Το ζήτημα της Βεσσαραβίας στο πλαίσιο των σχέσεων Ρουμανίας και ΕΣΣΔ στο Μεσοπόλεμο.

Το ζήτημα της Βεσσαραβίας στο πλαίσιο των σχέσεων Ρουμανίας και ΕΣΣΔ στο Μεσοπόλεμο.

Παύλος Βασιλειάδης, Υποψήφιος Διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Α.Π.Θ.

Σημείωση: το παρακάτω κείμενο, με κάποιες τροποποιήσεις χάριν συνοχής, αποτελεί υποκεφάλαιο της μεταπτυχιακής διατριβής: Το ζήτημα της Βεσσαραβίας και η διαδικασία διαμόρφωσης της μολδαβικής ταυτότητας στο πλαίσιο των σοβιετο-ρουμανικών σχέσεων, 1918-1990 (Θεσσαλονίκη, 2010).
Η ένωση της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και η αναγνώρισή της από τις νικήτριες δυνάμεις ήταν ένα από τα πολλά ζητήματα που απασχόλησαν το συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι που άρχισε τις εργασίες του τον Ιανουάριο του 1919. Η Ρουμανία βγήκε ιδιαίτερα ευνοημένη από τις τότε εξελίξεις. Η συνθήκη του Αγίου Γερμανού της έδωσε το σύνολο των εδαφών της Μπουκοβίνας, η συνθήκη του Τριανόν την Τρανσυλβανία και το Βανάτο, ενώ η ειρηνευτική συμφωνία με τη Βουλγαρία επιβεβαίωσε τα σύνορα που είχαν οριστεί με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913. Το ζήτημα της Βεσσαραβίας, εντούτοις, παρέμεινε ανοιχτό. Οι νικήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ) ήλπιζαν ότι ο εμφύλιος πόλεμος που είχε ξεσπάσει στη Ρωσία από το 1918 θα μπορούσε να επαναφέρει τη Ρωσία στο πλευρό της Αντάντ και έτσι ήταν επιφυλακτικές στο να δεχθούν οποιαδήποτε δέσμευση απέναντι στη Ρουμανία . Ο ρωσικός εμφύλιος, ωστόσο, δεν είχε την εξέλιξη που όλοι περίμεναν στο Παρίσι, και το ενδεχόμενο μιας γρήγορης ανατροπής των Μπολσεβίκων από τις αρχές του 1920 φαινόταν μακρινό. Έτσι στις 20 Φεβρουαρίου 1920 συντάχθηκε μια ειδική συνθήκη από Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Ιαπωνία, η οποία αναγνώριζε τα ιστορικά και εθνικά δικαιώματα της Ρουμανίας στη Βεσσαραβία, ενώ παράλληλα δέσμευε τις τέσσερις συμβαλλόμενες δυνάμεις να δώσουν εγγυήσεις για το καθεστώς των ρουμανοσοβιετικών συνόρων κατά μήκος της γραμμής του ποταμού Δνειστέρου .
Βασικό, εντούτοις, μειονέκτημα αυτής της συνθήκης ήταν ότι δεν είχε την αναγνώριση των Σοβιετικών, οι οποίοι αρνούνταν πεισματικά να αποδεχθούν την «αρπαγή», όπως ισχυρίζονταν, ενός τμήματος της επικράτειάς τους από τη Ρουμανία. Η σοβιετική πολιτική πάνω στο θέμα της Βεσσαραβίας όλη την μεσοπολεμική περίοδο ήταν σταθερή ως προς τους στόχους της: μη αναγνώριση της ένωσης της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και αξιοποίηση κάθε δυνατού μέσου για την ανακατάληψη της. Ήδη από το 1918 ο Λένιν είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία και είχε διατάξει να συλλάβουν τον Ρουμάνο πρέσβη στη Μόσχα. Την άνοιξη του 1919 οι Μπολσεβίκοι υποκίνησαν δυο ιδιαίτερα βίαιες εξεγέρσεις κατά μήκος των ρουμανοσοβιετικών συνόρων στηριζόμενοι σε διάφορες οργανώσεις Βεσσαράβων κομμουνιστών, οι οποίοι είχαν καταφύγει στη Ρωσία ύστερα από την προέλαση του ρουμανικού στρατού στη Βεσσαραβία τον Ιανουάριο του 1918.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, τα νέα προβλήματα που ανέκυπταν στο ζήτημα της εδαφικής της ακεραιότητας, η Ρουμανία προσπάθησε τις επόμενες δεκαετίες να υπερασπιστεί πολιτικά και διπλωματικά τα κεκτημένα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Βασική επιδίωξη της ρουμανικής πολιτικής έγινε η προάσπιση της ειρήνης, η διατήρηση του μεταπολεμικού status quo, ο σεβασμός των διεθνών συμφωνιών και η σύναψη όσο το δυνατόν φιλικότερων σχέσεων με όλα τα γειτονικά κράτη. Σε ένα τέτοιο πνεύμα υπογράφηκε το Μάρτιο του 1921 η ρουμανο-πολωνική αμυντική σύμβαση, ενώ ταυτόχρονα η Ρουμανία υπήρξε ιδρυτικό μέλος της πρώτης περιφερειακής συμμαχίας που σχηματίστηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη το 1920-1921 και έμεινε γνωστή ως «Μικρή Αντάντ». Σε αυτήν συμμετείχαν, η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία. Η συμμαχία απολάμβανε, επίσης, την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, κυρίως όμως της Γαλλίας, η οποία μετά τον πόλεμο αναδείχθηκε σε χώρα-ψυχή του διεθνούς συστήματος των Βερσαλλιών. Βασική αιτία για το σχηματισμό της Μικρής Αντάντ ήταν η αναθεωρητική πολιτική της Ουγγαρίας, η οποία είχε εδαφικές διεκδικήσεις σε περιοχές και των τριών συμβαλλομένων κρατών.
Παρά τον αντιβουλγαρικό και αντιουγγρικό χαρακτήρα της Μικρής Αντάντ, η Ρουμανία σύναψε διπλωματικές σχέσεις με την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία αρνιόταν να διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία όσο το βεσσαραβικό ζήτημα έμενε άλυτο. Παρ’ όλα αυτά, το ρουμανικό κράτος αντιλαμβανόταν ότι ποτέ δε θα μπορούσε να νιώσει ασφαλές για τα ανατολικά του σύνορα, όσο οι σχέσεις με την ΕΣΣΔ έμεναν τεταμένες. Γιαυτό, το Βουκουρέστι επιδόθηκε σε μια μεγάλη προσπάθεια για την εξομάλυνσή τους. Η προσπάθεια όμως αυτή σκόνταφτε συνεχώς στην επιμονή της Μόσχας να αποφεύγει να αναγνωρίσει τον Δνείστερο ως κοινό σύνορο μεταξύ των δύο χωρών και να θεωρεί το βεσσαραβικό ζήτημα ανοιχτό. Οι Σοβιετικοί προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν την εντύπωση ότι οι δυο χώρες είχαν να επιλύσουν σοβαρά εδαφικά ζητήματα μεταξύ τους και επιδίωκαν, τουλάχιστον μέχρι το 1924-1925, να δώσουν μια αίσθηση εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δυο πλευρών. Γιαυτό, εξωθούσαν τις όποιες διπλωματικές προσπάθειες συμβιβασμού σε αδιέξοδο, το οποίο κατόπιν χρέωναν στη ρουμανική πλευρά, ενώ, παράλληλα, υποκινούσαν μικρής εμβέλειας εξεγέρσεις κατά μήκος του Δνείστερου με την ελπίδα να μπλέξουν τη Ρουμανία σε μια αντιπαράθεση, η οποία θα την ωθούσε αργά ή γρήγορα στο διπλωματικό ή στρατιωτικό λάθος, το οποίο και θα εκμεταλλεύονταν εκείνοι προς το συμφέρον τους. Αποφασισμένη να μην πέσει στη σοβιετική παγίδα, η Ρουμανία, από την πλευρά της, ξεκαθάριζε πως δεν υπήρχαν εδαφικές διαφορές με την ΕΣΣΔ, θεωρούσε το βεσσαραβικό ζήτημα λήξαν, και το μόνο που ζητούσε από τη σοβιετική πλευρά ήταν να σεβαστεί την απόφαση του Sfatul Țării για ένωση της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία και να αποδεχθεί τα κοινά σύνορα στο Δνείστερο. Η απόσταση που χώριζε τα δύο κράτη ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής: αυτό που για τη Ρουμανία δεν ήταν δυνατόν να τεθεί υπό διαπραγμάτευση, αποτελούσε για τους Σοβιετικούς βασική προϋπόθεση για την έναρξη οποιωνδήποτε συζητήσεων.
