Κωνσταντίνος Α’ : Από την απομακρυνση στην εξορία. Η δράση των ανακτόρων και των εξόριστων της φιλοβασιλικής παράταξης, η πολιτική των κεντρικών δυνάμεων και η έξοδος της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΕΣΤΗ

(D.E.A. POLITIQUES NATIONALES ET POLITIQUES EUROPEENNES DES ETATS DE L’UNION EUROPEENNE, UNIVERSITE PARIS III- SORBONNE NOUVELLE. ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ- ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.)

Κωνσταντίνος Α’ : Από την απομακρυνση στην εξορία.

Η δραση των ανακτόρων και των εξοριστων της φιλοβασιλικής παράταξης, η πολιτική των κεντρικων δυνάμεων και η έξοδος της Ελλάδας στον     Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.[1]

 Από την άνοιξη του 1917 οι Σύμμαχοι της Entente επεξεργάζονται το μόνο μέσο που θεωρούν αποτελεσματικό για την επίλυση του ακανθώδους ελληνικού ζητήματος, την εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Σε αυτό συνετέλεσαν ορισμένα καθοριστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα διεθνώς και καθόρισαν την πορεία του πολέμου στο σύνολό της: Η πρώτη επανάσταση στη Ρωσία και η πτώση του Τσάρου Νικολάου το Μάρτιο στέρησε από το ελληνικό στέμμα την τσαρική υποστήριξη της δυναστικής νομιμοποίησης. Σχεδόν ταυτόχρονα, η πτώση του Aristide Briand από την πρωθυπουργία της Γαλλίας, προκαλεί την απώλεια μίας φωνής μετριοπάθειας, η οποία συγκρατούσε τους οπαδούς μίας πιο δυναμικής παρέμβασης στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Τέλος, η είσοδος των Η.Π.Α. στον πόλεμο τον Απρίλιο στο πλευρό της Entente, παρότι δεν υπήρξε ποτέ κάποια ανάμειξή τους στο ελληνικό ζήτημα, στερούσε από τα ελληνικά ανάκτορα έναν δυνητικό σύμμαχο που θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στις δυτικές δυνάμεις σχετικά με το σεβασμό των δικαιωμάτων των ουδετέρων χωρών.[2] Αμεσότερες επιπτώσεις είχε το γεγονός ότι το 1917 επιβαλλόταν πλέον η συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, προκειμένου να ενισχύσει την προγραμματισμένη για την άνοιξη προέλαση του Γάλλου Στρατηγού Sarrail στη Βουλγαρία, πράγμα που πλέον ήταν προφανές ότι δεν θα συνέβαινε όσο ο Κωνσταντίνος παρέμενε στο θρόνο.

