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
Τα σπήλαια του Αγ. Νικολάου και του Καλαμπακίου της Πάρου εμφάνισαν επιφανειακό υλικό της νεολιθικής περιόδου, που συνέλεξε ο Μπακαλάκης (1969) αλλά και αυτά δεν έχουν μελετηθεί ποτέ συστηματικά.
Οι Κυκλάδες δεν έχουν να παρουσιάσουν άλλες ενδιαφέρουσες θέσεις σε σπήλαια, εκτός από τις προαναφερθείσες. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη συστηματικής έρευνας. Πρέπει λοιπόν να γίνουν εντατικές προσπάθειες και από τους αρχαιολόγους αλλά και από τους σπηλαιολόγους για τον εντοπισμό προϊστορικών θέσεων στα νησιά των Κυκλάδων.
Ολοκληρώνοντας θα αναφερθούμε στα σπήλαια που έχουν παρουσιάσει κατάλοιπα ΝΝ στα Δωδεκάνησα. Η περιοχή αυτή μέχρι και πριν από μερικά χρόνια ήταν μια terra incognita γενικά για την προϊστορία της και κυρίως για την νεολιθική και μεσολιθική περίοδο. Τα τελευταία χρόνια συστηματικές έρευνες έχουν επισημάνει πλήθος θέσεων σε όλα τα νησιά, τόσο εντός, όσο και εκτός σπηλαίων.
Η παλαιότερη ανασκαφή έγινε στο Χαρκαδιό της Τήλου. Στο Το σπήλαιο εντοπίστηκαν οστά νάνων ελεφάντων και ελαφιών, ενώ στα ανωτέρα στρώματα εμφανίστηκε και νεολιθική κεραμική μαζί με εργαλεία (Bachmayer 1976). Το γεγονός ότι τα ζώα αυτά ζούσαν στα νησιά μέχρι και τα τελευταία χρόνια της νεολιθικής και μετά εξαφανίστηκαν ίσως είναι ένδειξη για συστηματικό κυνήγι των ζώων αυτών από τον νεολιθικό άνθρωπο (Σάμψων, 2006). Η μελέτη ωστόσο των οστών των ζώων δεν έχει αποδείξει με σιγουριά την παραπάνω θεωρία.
Άλλα δυο ανεσκαμμένα σπήλαια βρίσκονται στη Ρόδο. Είναι το σπήλαιο του Αγ. Γεωργίου στις Καλυθιές και το σπήλαιο Κούμελο στην περιοχή Αρχαγγέλου.
Το σπήλαιο των Καλυθιών, αν και μικρού μεγέθους (και λόγω της δυσπρόσιτης θέσης του), είχε διατηρήσει σχεδόν ανέπαφη μια στρωματογραφία τεσσάρων μέτρων (Σάμψων 1987). Η ανθρώπινη παρουσία στο σπήλαιο των Καλυθιών αρχίζει από τα μέσα της 6ης π.Χ. χιλιετίας ενώ διαφαίνονται σχέσεις και επιρροές κυρίως με το χώρο της Ανατολίας (Σάμψων 2006). Από την αρχή ωστόσο της ΝΝ τα πολιτισμικά στοιχεία καταδεικνύουν δεσμούς με το χώρο του Αιγαίου (Σάμψων 2006). Η ανασκαφή παρουσίασε ένα σημαντικό αριθμό πιθοειδών αγγείων γεγονός που χαρακτηρίζει το σπήλαιο ως χώρο αποθήκευσης για τον πληθυσμό κάποιου παρακείμενου οικισμού που δεν έχει εντοπιστεί ακόμη (Σάμψων 2006). Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει βεβαίως τη χρήση του σπηλαίου για εποχική- περιοδική κατοίκηση. Εντός του σπηλαίου επίσης αποκαλύφθηκαν ταφές , πράγμα συχνό για τις θέσεις μέσα σε σπηλαία, που ανήκουν πιθανότατα στους περιοδικούς χρηστές των σπηλαίων.
Η χρήση του σπηλαίου των Καλυθιών παρουσιάζει μια ακμή στην αρχή της ΝΝ μέχρι και τις τελικές φάσεις της νεολιθικής. Από εκεί και μετά παύει η χρήση του κάτι το όποιο είναι ένα σύνηθες φαινόμενο για το ΝΑ Αιγαίο από τα μέχρι τώρα στοιχεία της έρευνας (Σάμψων 2006).
Το σπήλαιο Κούμελο στην περιοχή Αρχάγγελος στη Ρόδο είναι η δεύτερη συστηματικά ανεσκαμμένη θέση στο νησί. Τα ίχνη χρήσης στο σπήλαιο Κούμελο ξεκινούν από τα μέσα της ΝΝ, δηλαδή αργότερα σε σχέση με το σπήλαιο του Αγ. Γεώργιου (Σάμψων 2006). Η ανασκαφή στο σπήλαιο εμφάνισε διαμορφωμένες επιφάνειες χρήσης στο εσωτερικό του καθώς και κατασκευασμένες εστίες (Σάμψων 1987). Παρά τα παραπάνω, η κατοίκηση στο σπήλαιο είναι περιστασιακή και η χρήση του προσδιορίζεται σε αποθηκευτική, όπως δείχνουν τα ευρήματα (Σάμψων 1987). Μετά το τέλος της νεολιθικής το σπήλαιο δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αν και υπάρχουν κάποια ίχνη της ύστερης Χαλκοκρατίας και των ιστορικών χρονών σε αυτό (Σάμψων 2006).
Εκτός από τα δύο αυτά σπήλαια στη Ρόδο έχουν εντοπιστεί και άλλες θέσεις, με ίχνη νεολιθικής χρήσης, οι οποίες βρίσκονται σε βραχοσκεπές και μικρά σπήλαια. Τα ευρήματα όμως από αυτές τις θέσεις είναι ελάχιστα , ενώ οι επιχώσεις ανύπαρκτες ή πολύ λεπτές (Σάμψων 2006).
Στα υπόλοιπα νησιά των Δωδεκανήσων η έρευνα δεν έχει προχωρήσει. Στη Κω ανασκάφηκε το σπήλαιο της Άσπρης Πέτρας πριν από ένα περίπου αιώνα (Levi 1925) ενώ την ιδία περίπου περίοδο ανασκάφηκαν στην Κάλυμνο, με γρήγορους ρυθμούς, άλλα τρία σπηλαία και αυτά από Ιταλούς αρχαιολόγους (Σάμψων 2006). Οι ανασκαφείς όμως δεν συνέχισαν την έρευνα με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα να μην έχουμε καθαρή εικόνα από αυτά τα σπήλαια. Στην Κάρπαθο εντοπιστήκαν ίχνη χρήσης σε δυο σπήλαια κοντά στα Πηγάδια, αλλά δεν έχουν μελετηθεί ακόμη (Σάμψων 2006).