Αποτέλεσμα ήταν να συντηρείται κλίμα έντονης καχυποψίας, το οποίο ενέτεινε τη σοβιετο-ρουμανική διένεξη και υπονόμευε εξαρχής οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια εξομάλυνσης των πολιτικών, οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών τη δεκαετία του 1920. Το συνέδριο που έγινε το 1921 στη Βαρσοβία (22 Σεπτεμβρίου-25 Οκτωβρίου) με στόχο την εύρεση μιας κοινής βάσης διαπραγμάτευσης μεταξύ Ρουμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, κατέληξε σε αδιέξοδο, λόγω της αγεφύρωτης απόστασης απόψεων που χώριζε τα δύο κράτη . Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε τον Απρίλιο του 1922 στο πλαίσιο της Οικονομικής Συνδιάσκεψης της Γένοβας, όπου ο σοβιετικός επίτροπος εξωτερικών υποθέσεων Gheorghe Chicherin είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί άμεσα με τον ρουμάνο πρωθυπουργό Ion Bratianu, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι οι όροι που έθετε η Ρουμανία να αποκαταστήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με την ΕΣΣΔ δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτοί.
Παρά το γεγονός ότι η αδυναμία προσέγγισης ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής, η Ρουμανία συμφώνησε τελικά στη διεξαγωγή ακόμα ενός συνεδρίου στα τέλη Μαρτίου του 1924 στη Βιέννη. Γρήγορα, όμως, οι όποιες ρουμανικές προσδοκίες υπήρχαν για εξομάλυνση της κατάστασης διαψεύσθηκαν. Οι διαφωνίες ξέσπασαν από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση, όταν ο επικεφαλής της σοβιετικής αποστολής, και ταυτόχρονα πρέσβης της ΕΣΣΔ στο Βερολίνο, Nikolai Krestinsky, τόνισε ότι, παρά την καλή της θέληση, δεν ήταν δυνατόν για την ΕΣΣΔ να «ευλογήσει» την παρουσία του ρουμανικού στρατού κατοχής στη Βεσσαραβία και υποστήριξε πως η μόνη αποδεκτή λύση για τη χώρα του στο συγκεκριμένο πρόβλημα θα ήταν η διεξαγωγή γενικού δημοψηφίσματος στην περιοχή, έτσι ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ελεύθερα και ανεπηρέαστα ο ίδιος ο μολδαβικός λαός για το μέλλον του. Η ιδέα αυτή όμως απορρίφθηκε συλλήβδην από τη ρουμανική πλευρά, καθώς συνεπαγόταν απόσυρση του ρουμανικού στρατού από τη Βεσσαραβία, με αποτέλεσμα αυτή να βρίσκεται εκτεθειμένη στις εκάστοτε ορέξεις του σοβιετικού γείτονα. Ακόμα, όμως, και να μην υπήρχε ο κίνδυνος της σοβιετικής εισβολής, η περιοχή θα κατακλυζόταν από ταραχοποιούς και προπαγανδιστές κάθε είδους, γεγονός που θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στις σχέσεις των εθνοτήτων και θα δημιουργούσε στη χώρα επικίνδυνες αναταράξεις. Με το κλίμα ιδιαίτερα τεταμένο και το βεσσαραβικό ζήτημα άλυτο από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις, οι δυο πλευρές απέτυχαν να βρουν έναν κοινό τόπο συνεννόησης και στα υπόλοιπα θέματα, με αποτέλεσμα το συνέδριο της Βιέννης να κλείσει, άδοξα, τις εργασίες του στις 2 Απριλίου 1924.
Το προδιαγεγραμμένο αδιέξοδο του συνεδρίου επιτάχυνε την επιδείνωση των ήδη τεταμένων σοβιετορουμανικών σχέσεων. Οι δυο χώρες απέφυγαν για όλο το 1924 οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους σε επίπεδο διπλωματίας, όντας πλέον αποφασισμένες να διαχειριστούν το ζήτημα με τον τρόπο που η καθεμιά έκρινε καλύτερο. Η μεν Ρουμανία επιχείρησε να ενδυναμώσει τις σχέσεις της με την Πολωνία και επιδίωξε τα επόμενα χρόνια μια συμμαχία με τη Γαλλία προκειμένου να θωρακιστεί αμυντικά, ενώ, στον αντίποδα, η Σοβιετική Ένωση εγκατέλειψε τη διπλωματική οδό και ήδη από το καλοκαίρι του 1924 κατάστρωνε διάφορα σχέδια για να επέμβει στρατιωτικά στη Βεσσαραβία. Λίγους μήνες αργότερα η Μόσχα έθεσε τα σχέδια αυτά σε εφαρμογή, στέλνοντας μυστικά στη ρουμανική Βεσσαραβία ένοπλα σώματα τα οποία τον Σεπτέμβριο του 1924 κατέλαβαν τη μικρή πόλη Τατάρ Μπουνάρ και συγκάλεσαν δική τους συνέλευση, η οποία ανακήρυξε τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας και ζήτησε την αλληλεγγύη της Μόσχας στον αγώνα του μολδαβικού λαού εναντίον του καθεστώτος των «αστο-τσιφλι- κάδων». Ο ίδιος, ωστόσο, μολδαβικός λαός έμεινε απαθής στα επαναστατικά καλέσματα των ταραξιών με αποτέλεσμα η εξέγερση να περιθωριοποιηθεί γρήγορα. Ο ρουμανικός στρατός, από την πλευρά του, κινητοποιήθηκε άμεσα και, ύστερα από τρεις μέρες αιματηρότατων συμπλοκών, κατάφερε να διαλύσει τις δυνάμεις των εξεγερθέντων. Βλέποντας την άσχημη τροπή των πραγμάτων στο Τατάρ Μπουνάρ, η Μόσχα προτίμησε να μην επέμβει στρατιωτικά. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου τα ρουμανικά στρατεύματα είχαν καθαρίσει την Βεσσαραβία από κάθε κομμουνιστική οργάνωση είτε αυτή είχε ξεσηκωθεί εναντίον της καθεστηκυίας τάξης είτε όχι. Ενδεικτικό για την κυριαρχία του μη ρουμανικού-μολδαβικού στοιχείου στην εξέγερση αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των 489 συλληφθέντων και 85 καταδικασθέντων δεν υπήρχε ούτε ένας ρουμανικής καταγωγής.