Στην Αθήνα, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ανέμενε εξελίξεις στο ανατολικό μέτωπο, προσέγγισε την αγγλική αποστολή με φιλικές διαθέσεις, προτείνοντας την αντικατάσταση της κυβέρνησης του Σπυρίδωνα Λάμπρου με μία μετριοπαθέστερη υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, προκειμένου να αποτρέψει μία γαλλική επίθεση στα ελεγχόμενα από τη βασιλική ελληνική κυβέρνηση εδάφη.[3] Πράγματι οι Γάλλοι με το Βενιζέλο επικεφαλής στη Θεσσαλονίκη από τις 9 Οκτωβρίου 1916[4]+[5], επεξεργάζονταν σχέδιο επίθεσης στη Θεσσαλία, προκειμένου να διασφαλιστεί η σοδειά, η οποία θα χρησίμευε στη σίτιση της Armée d’Orient. Στις 4 Μαΐου ο Ζαΐμης ανέλαβε τα ηνία της νέας κυβέρνησης η οποία προσπάθησε μέσω των Άγγλων διπλωματικών αντιπροσώπων να επιτύχει μία προσέγγιση Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, ο τελευταίος όμως πίστευε ότι πλέον ο καιρός των συνεννοήσεων είχε παρέλθει.[6] Τόσο οι Γάλλοι όσο και η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν αντίθετοι πλέον στις λύσεις μετριοπάθειας. Κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής σύσκεψης της 28ης-29ης Μαΐου στο Λονδίνο, οι Γάλλοι κατάφεραν να κυριαρχήσουν επ’αυτού, οπότε οι δύο σύμμαχοι κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: Αποφασίστηκε η προέλαση στη Θεσσαλία, προκειμένου να διασφαλιστεί η σοδειά, στη συνέχεια η κατάληψη του Ισθμού της Κορίνθου, προκειμένου να εγκλωβιστούν τα βασιλικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο και τέλος, η επίδοση ενός τελεσιγράφου στο Βασιλιά. Στο τελεσίγραφο οι Σύμμαχοι θα αξίωναν την απομάκρυνσή του και σε περίπτωση που αρνείτο θα αποβίβαζαν στρατεύματα στον Πειραιά. Τέλος αποφάσισαν την αποστολή ενός προσώπου που θα ενεργούσε ως ενιαία αρχή, τον Γάλλο βουλευτή Charles Jonnart, ο οποίος ήταν πρόσωπο αποδεκτό στο Λονδίνο και θα ενεργούσε εξ ονόματος του συνόλου της Entente.

                   Με την άφιξή του στην Αθήνα, ο Jonnart καθησύχασε το Ζαΐμη ότι αποστολή του ήταν μόνο η εξασφάλιση της δίκαιης διανομής της σοδειάς, παρότι ο δεύτερος γνώριζε τις συζητήσεις για την επικείμενη απομάκρυνση του Βασιλιά.  Κατόπιν, ο Γάλλος επιτετραμμένος αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη, όπου οργάνωσε με τον Sarrail τις ταυτόχρονες ενέργειες σε Θεσσαλία, Αθήνα και Ισθμό. Παρά την ασυμφωνία στη συμμαχική πολιτική, η προέλαση στη Θεσσαλία ξεκίνησε στις 10 Ιουνίου και το ίδιο βράδυ, ξημερώματα της 11ης Ιουνίου, κατελήφθη ειρηνικά ο Ισθμός. Το ίδιο πρωί, παράλληλα με την εμφάνιση των συμμαχικών μεταγωγικών έξω από την Αθήνα, και αγνοώντας τους βρετανικούς ενδοιασμούς της τελευταίας στιγμής, ο Jonnart επέδωσε στο Ζαΐμη τελεσίγραφο, με το οποίο αξίωνε την παραίτηση του Βασιλιά υπέρ ενός από τους δύο γιους του πλην του διαδόχου Γεωργίου.[7] Στο ανακτοβούλιο που συνήλθε εσπευσμένα το απόγευμα της 29ης Μαΐου/ 11ης Ιουνίου υπήρξαν διαφωνίες: Ο μεν Ζαΐμης πρότεινε την παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ του γιου του Αλέξανδρου, οι δε πιο σκληροπυρηνικοί πρότειναν την απόρριψη του τελεσιγράφου, ενώ ο Μεταξάς είχε ήδη εισηγηθεί τη διαφυγή του Βασιλιά στην Τρίπολη και την ανάληψη από εκεί ένοπλης αντίστασης με τη βοήθεια των βασιλικών στρατευμάτων.[8] Τελικώς ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να αποδεχτεί το τελεσίγραφο, στο οποίο στις 12 Ιουνίου έδωσε την εξής απάντηση:

«Ὑπείκων εἰς ἀνάγκην καί ἐπιτελῶν καθῆκον πρός τήν Ἑλλάδα, ἒχων δέ πρό ὀφθαλμῶν Αὐτῆς μόνης τό συμφέρον, ἀναχωρῶ ἐκ τῆς Ἀγαπητῆς μου Πατρίδος μετά τοῦ Διαδόχου, ἀφίνων εἰς τόν θρόνον τόν υἱόν μου Ἀλέξανδρον».[9]