Συνοψίζοντας

Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις. Η έρευνα στα νησιά του Αιγαίου παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητες που έχει λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των νησιών αλλά και τις αλλαγές που έχει υποστεί το τοπίο από την προϊστορία ως σήμερα, έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Αυτό οφείλεται κυρίως σε μερικούς ερευνητές οι όποιοι συνέδεσαν το έργο τους με συγκεκριμένα τμήματα του Αιγιακού χώρου. Τέτοιοι είναι ο Α. Σάμψων με τις έρευνες του στις Σποράδες και τα Δωδεκάνησα, ο Hood με τις έρευνες του στη Χίο, ο Ζάχος και ο Μπακαλάκης με τις έρευνες τους στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στην Πάρο και την Αντίπαρο.
Μελετώντας τα στοιχεία από τις ανασκαφές, τις επιφανειακές έρευνες, καθώς και από τα γενικότερα γεωλογικά χαρακτηριστικά των σπηλαίων, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τα σπήλαια δεν ήταν μόνιμοι χώροι κατοικίας κάποιων ομάδων- πληθυσμών, αλλά χώροι με περιοδική χρήση. Η υγρασία της σπηλιάς, ο περιορισμένος χώρος που συνήθως είναι γεμάτος από των περιττώματα των ζώων που κατοικούν στο σπήλαιο, το καθιστούν ένα περιβάλλον αφιλόξενο. Οι σπηλιές λοιπόν χρησιμοποιούνταν από ομάδες κυνηγών, γεωργών, κτηνοτρόφων, αλιέων, δίνοντας τους ένα πρόχειρο καταφύγιο για όσο διαρκούσαν οι δραστηριότητες τους στη περιοχή. Ταυτόχρονα όμως ήταν και χώρος αποθήκευσης. Το σπήλαιο σαν χώρος έχει μοναδικά χαρακτηριστικά, τα όποια ήταν δύσκολα να τα βρει αλλού ο προϊστορικός άνθρωπος. Οι σταθερές συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας που επικρατούν στο εσωτερικό της σπηλιάς την καθιστούν ιδανικό χώρο για τη συντήρηση αγαθών. Ακόμη και σήμερα τα σπήλαια χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό (Σάμψων 2007). Παράδειγμα αποτελεί μια σπηλιά που εξερευνήθηκε κατά την αποστολή της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας στην Κρήτη (Ψαρή 2009) και χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση και διατήρηση τυριών. Έτσι πιθανώς εξηγείται και το πλήθος αποθηκευτικών αγγείων και πίθων που αποκαλύφθηκαν σε όλα τα υπό εξέταση σπήλαια.
Στην νεότερη νεολιθική, σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλες προηγούμενες περιόδους, ο άνθρωπος διαμορφώνει το περιβάλλον του σπηλαίου ανάλογα με τις ανάγκες του και προσπαθεί να το καταστήσει βιώσιμο. Για αυτόν το λόγο κατασκευάζει επιφάνειες χρήσης (δάπεδα) από πηλόχωμα, ώστε να έχει μια καθαρή, λεία και μια όσο το δυνατόν πιο στεγνή επιφάνεια που θα διευκολύνει τη διαβίωση του στη σπήλια. Επίσης κατασκευάζει εστίες από πέτρες και πηλό για να μην έχει ανεξέλεγκτες φωτιές και να μπορεί άνετα να παρασκευάζει το φαγητό του. Τα ίχνη αυτών είναι διακριτά στην ανασκαφή, αν οι επιχώσεις δεν έχουν καταστραφεί από την ροή του νερού ή από ανθρωπογενείς παράγοντες.