Από το 1925 και μέχρι το 1928 οι σχέσεις της Ρουμανίας με την ΕΣΣΔ χαρακτηρίζονται από έντονη στασιμότητα, καθώς για τρία περίπου έτη δεν υπήρξαν ούτε συνέδρια ούτε επίσημες ή ανεπίσημες διπλωματικές συναντήσεις και, γενικότερα, απουσίαζε η θέληση για μια αμοιβαία προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων και ανάπτυξης της διμερούς συνεργασίας. Σίγουρα, η αντιπαράθεση Trotsky-Stalin, η οποία επιδείνωσε τη διεθνή θέση της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι το 1927-1928, έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη, καθοριστικότατος, ωστόσο, παράγοντας για το «πάγωμα» των σχέσεων αποδείχθηκε η υπογραφή της γαλλο- ρουμανικής συμμαχίας στις 10 Ιουνίου 1926. Στην Ρουμανία, ειδικότερα, το γαλλικό κράτος δε δίστασε να υποσχεθεί ένοπλη υποστήριξη σε περίπτωση που με αφορμή το βεσσαραβικό ζήτημα ξεσπούσε σοβιετορουμανικός πόλεμος . Κατόπιν των εξελίξεων αυτών το ρουμανικό κράτος, νιώθοντας περισσότερο ασφαλές και ενισχυμένο, δεν φαινόταν διατεθειμένο να κάνει εκείνο την πρώτη κίνηση για την επανεκκίνηση των συνομιλιών με την Σοβιετική Ένωση, συνομιλίες που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ρουμάνων πολιτικών, επρόκειτο να προσκρούσουν στη γνωστή σοβιετική αδιαλλαξία .
Το σταδιακό ξεπέρασμα της εσωτερικής κρίσης στην ΕΣΣΔ, η άνοδος του Stalin στην εξουσία, η έναρξη του πρώτου πενταετούς προγράμματος το 1928, η αποστασιοποίηση της Κομιντέρν από το δόγμα της παγκόσμιας επανάστασης και η προσπάθεια «οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα» αποτέλεσαν εκείνες τις εξελίξεις που στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έδειξαν να βγάζουν την Μόσχα από την απομόνωση και να την βάζουν πάλι δυναμικά στη διεθνή αρένα. Στο πνεύμα της υπογραφής του συμφώνου Briand-Kellogg τον Αύγουστο του 1928, η ΕΣΣΔ υπέγραψε τον επόμενο χρόνο με την Λετονία, την Πολωνία και την Ρουμανία το γνωστό «Πρωτόκολλο της Μόσχας» (ή αλλιώς «Σύμφωνο Litvinov»), το οποίο αποδεχόταν τις διακηρύξεις του συμφώνου Briand-Kellogg, καταδικάζοντας απερίφραστα τον πόλεμο ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής στις σχέσεις των συμβαλλόμενων κρατών.
Στη Ρουμανία η υπογραφή του πρωτοκόλλου της Μόσχας δημιούργησε ελπίδες στην κοινή γνώμη για σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων της χώρας με την Σοβιετική Ένωση. Παρά την κατάρρευση των συνομιλιών που διεξήγαγαν 1931 και 1932 διπλωματικοί αντιπρόσωποι των δύο χωρών στη Ρίγα της Λετονίας με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τη σύνταξη ενός συμφώνου μη επίθεσης, η εύρεση ενός modus vivendi με τη Ρωσία απασχολούσε σοβαρά τις ρουμανικές κυβερνήσεις και είχε αρχίσει να γίνεται πλέον κοινός τόπος στους πολιτικούς κύκλους ότι μια προσέγγιση στο πνεύμα του συμφώνου Briand-Kellogg με τους Σοβιετικούς δε μπορούσε να αποκλειστεί . Το έργο αυτό ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο έμπειρος διπλωμάτης και πρώην πρόεδρος της ΚτΕ Nicolae Titulescu, στον οποίο τον Οκτώβριο του 1932 ανατέθηκαν οι εξωτερικές υποθέσεις του ρουμανικού κράτους και επρόκειτο να παραμείνουν στη δικαιοδοσία του για την επόμενη περίπου τετραετία.
Ο Titulescu υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του συστήματος των Βερσαλλιών και σε όλη τη διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να προωθήσει τις καλές σχέσεις μεταξύ των εθνών. Η πολιτική αυτή του Titulescu φαινόταν να ευνοείται και από το διεθνές σκηνικό. Μετά το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης (1929) και την άνοδο του Adolf Hitler στα πολιτικά πράγματα της Γερμανίας, η Γαλλία προωθούσε την ιδέα ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια ευνοώντας την υπογραφή συμφωνιών που θα διασφάλιζαν το status quo από εξωτερική επιβουλή. Κύριος εκφραστής των γαλλικών πρωτοβουλιών στις επίμαχες αυτές περιοχές υπήρξε ο ρουμάνος πολιτικός. Η ανανέωση του συμφώνου της Μικρής Αντάντ τον Φεβρουάριο του 1933 και η σύναψη του Βαλκανικού Συμφώνου με την Ελλάδα, την Τουρκία και την Γιουγκοσλαβία στις αρχές του 1934, θεωρήθηκαν, πέρα από σημαντικό επίτευγμα της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, προσωπικός θρίαμβος του Titulescu, χάρη στον οποίο η Ρουμανία είχε σοβαρούς πλέον λόγους να αισθάνεται ασφαλής απέναντι στον ουγγρικό και σοβιετικό αναθεωρητισμό.
Η άνοδος του Adolf Hitler στην εξουσία ώθησε, επίσης, τη Γαλλία να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός κοινού αντιγερμανικού μετώπου. Η σταδιακή βελτίωση του κλίματος στις σχέσεις Γαλλίας και ΕΣΣΔ δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια σοβιετορουμανική προσέγγιση. O Titulescu πίστευε ότι ήταν απαραίτητο για τη χώρα του να υποστηρίξει τη γαλλική προσπάθεια εναντίον του φασισμού και να προωθήσει την ιδέα μιας συμφωνίας με τους Σοβιετικούς . Ο Stalin, από την πλευρά του, δεν έκρυβε την έντονη δυσφορία του για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία και φαινόταν τότε περισσότερο ανοικτός σε μια ενδεχόμενη συνεργασία, έστω και εφήμερου χαρακτήρα, με τα καπιταλιστικά κράτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες Ρουμανία και Σοβιετική Ένωση κλήθηκαν να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να εξομαλύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Καθώς όμως το βεσσαραβικό ζήτημα επρόκειτο να αποτελέσει για άλλη μια φορά το μεγάλο εμπόδιο προς αυτήν την κατεύθυνση, αμφότερες πλευρές επιχείρησαν να το παρακάμψουν. Η Ρουμανία θα μπορούσε να δεχτεί μια αναγνώριση των ανατολικών της συνόρων από τους Σοβιετικούς, έστω και αν οι τελευταίοι δεν έκαναν ρητά αποδεκτή την ένωση του 1918, ενώ η Μόσχα, από την πλευρά της, ήταν διατεθειμένη να κάνει κάποιες παραχωρήσεις στο θέμα των ρουμανικών συνόρων και του θησαυρού, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζει υποχρεωτικά τα ζητήματα αυτά με εκείνο της νομιμότητας της ρουμανικής κυριαρχίας στη Βεσσαραβία.