Η απάντηση αυτή, η οποία επίτηδες διατυπώθηκε έτσι από τον συντάκτη Ζαΐμη, δεν ανέφερε τον όρο «παραίτηση», προκειμένου να δώσει περιθώριο σε μετέπειτα επιστροφή του Κωνσταντίνου, γεγονός που είχε εγκριθεί και από τον Jonnart, καθώς οι Σύμμαχοι τότε δεν έφεραν αντίρρηση για τη μετά το πέρας του πολέμου επάνοδό του, εφόσον ανταποκρινόταν στην επιθυμία του ελληνικού λαού. Η αναχώρηση της βασιλικής οικογένειας συντελέστηκε το βράδυ της 12ης Ιουνίου χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια παρά τη συγκέντρωση πλήθους έξω από τα ανάκτορα, ανάμεσά στο οποίο και μέλη του Συνδέσμου των «Επιστράτων», οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει στα επεισόδια των Νοεμβριανών του 1916. Παράλληλα αποβιβάστηκαν με τάξη συμμαχικά στρατεύματα και κατέλαβαν κάποιες στρατηγικές θέσεις, ενώ ο Jonnart, προκειμένου να προλάβει αντιδράσεις, εξήγγειλε την ταυτόχρονη άρση του ανεφοδιαστικού αποκλεισμού της Ελλάδας.

Κι ενώ εξετάζονταν οι εναλλακτικές δυνατότητες για την προπαρασκευή της επανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία, ο Jonnart ξεκίνησε τις διαδικασίες εκτόπισης των κορυφαίων ανακτορικών στελεχών, πράγμα που αθετούσε τις προγενέστερες διαβεβαιώσεις του για τη μη λήψη μέτρων αντεκδίκησης. Έτσι περίπου τριάντα επιφανείς αντιβενιζελικοί, μεταξύ των οποίων οι στρατιωτικοί Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς και ο πρώην Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, αναχώρησαν στις 20 Ιουνίου 1917 για τη Μασσαλία και από εκεί για την Κορσική, όπου παρέμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου. Άλλο εκατό περίπου, μεταξύ αυτών οι πρώην πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης, Σπυρίδων Λάμπρος και Στέφανος Δραγούμης προβλεπόταν ή να τεθούν υπό επιτήρηση ή να εξοριστούν σε νησιά του Αιγαίου. [10]