Μια άλλη όψη της χρήσης των σπηλαίων είναι αυτή που τα χαρακτηρίζει ως τόπους λατρείας. Σε μεταγενέστερες περιόδους ο χθόνιος χαρακτήρας που έχει το σπήλαιο και το υποβλητικό του περιβάλλον συνδέθηκαν με λατρείες και η χρήση πολλών σπηλαίων περιορίστηκε για αυτό το σκοπό. Στη νεολιθική περίοδο ωστόσο είναι αδύνατο να μπορέσουμε να χαρακτηρίσουμε με ευκολία ένα σπήλαιο λατρευτικό. Παρά την πρόοδο της έρευνας, αυτά που ξέρουμε για τη λατρεία και τις θρησκευτικές αντιλήψεις των ανθρώπων της νεολιθικής είναι ελάχιστα. Στο υλικό όμως που προκύπτει από τις έρευνες υπάρχουν αντικείμενα, τα όποια με σιγουριά θα έλεγε κάνεις ότι δεν αποτελούν αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τέτοια είναι τα λίγα ειδώλια, οι ανάγλυφες παραστάσεις στην κεραμική, όπως αυτές των σπηλαίων Σκοτεινή και Άγιο Γάλας κ.α.. Είναι πολύ πιθανό αυτά να είναι αντικείμενα που σχετίζονται με λατρεία, αλλά δεν είναι αρκετά για να δώσουν λατρευτικό χαρακτήρα στα σπήλαια. Μια άποψη είναι ότι αυτά τα αντικείμενα μεταφερθήκαν στα σπήλαια από τις ομάδες που τα χρησιμοποιούσαν όπως μεταφέρει κάνεις σήμερα φυλαχτά ή άλλα λατρευτικά ειδή. Γενικά όμως είναι πολύ νωρίς ακόμη για να σκιαγραφηθεί ο ρόλος των σπηλαίων στην λατρεία της περιόδου (σχετικά δες: Tomkins 2009).
Εκτός από το ρόλο τους σαν κομμάτι της νεολιθικής του Αιγαίου τα σπήλαια των νησιών μας βοηθούν στην ανασύνθεση και άλλων όψεων της νεολιθικής κοινωνίας. Οι ομοιότητες στην κεραμική μεταξύ των θέσεων αλλά και η διασπορά των αντικειμένων ή εργαλείων από οψιανό βοηθούν στη χαρτογράφηση των εμπορικών δρόμων στο προϊστορικό Αιγαίο. Τα σύνολα που προέρχονται από θέσεις σε σπήλαιο σε συνδυασμό με αυτά που προέρχονται από τις ανοικτές θέσεις και τους οικισμούς ολοκληρώνουν το χάρτη της κοινωνίας που άκμασε στην νεολιθική περίοδο στο συγκεκριμένο χώρο. Αναλύοντας τα παραπάνω, αν μια θέση σε σπήλαιο δεν συνδεθεί με ανοικτούς οικισμούς είναι πολύ δύσκολο να αποσαφηνισθεί ο ακριβής της ρόλος τόσο στην τοπική κοινωνία, όσο και στον ευρύτερο χώρο του πελάγους. Έτσι, θέσεις που έχουν ανασκαφεί συστηματικά, όπως τα σπήλαια Καλυθιών και Κούμελο στη Ρόδο, αλλά δεν έχουν ανεσκαμμένους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή είναι δύσκολο να μας δώσουν επαρκή στοιχεία για την εν λόγω περίοδο στο συγκεκριμένο μέρος. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με ένα σπήλαιο, το όποιο έχει μελετηθεί σε συνάρτηση με κάποιον παρακείμενο οικισμό, όπως το σπήλαιο στα Θαρρούνια της Ευβοίας, του όποιου μπορεί πλέον να συνδεθεί η χρήση του με τις δραστηριότητες των κάτοικων της περιοχής (Σάμψων 2006).
Ολοκληρώνοντας για να έχουμε μια πλήρη αντίληψη για τις νεολιθικές κοινωνίες και τις παραγωγικές διαδικασίες που τις διέπουν είναι απαραίτητη η έρευνα των θέσεων σε σπήλαια μιας και είναι σαφής η ανάπτυξη που γνώρισε η χρήση τους κατά τη διάρκεια της περιόδου. Αναφορικά δε με το χώρο του Αιγαίου, πολλά νησιά όπως η Λέσβος, η Ικάρια, οι Κυκλάδες και η Χίος είναι ανεπαρκώς εξερευνημένες περιοχές, τόσο σπηλαιολογικά όσο και αρχαιολογικά. Για να γίνει λοιπόν ο χάρτης της ΝΝ στα νησιά πιο πλήρης και για να προωθηθεί η έρευνα είναι σημαντικό οι ομάδες των σπηλαιολόγων, που οργώνουν την ύπαιθρο, να είναι υποψιασμένες για σημάδια χρήσης σε σπήλαια. Εκτός αυτού, εξίσου σημαντικό είναι να αναπτυχτεί περεταίρω και η αρχαιολογική έρευνα στις ανοικτές θέσεις, ώστε να μπορέσουν οι πληροφορίες από τα σπήλαια να ενταθούν με ασφάλεια σε πολιτισμικά πλαίσια.