Η Συνδιάσκεψη για τον Αφοπλισμό που έγινε το 1933 στην Γενεύη έδειξε καθαρά τις σοβιετικές και ρουμανικές προθέσεις. Ο διάδοχος του Chicherin στη θέση του επιτρόπου εξωτερικών υποθέσεων της ΕΣΣΔ, Maxim Litvinov, πρότεινε στη διάρκεια του συνεδρίου να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με σκοπό την υπογραφή μιας συμφωνίας, στην οποία θα καθορίζονταν επακριβώς τα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να διατυπωθεί ένας σαφής ορισμός του επιτιθέμενου κράτους. Νιώθοντας άμεσα ενδιαφερόμενος, ο Titulescu υπήρξε από τους πρώτους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών κρατών που χαιρέτισαν με θέρμη τη πρόταση του σοβιετικού διπλωμάτη. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συναίνεσης ήταν η επίσημη συμφωνία του Λονδίνου μεταξύ ΕΣΣΔ, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας τον Ιούλιο του 1933 για τον ορισμό του επιτιθέμενου κράτους. Παράλληλα με τα άρθρα που στοιχειοθετούσαν τον ενλόγω ορισμό, η Ρουμανία απαίτησε και πέτυχε να δοθεί και ένας ορισμός για το έδαφος, το οποίο πλέον ορίζονταν ως εκείνος ο χώρος στα όρια του οποίου το εκάστοτε κράτος ασκούσε αυτοδύναμη εξουσία. Η υπογραφή των κειμένων αυτών ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη Ρουμανία, επειδή με αυτόν τον τρόπο η Σοβιετική Ένωση όχι μόνο καταδίκαζε τη χρήση βίας ως μέσο άσκησης διεθνούς πολιτικής, αλλά σεβόταν, έστω και έμμεσα, τη ρουμανική κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα.
Από εκεί και πέρα ο δρόμος για μια σοβιετορουμανική προσέγγιση ήταν ανοικτός. Το 1934 Titulescu και Litvinov αντάλλαξαν επιστολές μεταξύ τους, στις οποίες αποκαθιστούσαν και επίσημα τις διπλωματικές σχέσεις των χωρών τους. Το γεγονός σκόρπισε χαμόγελα στη Ρουμανία, καθώς η ΕΣΣΔ αναγνώριζε έτσι και επίσημα το ρουμανικό κράτος και σεβόταν τα κοινά τους σύνορα. Το κλίμα, ωστόσο, ευφορίας που δημιουργήθηκε στην χώρα επισκίασε το γεγονός ότι στις συμφωνίες Titulescu-Litvinov η σοβιετική κυβέρνηση δεν είχε προβεί σε ρητή και κατηγορηματική αναγνώριση του ρουμανικού καθεστώτος στη Βεσσαραβία. Αντίθετα, η ΕΣΣΔ αποδεχόταν μόνο de facto (και όχι de jure) το καθεστώς της Βεσσαραβίας, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το Βουκουρέστι επρόκειτο να ακολουθήσει πολιτική αποστάσεων από την χιτλερική Γερμανία. Με άλλα λόγια, η Ρουμανία εξασφάλιζε απλά τη σιωπή της ΕΣΣΔ, αναλαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το πολιτικό και οικονομικό ρίσκο μιας αντιγερμανικής πολιτικής. Έτσι, οι Σοβιετικοί μπορεί να απείχαν από κάθε δήλωση σχετικά με το βεσσαραβικό ζήτημα, στην πράξη όμως χωρίς δεν είχαν παραιτηθεί απ’ αυτό. Το καλό κλίμα, βέβαια, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στις σχέσεις της Μόσχας με τους Δυτικούς και τους συμμάχους τους στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, λόγω γερμανοφοβίας, έστρεψε την προσοχή της κοινής γνώμης μακριά από το σκοτεινό αυτό σημείο των συζητήσεων. Εξάλλου, είχε αρχίσει να εδραιώνεται και στην ίδια τη ρουμανική κοινωνία η άποψη ότι, από τη στιγμή που η ΕΣΣΔ εντασσόταν στο διεθνές σύστημα των Βερσαλλιών, το βεσσαραβικό ζήτημα κάποια στιγμή θα διευθετούνταν τρόπον τινά.
Η εξομάλυνση των σοβιετο-ρουμανικών σχέσεων το 1934 αποτέλεσε το διαβατήριο της ΕΣΣΔ για την Κοινωνία των Εθνών. Την εποχή που η Γερμανία του Hitler εγκατέλειπε τις συμφωνίες του Λοκάρνο και αποχωρούσε τόσο από τη Συνδιάσκεψη για τον Αφοπλισμό (1933) όσο και από την ΚτΕ (1934), η Ρωσία του Stalin επέστρεφε δυναμικά στη διεθνή σκηνή αυτήν τη φορά ως νέος σύμμαχος και υποστηρικτής του συστήματος των Βερσαλλιών. Το Μάιο του 1935 οι Σοβιετικοί υπέγραψαν συμφωνίες αμοιβαίας βοήθειας με τη Γαλλία, ενώ το ίδιο έκαναν και με την Τσεχοσλοβακία το 1936. Ταυτόχρονα στο Έβδομο Συνέδριό της το 1934, η Κομιντέρν προέτρεψε τις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων να προσεγγίσουν τις καπιταλιστικές δυνάμεις, δημιουργώντας λαϊκά μέτωπα εναντίον του φασισμού. Αυτές οι εξελίξεις φαίνονταν να ευνοούν τα σχέδια του Titulescu, ο οποίος επιδίωκε να δεσμεύσει τη ΕΣΣΔ σε μια συνθήκη αμοιβαίας βοήθειας με τη Γαλλία αφενός και αφετέρου να επεκτείνει το σύστημα αυτό σε όλα τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη που απειλούνταν από τον χιτλερικό επεκτατισμό.
Οι εξελίξεις, ωστόσο, δεν ακολούθησαν την πορεία που ανέμενε ο ρουμάνος πολιτικός. Η δολοφονία του σέρβου βασιλιά Αλέξανδρου Καραγεώργη μαζί με τον γάλλο υπουργό Εξωτερικών Barthou, υποστηρικτή του Titulescu, τον Οκτώβρη του 1934, το φιάσκο των ποινών που επέβαλλε η ΚΤΕ στον Μουσολίνι λόγω της εισβολής του στην Αιθιοπία το 1935, όπως και η μονομερής άρση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος της Ρηνανίας το 1936 από το Βερολίνο χωρίς γαλλική αντίδραση, σήμαναν την αρχή του τέλους στην ελκυστικότητα της γαλλικής πολιτικής. Γρήγορα ο Titulescu έπεσε σε δυσμένεια, λόγω του φθόνου των πολιτικών του αντιπάλων και της ολοένα αυξανόμενης τάσης του ρουμάνου βασιλιά για ολοκληρωτικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής καθώς και λόγω της δημοτικότητας της φασιστικής οργάνωσης «Σιδηρά Φρουρά» που εκμεταλλευόμενη τα παραδοσιακά αντιρωσικά αισθήματα του λαού κατηγορούσε το ρουμάνο πολιτικό για παράδοση της χώρας στον εβραιομπολσεβικισμό. Ο νέος κύκλος συζητήσεων που άνοιξε στα τέλη του 1935 για το ενδεχόμενο υπογραφής μιας συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ ΕΣΣΔ και Ρουμανίας, ξεσήκωσε αντιδράσεις στο πολιτικό κατεστημένο του Βουκουρεστίου, το οποίο φοβόταν στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στα ρουμανικά εδάφη (και κυρίως σε αυτά της Βεσσαραβίας) με ασήμαντη αφορμή, και επιβάρυνε το κλίμα εναντίον του Titulescu . Τότε, ο ρουμάνος βασιλιάς Κάρολος Β΄, θέλοντας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα εντός και εκτός της χώρας, απέπεμψε τον Titulescu τον Σεπτέμβριο του 1936, την ώρα που ο τελευταίος είχε πετύχει την σύνταξη μιας αποδεκτής για τα ρουμανικά συμφέροντα συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας και ήταν ένα βήμα μακριά από το να την υπογράψει.