Στο Αιάκειο της Κορσικής ο Μεταξάς θα εγκατασταθεί στο Grand Hotel με τη σύζυγό του και τις δύο ανήλικες κόρες του. Η αναγκαστική του αδράνεια τον ανάγκαζε να γεμίσει τις ώρες του με μακρινούς περιπάτους, διδασκόμενος τη γαλλική γλώσσα, διαβάζοντας και ερχόμενος σε επαφή με αρκετούς από τους συνεξορίστους του, με τους οποίους παρακολούθησε τις εξελίξεις του πολέμου από το δεύτερο εξάμηνο του 1917.[11] Αν και δεν υπάρχει ημερολόγιο της εποχής της εξορίας, εντούτοις ο Μεταξάς κρατούσε σημειώσεις για τις σκέψεις του σε ξεχωριστό τετράδιο[12], σκέψεις πάνω στον ανταγωνισμό εντός του στρατοπέδου της Entente, στην τελειότητα της γερμανικής ομαδικής προσπάθειας για τη βελτίωση και τελειοποίηση της κοινωνίας τους, στην αστάθεια που θα επικρατούσε στην Ευρώπη σε περίπτωση γερμανικής ήττας, την ανάγκη της ευρωπαϊκής ενότητας. Επίσης έθετε φιλοσοφικά ερωτήματα για τη θρησκεία, την ευρωπαϊκή αντίληψη για το γερμανικό φαινόμενο, την εφαρμοσιμότητα των Σημείων του Wilson.[13] Στην Κορσική ο Μεταξάς παρέμεινε μέχρι τις 24 Νοεμβρίου/ 7 Δεκεμβρίου, απ’όπου και κατάφερε να δραπετεύσει μαζί με τους Δ. Γούναρη και Γ. Πεσμαζόγλου. Έφτασαν στη Σαρδηνία, όπου κρατήθηκαν από τις ιταλικές αρχές μέχρι τον Ιούλιο του 1918, παρότι οι μασώνοι της Σαρδηνίας τους βοήθησαν ιδιαιτέρως στην προσαρμογή τους. Ο Μεταξάς ήταν Τέκτονας και μάλιστα κατείχε υψηλό βαθμό στη μασωνική ιεραρχία.[14] Σχεδίαζε να δραπετεύσει και από εκεί και να μεταβεί στην Ελβετία με τον Πεσμαζόγλου, όμως ο Γούναρης δε συμφώνησε και έτσι το σχέδιο ματαιώθηκε.[15] Εκτός του να ενημερώνεται και να συζητάει τις εξελίξεις με τους συνεξορίστους του, δεν φαίνεται να ανέλαβε κάποια ιδιαίτερη δράση στη διάρκεια της εξορίας του, πέραν των επαφών του με την ιταλική μασωνεία. Άλλωστε, ως κρατούμενος στην ουσία των Ιταλών δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Στην Ελλάδα, θα επιστρέψει πλέον το Νοέμβριο του 1920.[16]

Στην Ελλάδα, με την ανάρρησή του στο θρόνο, ο Αλέξανδρος εξέδωσε διάγγελμα, στο οποίο μεταξύ άλλων δήλωνε την πρόθεσή του να ακολουθήσει την πολιτική του πατέρα του. Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε εξαιρετικά προκλητική από πολλούς βενιζελικούς, ο ίδιος ο Βενιζέλος όμως αντέδρασε ήπια, παρότι είχε αποδεχτεί τη λύση της παραμονής της δυναστείας στο πρόσωπο του Αλέξανδρου με μεγάλη απροθυμία. Κοινός παρανομαστής ήταν πλέον η εξεύρεση λύσης για κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης. Το σενάριο προέβλεπε μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Ζαΐμη και κατόπιν σύγκλιση της Βουλής της 13ης Ιουνίου 1915 «των Λαζάρων», η λειτουργία της οποίας, σύμφωνα με τους βενιζελικούς, είχε τερματιστεί με τρόπο αντισυνταγματικό από τον Βασιλιά στις 5 Οκτωβρίου 1915.[17] Ο Ζαΐμης αρνήθηκε να συναινέσει και στις 24 Ιουνίου υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να καλέσει το Βενιζέλο να αναλάβει το σχηματισμό κυβέρνησης. Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση αυτή ξέσπασαν μεγάλες ταραχές στην Αθήνα και στην υπόλοιπη ελεγχόμενη από τα βασιλικά στρατεύματα και τους «Επιστράτους» Ελλάδα. Στις 25 Ιουνίου ο Βενιζέλος εισέρχεται στην Αθήνα υπό προστατευτικό κλοιό χωροφυλακής και Γάλλων στρατιωτών. Στις 27 Ιουνίου παρουσιάστηκε στο Βασιλιά ο κατάλογος του νέου υπουργικού συμβουλίου και ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση. Την επομένη έγινε το πρώτο βήμα της ανάμειξης της ενιαίας πλέον Ελλάδας στον πόλεμο με την παύση των διπλωματικών σχέσεων με τις Κεντρικές Δυνάμεις.[18]

Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και η ανάμειξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την Entente κατά κάποιο τρόπο διευκόλυναν τη Γερμανία, περιέπλεξαν όμως τα πράγματα στις σχέσεις μεταξύ των Κεντρικών Δυνάμεων και της Ελλάδας. Θεωρητικά η Ελλάδα δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, αφού εκείνες δεν είχαν αναγνωρίσει το καθεστώς της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, με την αναχώρησή του, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν είχε παραιτηθεί από την ηγεσία του ελληνικού κράτους και ότι ο Αλέξανδρος τον αναπλήρωνε απλώς ως τοποτηρητής του θρόνου. Η ανωμαλία των συνθηκών προσέφερε στο Βερολίνο την κατάλληλη ευκαιρία ώστε να αποφύγει να κηρύξει πόλεμο στην Ελλάδα για λίγο καιρό, καθώς δεσμευόταν και από το συγγενικό δεσμό του Κωνσταντίνου με τον Kaiser.

Η Γερμανία βρέθηκε στη λεπτή θέση να πρέπει να συνδυάσει τις βλέψεις της συμμάχου Βουλγαρίας με τη διατήρηση των επαφών της με τον Κωνσταντίνο, απέναντι στον οποίον το 1915 είχε δεσμευτεί για τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και την αποχώρηση των στρατευμάτων των Κεντρικών Δυνάμεων από το μακεδονικό έδαφος μετά το πέρας των επιχειρήσεων. Όμως η Βουλγαρία είχε ήδη προβεί σε επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσε κυριαρχικές, καθώς και σε πολιτική εκτοπισμού του ελληνικού στοιχείου από τα εδάφη που κατακτούσε. Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από τον ελληνικό θρόνο και η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο αποτελούσαν θετική εξέλιξη, καθώς ακύρωναν κάθε προηγούμενη βουλγαρική δέσμευση απέναντι σε μία ουδέτερη χώρα. Έτσι η Βουλγαρία, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανακατάληψη της εξουσίας από το Βενιζέλο, άρχισε να επεξεργάζεται σχέδιο άμεσης προέλασης προς τη Θεσσαλονίκη.[19]

Σε γενικές γραμμές η πολιτική της Γερμανίας στα Βαλκάνια αρχικά ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική των συμμάχων της σε αρκετά επίπεδα. Η αυστριακή οπτική για μία μικρή Σερβία χωρίς διέξοδο στη θάλασσα ερχόταν σε αντίθεση με τη γερμανική οπτική για μία μεγάλη Σερβία, οικονομικά εξαρτημένη από την Αυστροουγγαρία, η οποία θα διευκόλυνε την εδραίωση ενός γερμανικού πυρήνα στην Κεντρική Ευρώπη. Από την άλλη, η Γερμανία μπορεί να επιθυμούσε μία μεγάλη σύμμαχο Βουλγαρία, όμως η επιθυμία της να εδραιώσει την επιρροή της τόσο στην Κωνστάντζα, όσο και στη Θεσσαλονίκη περιέπλεκαν τις σχέσεις της με τη Βουλγαρία, λόγω των διεκδικήσεων της τελευταίας στη Δοβρουτσά και τη Μακεδονία. Τέλος, το γεγονός ότι η Γερμανία προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας, περιέπλεκε τις σχέσεις της με τους δύο αυτούς συμμάχους της. Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου στάθηκε μία ευκαιρία να επεξεργαστούν οι γερμανικές αρχές μία νέα πολιτική απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, βάσει της οποίας θα ικανοποιούσαν τους συμμάχους τους.[20]