Βιβλιογραφία:

• BACHMAYER F., SYMEONIDES N., SEEMONN R & ZAPFE H. 1976 Die Ausgrabungen in der Zwergelefanten- Hohle Charkadio auf ser Insel Tilos inden Jahren. Annalen des Naturhistorischen Museums in Wien, p. 113-144.

• BAKALAKIS G. 1969 . Aus den Grotten in Antiparos und Paros. Archäologischer Anzeiger, p. 125- 132.

• GALANIDOU N. 2000. Patterns in Caves. Foragers, Horticulturists, and the Use of Space. Journal of Anthropological Archaeology 19, p. 243- 275.

• HALSTEAD P. 1994. «The North-South Devide: Regional paths to Complexity in Prehistoric Greece.» In Development and decline in the Mediterranean Bronze Age, ed. C. Mathers and S. Stoddart. Sheffield: J.R. Collis Publications. 195-219.

• HOOD S. 1981. Excavation in Chios 1938- 1955: Prehistoric Emborio and Agio Gala. London.

• LEVI D. 1925. La protta di Aspri Petra. Annuario VIII-IX, Roma, p. 235- 312.

• ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Γ. 1996. “Σπήλαια”. Στο Παπαθανασόπουλος (επιμ.) Ο νεολιθικός πολιτισμός στην Ελλάδα. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 1987. Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα. Αθήνα.

• SAMPSON A. 1996. Excavation at the cave of Cyclope, Youra. Die Agäisch Frühzeit. Forschungebricht 1975 -1994, Wien, p. 507 – 520.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 1993. Σκοτεινή Θαρρουνίων . Το σπήλαιο, ο οικισμός και το νεκροταφείο. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 2006. Προϊστορία του Αιγαίου. Αθήνα.

• ΣΑΜΨΩΝ Α. 2007. Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου. Αθήνα. σ. 456- 462

• TOMKINS P. 2009. Domesticity by Default. Ritualization and cave- use in the Neolithic Aegean. Oxford Journal of Archaeology 28 (2). Oxford p. 125- 153

• TRANTALIDOU K., BELEGRINOU E., ANDREASEN N. 2010. Pastoral societies in the southern Balkan peninsula: The evidence from caves occupied during the Neolithic and Chalcolithic era. ANODOS, Sstudies of the Ancient world 10, Trnava p. 295- 320.

• TRIMMIS P. K. & ELEZI G. 2012. Who is the caveman? Identities and roles of Aegean Neolithic cave users. Under publication in Documenta Praehistorica 39. Ljubljana.

• ΖΑΧΟΣ Κ. 1987. Σπήλαιο Ζα. Αρχαιολογικό Δελτίο (ΑΔ) 42 Αθήνα. σ. 693-700.

• ΖΑΧΟΣ Κ. 1996. “Το σπήλαιο Ζα στη Νάξο” Στο Παπαθανασόπουλος (επιμ.) Ο νεολιθικός πολιτισμός στην Ελλάδα. Αθήνα σ. 88-89.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s