Η αποπομπή του Titulescu από το θώκο του ρουμανικού υπουργείου εξωτερικών αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία φοβόταν τη σταδιακή είσοδο του ρουμάνου γείτονα της στη σφαίρα της οικονομικής επιρροής του Τρίτου Ράιχ . Επίσης, η φανερή απροθυμία των Δυτικών να στηρίξουν έμπρακτα τις συμφωνίες με την ΕΣΣΔ, αναλαμβάνοντας κοινή δράση σε περίπτωση νέων προκλήσεων, ενίσχυσε το σοβιετικό σκεπτικισμό. Ήδη από το 1937-1938 ο Στάλιν είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη Γαλλία και την Αγγλία, καθώς διαισθανόταν ότι η πολιτική κατευνασμού που εφάρμοζαν ενίσχυε το γερμανικό αναθεωρητισμό και οδηγούσε στην απομόνωση της ΕΣΣΔ από τις μεγάλες εξελίξεις που συνέβαιναν στην Ευρώπη .
Καθώς το σύστημα των Βερσαλλιών αποδυναμωνόταν συνεχώς, η διεθνής θέση της Ρουμανίας γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Παρά την κίνηση του βασιλιά Καρόλου Β΄ να ανακηρύξει καθεστώς προσωπικής δικτατορίας τον Φεβρουάριο του 1938 με στόχο την ομαλοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού βίου, τα προβλήματα για το ρουμανικό κράτος δεν σταματούσαν. Η κρίση, ο διαμελισμός και η τελική εξαφάνιση της Τσεχοσλοβακίας την περίοδο 1938-1939 στέρησε τη χώρα από την πολύτιμη προστασία της Μικρής Αντάντ και την εξέθεσε άλλη μια φορά στις αναθεωρητικές βλέψεις της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Οι ήδη λιμνάζουσες σχέσεις με τη Μόσχα χειροτέρευαν, ενώ την ίδια στιγμή η κατευναστική πολιτική των Δυτικών ενίσχυε τα αισθήματα αβεβαιότητας των Ρουμάνων, οι οποίοι διατύπωναν εναγωνίως το ερώτημα, πού θα στηριζόταν πλέον η ασφάλεια της χώρας τους. Ο Κάρολος Β΄, προσπάθησε να κρατήσει τη χώρα του ουδέτερη ακολουθώντας μια πολιτική ευαίσθητων ελιγμών. Καταρχήν, αναγκάστηκε να προσεταιριστεί ακόμα περισσότερο τη Γερμανία. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1938 Γερμανία και Ρουμανία είχαν συμφωνήσει στο να αυξηθούν οι εξαγωγές πετρελαϊκών και αγροτικών προϊόντων από τη Ρουμανία στο Ράιχ, με αντάλλαγμα βασικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ στις 23 Μαρτίου 1939 οι δύο χώρες αποφάσισαν από κοινού ένα δεκαετές σχέδιο οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης, το οποίο έδινε το δικαίωμα στη Γερμανία να εκμεταλλεύεται σχεδόν απρόσκοπτα τους ρουμανικούς φυσικούς πόρους.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η Ρουμανία δεν έπαυε να αναζητά πιθανούς συμμάχους στη Δύση προκειμένου να μην μεταβληθεί ολοκληρωτικά σε γερμανικό δορυφόρο και παρασυρθεί στα πολεμικά σχέδια του Ράιχ. Στα τέλη Μαρτίου του 1939 και με την διεθνή κοινή γνώμη να μην έχει ακόμη συνέλθει από την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από το γερμανικό στρατό, ξέσπασαν φήμες στη Βρετανία για επικείμενη εισβολή του γερμανικού στρατού στα ρουμανικά εδάφη, και έγιναν εκκλήσεις για υποστήριξη. Η Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, αποφασισμένες πλέον να μην ανεχθούν περισσότερο το γερμανικό επεκτατισμό, προχώρησαν στις 13 Απριλίου σε δηλώσεις βάσει των οποίων επέκτειναν τις εγγυήσεις τους, πέρα από την άμεσα απειλούμενη Πολωνία, στην Ρουμανία και την Ελλάδα. Ύστερα από αυτό, ο τότε ρουμάνος υπουργός Εξωτερικών, Grigore Gafencu, πραγματοποίησε διερευνητικές επισκέψεις σε Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο, θέλοντας να διαπιστώσει εκ μέρους της κυβέρνησής του σε ποιο βαθμό μπορούσαν οι Δυτικοί να υποστηρίξουν πρακτικά τις υποσχέσεις τους και να υπερασπιστούν τη Ρουμανία σε περίπτωση επίθεσης. Άγγλοι και Γάλλοι εγγυήθηκαν για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία της Ρουμανίας, δεν έκαναν, όμως, το ίδιο και για την εδαφική της ακεραιότητα, γεγονός που απογοήτευσε ενμέρει τον Gafencu. Στη συνάντηση που είχε με τον γερμανό καγκελάριο, ο ρουμάνος πολιτικός βρέθηκε αντιμέτωπος με την έντονη δυσφορία του γερμανικού πολιτικού επιτελείου σχετικά με τις κινήσεις των Βρετανών και των Γάλλων· ο Gafencu, ωστόσο, τον διαβεβαίωσε ότι η εγγυήσεις αυτές ήταν ειρηνικές και δεν συνεπάγονταν αμοιβαιότητα.
Αυτό, βέβαια, που τόσο ο Gafencu όσο και η Δύση δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν σωστά ήταν οι προθέσεις του Stalin. Ο σοβιετικός ηγέτης, όπως τονίστηκε παραπάνω, είχε ήδη αρχίσει να δυσανασχετεί με την απαθή στάση των Δυτικών απέναντι στο σύστημα της συλλογικής ασφάλειας, όταν το 1938 η χώρα του δήλωσε πρόθυμη να ενεργοποιήσει το σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας του 1936 και να υπερασπίσει την Τσεχοσλοβακία σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Γερμανία, δεν της επιτράπηκε όμως λόγω των έντονων ενδοιασμών της Γαλλίας αλλά και της ρητής άρνησης των δύο ομόρων στην Τσεχοσλοβακία κρατών, δηλ. της Πολωνίας και της Ρουμανίας, να επιτρέψουν το πέρασμα σοβιετικών στρατευμάτων από τα εδάφη τους. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν παρούσα στις συνομιλίες που έκριναν το μέλλον όχι μόνο της Τσεχοσλοβακίας αλλά και του διεθνούς κρατικού συστήματος γενικότερα, έπεισαν τη Μόσχα ότι οι δυτικές δυνάμεις επέμεναν περισσότερο στη θεωρία της συλλογικής ασφάλειας και δεν ασχολούνταν με την πρακτική της διάσταση. Για το λόγο αυτό, η ΕΣΣΔ έκρινε τελείως άσκοπο να θυσιάσει φυσικούς πόρους και πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό για να υπερασπίσει ένα σύστημα, στα πλαίσια του οποίου ασφυκτιούσε. Κρίνοντάς το πλέον ανεπαρκές για την ασφάλειά τους, οι Σοβιετικοί άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από το σύστημα της συλλογικής ασφάλειας και να προσανατολίζονται σε μια συμφωνία που από τη μια θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την ειρήνη, και από την άλλη θα ικανοποιούσε τις επιδιώξεις τους στην ανατολική Ευρώπη. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ο Stalin δεν είχε κανένα ενδοιασμό να έλθει σε κάποιου είδους συνεννόηση με τη ναζιστική Γερμανία, εφόσον βέβαια η τελευταία μπορούσε να κάνει την υπέρβαση που αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν η Βρετανία και η Γαλλία. Την ίδια στάση, βέβαια, φαινόταν να παίρνουν και οι Γερμανοί εκείνη την περίοδο. Παρά το αβυσσαλέο ιδεολογικό χάσμα που τους χώριζε, Γερμανοί και Σοβιετικοί διείδαν γρήγορα τα οφέλη που θα μπορούσαν να αποκομίσουν προσωρινά από μια μεταξύ τους συμφωνία. Για τον Hitler μια ειρήνη, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά μεγάλης σημασίας καθώς μόνο έτσι αποτρέπονταν οριστικά το ενδεχόμενο διεξαγωγής πολέμου για τη Wehrmacht σε δύο μέτωπα. O Stalin, από την πλευρά του, κέρδιζε πολύτιμο χρόνο, τον οποίο σκόπευε να αξιοποιήσει προς το συμφέρον του όσο τα καπιταλιστικά κράτη θα αλληλοεξοντώνονταν οικονομικά και στρατιωτικά. Ταυτόχρονα η ΕΣΣΔ είχε την ευκαιρία να επεκτείνει τα όρια της στην ανατολική Ευρώπη και να ανακτήσει περιοχές οι οποίες, πέρα από την αντίληψη ότι αποτελούσαν ιστορικά κομμάτια του ρωσικού κράτους, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άνετα ως ζώνες ανάσχεσης σε περίπτωση μιας σοβιετο-γερμανικής σύγκρουσης.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι βολιδοσκοπήσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν ήδη αρχίσει από τον Απρίλιο του 1939 με αφορμή μερικές οικονομικής φύσης συζητήσεις . Τελικά ορίστηκε η 23η Αυγούστου 1939 ως ημέρα επίσκεψης στη Μόσχα του υπουργού Εξωτερικών του Γ΄ Ράιχ Von Ribbentrop. Την ίδια νύχτα υπογράφηκε η περίφημη συμφωνία Molotov-Ribbentrop, στην οποία τα δύο κράτη δεσμεύονταν να μην εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους και να αναπτύξουν παράλληλα τις εμπορικές τους σχέσεις. Στην υπάρχουσα συμφωνία, ωστόσο, προσετέθη και ένα μυστικό πρωτόκολλο, στο οποίο ΕΣΣΔ και Γερμανία όριζαν σφαίρες επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη ανάλογα με τα συμφέροντα τους. Στην ΕΣΣΔ θα επιδικαζόταν η Φιλανδία, η Εσθονία, η Λετονία και η Ανατολική Πολωνία, ενώ οι Γερμανοί αναγνώριζαν τις διεκδικήσεις της στη Βεσσαραβία.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 άρχισε η γερμανική επίθεση εναντίον της Πολωνίας. Στις 17 Σεπτεμβρίου τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην ανατολική Πολωνία, και άλλα προωθήθηκαν στη Βαλτική και τη Φιλανδία. Η κάμψη της πολωνικής αντίστασης στα τέλη του Σεπτέμβρη και η εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης της γερμανικής πολεμικής μηχανής στο πεδίο της μάχης στην Σκανδιναβία την άνοιξη του 1940 έπεισαν τον Κάρολο Β΄ της Ρουμανίας ότι η Γαλλία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη χώρα του σε περίπτωση πολέμου με τις δυνάμεις της καθηλωμένες στη γραμμή Μαζινό, και ότι μόνον μέσω μιας γερμανόφιλης πολιτικής θα μπορούσε η Ρουμανία να διατηρήσει την εδαφική της ακεραιότητα. Η προσπάθεια, εξάλλου, του Gafencu να προωθήσει ήδη από το φθινόπωρο του 1939 την ιδέα ενός συνασπισμού ουδέτερων κρατών με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας και τις εγγυήσεις της Ιταλίας είχε πέσει στο κενό και η Ρουμανία ένιωθε όσο ποτέ άλλοτε εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο να παρασυρθεί σε έναν ανεπιθύμητο πόλεμο. Στις 29 Μαΐου 1940 υπογράφηκε μια νέα γερμανο-ρουμανική εμπορική συνθήκη σύμφωνα με την οποία το Γ΄ Ράιχ θα μπορούσε να προμηθεύεται φθηνό πετρέλαιο, τρόφιμα και άλλα αγροτικά προϊόντα προσφέροντας για αντάλλαγμα στο ρουμανικό κράτος οπλισμό. Δυο μέρες αργότερα ο Gafencu αντικαταστάθηκε στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών από τον γερμανόφιλο και οπαδό του εθνικοσοσιαλισμού Ion Gigurtu.
Η Ρουμανία, ωστόσο, βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ήδη η υπογραφή της συμφωνίας Molotov-Ribbentrop το περασμένο καλοκαίρι είχε διαλύσει το σύστημα συμμαχιών στο οποίο βασιζόταν μέχρι τότε το Βουκουρέστι, είχε αποξενώσει τη Ρουμανία από την παραδοσιακή της σύμμαχο, τη Γαλλία, είχε στενέψει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και είχε αφήσει τη χώρα απροστάτευτη απέναντι στις εδαφικές διεκδικήσεις της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Επίσης, η αναγνώριση των σοβιετικών διεκδικήσεων στη Βεσσαραβία από πλευράς Γερμανίας, σήμαινε ότι σε περίπτωση σύνταξής του με τον Άξονα, το Βουκουρέστι ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε, δυσάρεστες για εκείνο, παραχωρήσεις απέναντι στη Μόσχα. Ήδη οι Γερμανοί ασκούσαν πιέσεις από την αρχή του 1940 για να κινηθεί το Βουκουρέστι προς μια τέτοια κατεύθυνση και επιδίωκαν να λάβουν μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα «αν και κατά πόσο θα μπορούσε η Ρουμανία να λάβει σοβαρά υπόψη τα αιτήματα των γειτόνων της για επαναχάραξη των συνόρων στην περιοχή, όπως για παράδειγμα αυτά που αφορούσαν το βεσσαραβικό ζήτημα» .