Ο εξόριστος Βασιλιάς και οι σύμβουλοί του δεν είχαν καταφέρει να προβλέψουν την ταχύτητα των εξελίξεων μετά την αποδοχή του τελεσιγράφου της Entente. Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν πως ο Κωνσταντίνος ούτε πρόλαβε να καταστρώσει πρόγραμμα εναλλακτικών ενεργειών για τον Αλέξανδρο, ούτε είχε την ευκαιρία να δώσει οδηγίες στους έμπιστούς του αξιωματικούς στην Πελοπόννησο.[21] Επίσης η επικοινωνία που παγιώθηκε μεταξύ του βασιλικού ζεύγους και του Αλεξάνδρου δεν ήταν ούτε συχνή ούτε απρόσκοπτη, παρότι σε κείμενα προερχόμενα από οπαδούς των Φιλελευθέρων αναφέρεται το αντίθετο.[22] Χαρακτηριστικά αναφέρεται ο πόνος της βασιλομήτορος Σοφίας που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το παιδί της.[23]

Παρόλ’ αυτά, στην Ελβετία πλέον, ο Κωνσταντίνος διατηρούσε την αισιόδοξη πεποίθηση ότι η επικείμενη λαϊκή εξέγερση εναντίον του Βενιζέλου, στην οποία θα πρωτοστατούσαν οι αφοσιωμένες στον ηγεμόνα στρατιωτικές δυνάμεις της Πελοποννήσου, θα αποτελούσε αφορμή για να επιστρέψει στο θρόνο. Η οριστική νίκη επί του βενιζελισμού επέβαλλε μία συντονισμένη γερμανοβουλγαρική επίθεση απέναντι στις δυνάμεις συμμάχων και βενιζελιστών, η οποία θα συνέπιπτε με την ευκταία λαϊκή εξέγερση. Με την εγκατάστασή του στην Ελβετία, κι ενώ στην Αθήνα ο Βενιζέλος έχει ήδη σχηματίσει κυβέρνηση, ο Κωνσταντίνος θα θέσει, σε συνεργασία με τους στενότερους συμβούλους του, το διπλωμάτη και πρώην Υπουργό Εξωτερικών Γ. Στρέιτ και τον πρώην Πρέσβη της Ελλάδας στο Βερολίνο, Ν. Θεοτόκη, τους άμεσους στόχους της πολιτικής του: Α) Την παρεμπόδιση των εργασιών της Βουλής από τον Αλέξανδρο και την αντιβενιζελική αντιπολίτευση. Β) Τη ματαίωση της επιστράτευσης με την τήρηση παθητικής στάσης ή τη δημιουργία στασιαστικών επεισοδίων. Γ) Την ανατροπή της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο. Δ) Το συνδιασμό της επίθεσης των Κεντρικών Δυνάμεων με μία λαϊκή εξέγερση.[24]

Μία επιστολή του Αλέξανδρου προς τον πατέρα του τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου του 1917 δείχνει με πόση δυσκολία διεκπεραίωνε τα καθήκοντά του.[25] Παρά τις δυσκολίες στην επικοινωνία, ο Κωνσταντίνος επιδίωξε να χρησιμοποιήσει το γιο του για την εξυπηρέτηση της πολιτικής του, δίνοντάς του οδηγίες για την παρακώλυση της επιστράτευσης καθώς και για τις εγγυήσεις που θα έπρεπε να ζητήσει σε περίπτωση διενέργειας εκλογών. Επιπλέον, κατά τα μέσα Αυγούστου προσέγγισε το Βερολίνο με συγκεκριμένες προτάσεις που ανακινούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα,[26] τα οποία προκαλούσαν ανησυχία στη γερμανική πλευρά. Ακόμη και η παρουσία του βασιλικού ζεύγους στην Ελβετία προκαλούσε αμηχανία στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών και την επιφυλακτικότητα του Πρέσβη στη Βέρνη. Κατά τη σύντομη παραμονή του ζεύγους στο Λουγκάνο, η πρώην Βασίλισσα Σοφία είχε παραπονεθεί στο Γερμανό πρόξενο ότι η κυβέρνησή του δεν είχε στηρίξει τον Κωνσταντίνο όσο έπρεπε, θεωρούσε δε απαραίτητη την ταχεία γερμανοβουλγαρική επίθεση στην Ελλάδα. Μετροπαθέστερη στάση τηρούσε ο Στρέιτ στις επαφές του με Γερμανούς διπλωμάτες στην Ελβετία, τους οποίους έσπευσε να καθησυχάσει ότι μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου στο θρόνο, η πολιτική που θα ακολουθείτο από την Ελλάδα δεν θα εμπνεόταν από μεγαλοϊδεατισμό, αλλά θα είχε ως στόχο τις σχέσεις καλής γειτνίασης με την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Αυτό που ανησυχούσε βέβαια το Βερολίνο δεν ήταν τα μακροπρόθεσμα σχέδια του Κωνσταντίνου, αλλά οι άμεσοι στόχοι του.