Με την κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατό στις 14 Ιουνίου και την τυπική παράδοση της Γαλλίας στις 25 Ιουνίου του 1940, η Ρουμανία έχασε και την τελευταία δύναμη, η οποία θα μπορούσε να υπερασπίσει την εδαφική της ακεραιότητα. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός, οι Σοβιετικοί απηύθυναν στις 26 Ιούνιου 1940 στο Βουκουρέστι τελεσίγραφο, στο οποίο έδιναν είκοσι τέσσερις ώρες διορία στις ρουμανικές αρχές να εκκενώσουν τη Βεσσαραβία και τη βόρεια Μπουκοβίνα. Στο σχετικό κείμενο η ΕΣΣΔ ισχυριζόταν ότι η Βεσσαραβία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του ρωσικού κράτους και ότι τόσο η Βεσσαραβία όσο και η βόρεια Μπουκοβίνα κατοικούνταν κατά κύριο λόγο από Ουκρανούς, και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να επιστρέψουν στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας . Παρά το γεγονός ότι η βόρεια Μπουκοβίνα δεν ανήκε στις περιοχές που είχαν επιδικαστεί στην ΕΣΣΔ βάσει του μυστικού πρωτοκόλλου το 1939, η Γερμανία, που χρειαζόταν μια σταθερή Ρουμανία για να μην διαταραχτεί η πρόσβασή στους απαραίτητους για τον γερμανικό στρατό πλουτοπαραγωγικούς της πόρους, πίεσε τον Κάρολο να δεχτεί τους σοβιετικούς όρους . Έτσι, αντίθετα από τη κοινό αίσθημα, η Ρουμανία ενέδωσε στις γερμανικές και σοβιετικές πιέσεις, και στις 28 Ιουνίου 1940 ο Κόκκινος Στρατός εισήλθε στη Βεσσαραβία και τη βόρεια Μπουκοβίνα, ενώ οι ρουμανικές αρχές και οι απλοί πολίτες εγκατέλειπαν τις περιοχές σε κατάσταση πανικού.
Στις 2 Αυγούστου 1940 η ΕΣΣΔ διαμέλισε τη Βεσσαραβία αποδίδοντας το νότιο τμήμα της (το παλιό οθωμανικό Μπουτζάκ) και τη βόρεια περιοχή του Χότιν στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας, ενώ το κεντρικό κομμάτι ενώθηκε με τη λωρίδα γης ανατολικά του Δνείστερου (τη γνωστή Υπερδνειστερία) σε μια ενιαία Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας. Τα υπόλοιπα εδάφη της ΑΣΣΔΜ ενσωματώθηκαν, μαζί με τη βόρεια Μπουκοβίνα, στην Ουκρανία. Αμέσως μετά την κατάληψη των νέων εδαφών ξεκίνησε η κολεκτιβοποίηση, η διάλυση της μεγάλης ιδιοκτησίας και η προσαρμογή της περιοχής στα νέα σοβιετικά οικονομικά δεδομένα.
Η αρπαγή και κομμουνιστικοποίηση της Βεσσαραβίας αποδείχτηκε πως ήταν μόνο η αρχή των εδαφικών ανακατατάξεων για το Βουκουρέστι. Τον Ιούλιο του 1940 η ουγγρική κυβέρνηση του Pal Teleki εκμεταλλεύτηκε τη σοβιετική προέλαση στη Βεσσαραβία και την οριστική ρήξη των σχέσεων της Ρουμανίας με τους δυτικούς της συμμάχους, για να εγείρει και επίσημα αξιώσεις στην Τρανσυλβανία . Καθώς, όμως, προκλήθηκε ιδιαίτερη ένταση μεταξύ Βουκουρεστίου και Βουδαπέστης με τον κίνδυνο να είναι ορατός ένας τοπικός πόλεμος, Γερμανοί και Ιταλοί κάλεσαν τις δύο πλευρές σε συνάντηση στη Βιέννη, όπου και επέβαλαν το δικό τους πολιτικό σχέδιο . Σύμφωνα με αυτό, η βόρεια Τρανσυλβανία μαζί με την πόλη του Κλουζ θα παραχωρούνταν στην Ουγγαρία, ενώ το υπόλοιπο νότιο τμήμα της περιοχής καθώς και το Βανάτο θα παρέμεναν κάτω από ρουμανική κυριαρχία. Μην έχοντας περιθώρια ελιγμών ο Κάρολος Β΄ της Ρουμανίας δέχτηκε τη γερμανική «διαιτησία της Βιέννης» στις 30 Αυγούστου 1940, ο ίδιος όμως απομονώθηκε πολιτικά και, ύστερα από την επιστροφή και της νότιας Δοβρουτσάς στη Βουλγαρία το Σεπτέμβριο του 1940, παραιτήθηκε από το θρόνο υπέρ του υιού του Μιχαήλ, η εξουσία του οποίου όμως ήταν καθαρά συμβολική. Τις πολιτικές τύχες της Ρουμανίας στο εξής ανέλαβε ο γερμανόφιλος στρατηγός Ion Antonescu, ο οποίος στηρίχθηκε αρχικά στα φασιστικά στοιχεία της Σιδηράς Φρουράς και τον Νοέμβριο του 1940 υπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο εντάσσοντας τη Ρουμανία στο στρατόπεδο του Άξονα.
Στις 22 Ιουνίου 1941 ο Hitler παραβίασε τη συμφωνία της 23ης Αυγούστου 1939 και επιτέθηκε με όλες του τις δυνάμεις στην ΕΣΣΔ. Στις πολεμικές επιχειρήσεις της Γερμανίας εναντίον των Σοβιετικών συμμετείχαν περίπου ένα εκατομμύριο Ρουμάνοι στρατιώτες που ετοίμαζαν από τον προηγούμενο χρόνο την εκδίκηση τους. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου 1941 ολόκληρη η Βεσσαραβία βρίσκονταν και πάλι υπό ρουμανικό έλεγχο. Οι ρουμανικές δυνάμεις συνέχισαν με επιτυχία την προέλασή τους και κατάφεραν να προωθηθούν έως την Υπερδνειστερία και την περιοχή της Οδησσού, όπου, κατόπιν και γερμανικών παραινέσεων, επιδόθηκαν σε διωγμούς εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού . Παράλληλα το καθεστώς του Antonescu θέλησε να επανεντάξει τη Βεσσαραβία στον ρουμανικό εθνικό κορμό, προσπαθώντας να ελέγξει την παραγωγή και να βάλει τάξη στο οικονομικό και κοινωνικό χάος, να επισκευάσει το οδικό δίκτυο και να ανοίξει και πάλι τα ρουμανικά σχολεία που είχαν κλείσει οι Σοβιετικοί το 1940 .
Μετά τη νίκη, ωστόσο, των Σοβιετικών στο Στάλινγκραντ το 1943 και την υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την Ανατολική Ευρώπη, η αναταραχή επανήλθε στην περιοχή. Τον Απρίλιο του 1944 σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την Υπερδνειστερία από την Ρουμανία και μέσα στους επόμενους μήνες άρχισαν να εισέρχονται και στη Βεσσαραβία. Με τον Κόκκινο Στρατό προ των πυλών, ο βασιλιάς Μιχαήλ οργάνωσε στις 23 Αυγούστου 1944 στρατιωτικό πραξικόπημα σε συνεργασία με αντιφασιστικές δυνάμεις και ανέτρεψε τον Antonescu, τάσσοντας τη χώρα του στο πλευρό των Συμμάχων. Ήταν όμως αργά για να αλλάξει η τύχη τόσο της Ρουμανίας όσο και της Βεσσαραβίας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισήλθε στο Βουκουρέστι φέρνοντας μαζί του και μια νέα πραγματικότητα στην έως τότε πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 υπογράφηκε ανακωχή, βάσει της οποίας η ΕΣΣΔ υποσχόταν στη Ρουμανία την επιστροφή της βόρειας Τρανσυλβανίας, εφόσον αυτή, βέβαια, αποφάσιζε να συνδράμει στρατιωτικά στην ήττα του φασισμού και να μη θέσει μεταπολεμικά θέμα Βεσσαραβίας . Οι επιδιώξεις του σοβιετικού παράγοντα έγιναν τελικά πραγματικότητα και το συνέδριο της ειρήνης στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1947 σταθεροποίησε τα ρουμανο-σοβιετικά σύνορα στον ποταμό Προύθο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anghel, Florin, «Relațiile româno-sovietice la Conferința de la Varșovia (1921)», Studii și materiale de istorie contemporană, 2 (2003)

American Society of International Law, «Treaty between the Principal Allied Powers and Roumania Respecting Bessarabia», The American Journal of International Law, 1 (1923)

Bacon, Walter, Behind Closed Doors. Secret Papers on the Failure of Romanian-Soviet Negotiations 1931-1932, Stanford: California, Hoover Institution Press, 1979

Bacon, Walter, Nicolae Titulescu and Romanian Foreign Policy, 1933-1934, Stanford: California, Hoover Institution Press, 1975

Bodunescu, Ion, Diplomația românească în slujba indepndenței, București, Junimea, 1984

Bulei, Ion, Ιστορία των Ρουμάνων, Μετάφρ. Τσιπριάν Ν. Σούτσιου, Θεσσαλονίκη, Σταμούλης, 2008

Calafateanu, Ion, Diplomația românească în sud-estul Europei (martie 1938-martie 1940), București, Editura Politică, 1980

Campus, Eliza, «Main features of Romania’s foreign policy in the inter-war period», Nouvelles Etudes d’ Histoire, 5 (1975)

Castellan, Georges, A History of the Romanians, New York, East European Monographs, 1989

Castellan, Georges, Ιστορία των Βαλκανίων, Μετάφρ. Βασιλική Αλιφέρη, Αθήνα: Γκοβόστης, 1991

Cașu, Igor, «Fals premeditat sau eroare banală? Considerații despre ultima- tumul sovietic din iunie 1940», Revista de Istorie a Moldovei, 4 (2004)

Cornea, Victor, «Bessarabia and Russo-Rumanian Relations», Contemporary Review, 157 (1940)

Dima, Nicholas, Bessarabia and Bukovina: The Soviet-Romanian Territorial Dispute, Boulder, Eastern European Monographs, 1982

Dobrinescu, Valeriu Florin, «Romania n the summer of 1940: The Evacuation of Bessarabia and Northern Bukovina (June 1940)», Revue Roumaines d’ Histoire, 3-4 (1995)

Donaldson, Robert, The Foreign Policy of Russia: changing systems, enduring interests, New York, 1998

Εllenstein, Jean, Ιστορία της ΕΣΣΔ, Μετάφρ. Βενετία Σταυροπούλου, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980

Gafenco, Gregoire, Preliminaires de la guerre a l’ est: De l’accord de Moscou aux hostilites en Russie, Paris, Egloff, 1944

Gorodetsky, Gabriel (ed.), Soviet Foreign Policy, 1917-1991: A Retrospective, Portland, Frank Cass, 1994

Hitchens, Marilyn Giroux, Germany, Russia and the Balkans. Prelude to the Nazi-Soviet Non-Aggression Pact, Boulder, East European Monographs, 1983

Ionescu, Costin (ed.), Relațiile româno-sovietice. Documente-Vol. II, 1935-1941, București: Editura Fundației Culturale Române, 2003

Iordan, Constantin, «Ofensiva Kominternului contra statelor sud-estului european și reacții în regiune (1924-1925)», Revista de istorie a Moldovei, 1 (2008)

King, Charles, The Moldovans. Romania, Russia, and the Politics of Culture, Stanford, California: Hoover Institution Press, 2000

Kissinger, Henry, Διπλωματία, Μετάφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, Αθήνα, Λιβάνης, 1995

Kontler, Laszlo, A history of Hungary: millennium in Central Europe, Budapest, Atlantisz, 2002

Micu, Veniamin (ed.), 6 Martie 1945: Începuturile Comunizării României, București, Editura Enciclopedica, 1995

Miliukov, Paul (ed), Case for Bessarabia: Α Collection of Documents on the Rumanian occupation, London, Russian Liberation Committee, 1919

Mitrasca, Marcel, Moldova: A Romanian Province Under Russian Rule: Diplomatic History From The Archives Of The Great Powers, New York, Algora Publishing, 2002

Oprea, Ion, Nicolae Titulescu’s Diplomatic Activity, Bucharest, Publishing House of the Academy of the Socialist Republic of Romania, 1968

Otelița, Doina, « Problema Basarabiei în evoluția raporturilor româno-sovietice, 1918-1924», Buletinul Cercurilor Științifice Studențești:Arheologie-Istorie, 1 (1995)

Ragsdale, Hugh, «The Butenko Affair: Documents form Soviet-Romanian Relations in the Time of the Purges», The Slavonic and East European Review, 4 (2001)

Riestelhueber, Rene, Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, Μετάφρ. Αναστασία Μεθενίτη-Αθανάσιος Στεφανής, Αθήνα, Παπαδήμας, 2003

Ross, Graham, Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η παρακμή του ευρωπαϊκού κρατικού συστήματος, 1914-1945, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1987

Roberts, Geoffry, «The Soviet Decision for a pact with Nazi Germany», Soviet Studies, 1 (1994)

Scurtu, Ioan (ed.), Istoria Basarabiei de la începuturi până în 1998, București, Editura Semne, 1998

Stefănescu, Romică, «Conferința româno-sovietică de la Viena (27 martie-2 aprilie 1924)», Chronos – Revista de istorie, 2 (2007)

Titulescu, Nicolae, Romania’s Foreign Policy (1937), Bucuresti, Encyclopedic Publishing House, 1994

Τούντα-Φεργάδη, Αρετή, Η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Σιδέρης, 2000

Van Meurs, Wim, The Bessarabian Question in Communist Historiography. Nationalist and Communist Politics and History-Writing, New York, Eastern European Monographs, 1994

Volkmer, Gerald, «Die UdSSR und Rumänien 1939 bis 1941», Zeitschrift für Siebenbürgische Landeskunde, 22 (1999)

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Charles Upson Clark, Bessarabia, Russia and Rumania on the Black Sea:
http://depts.washington.edu/cartah/text_archive/clark/toc_pag.shtml

Nicolae Dragușin, Nicolae Titulescu. Patriot sau trădator?:
http://www.romanialibera.ro/index.php?page=13&aid=124659

Saulius Sužiedėlis, The Molotov-Ribbentrop Pact: The Documents:
http://www.lituanus.org/1989/89_1_03.htm

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Jurnalul Național, 1.12.2004, «Septembrie 1924–Bolsevicii încearcă să recupereze Basarabia».

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s