Η Γερμανία, χωρίς να φέρνει αντίρρηση στις επεκτατικές τάσεις της Βουλγαρίας, εντούτοις απέφευγε η ίδια να εμπλακεί σε περαιτέρω επιθετικές ενέργειες στα Βαλκάνια. Η στάση αυτή του Βερολίνου είχε ανησυχήσει τη Σόφια, καθώς οι Βούλγαροι θεωρούσαν ότι παρά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, η Γερμανία εξακολουθούσε να υποστηρίζει τα ελληνικά συμφέροντα. Η αλήθεια είναι πάντως ότι τόσο ο Kaiser όσο και το Επιτελείο του πίστευαν πλέον ότι έπρεπε να ικανοποιηθούν οι βουλγαρικές αξιώσεις στη Μακεδονία, προκειμένου να περιοριστούν οι αντίστοιχες στην περιοχή της Δοβρουτσάς και να επιτευχθεί η επιστροφή της Δυτικής Θράκης στην Τουρκία.[27] Τελικώς Αυστροουγγαρία και Γερμανία συμφώνησαν στην αναγνώριση της προσάρτησης των ήδη κατακτημένων από τη Βουλγαρία περιοχών στην Ανατολική Μακεδονία,[28] κρατώντας ως διαπραγματευτικό χαρτί το μέλλον της κυριαρχίας της Θεσσαλονίκης, που ήταν ο τελικός στόχος των Βουλγάρων.

Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μεγαλεπίβολα σχέδια του Κωνσταντίνου ήταν καταδικασμένα σε αποτυχία. Το Βερολίνο υιοθέτησε εξαρχής παθητική και αναβλητική στάση απέναντι στον εξόριστο μονάρχη και ο Γερμανός Πρέσβης στη Βέρνη είχε εντολή να αποφεύγει τις συνομιλίες με την οικογένεια.[29] Στις αρχές Αυγούστου του 1917, τόσο ο Στρέιτ όσο και ο Θεοτόκης, με υπόμνημα που υπέβαλαν στο Βερολίνο, επιδίωξαν να καταστήσουν σαφείς τόσο τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει η ουδετερότητα του Κωνσταντίνου στις Κεντρικές Δυνάμεις, όσο και τους στόχους της πολιτικής του στο μέλλον, τους οποίους η Γερμανία έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψιν.[30] Οι προσεγγίσεις αυτές δεν βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Το επιχείρημα της ουδετερότητας ήταν έτοιμο να καταρριφθεί από τους Γερμανούς διπλωμάτες και οι βλέψεις του Κωνσταντίνου έπρεπε να αγνοηθούν. Οι Γερμανοί δεν είχαν πλέον κανένα συμφέρον να υποστηρίξουν την επιστροφή του στην Ελλάδα, ούτε μπορούσαν να αγνοήσουν τους όρους της συμμαχίας με τη Βουλγαρία εξαιτίας των τυπικών τους σχέσεων με το βασιλικό ζεύγος. Παρόλ’ αυτά δεν ήταν δυνατό να τον αγνοήσουν, κυρίως για δυναστικούς λόγους, εξ’ου και η πολιτική της αναβλητικότητας.

Στα σχέδια του Κωνσταντίνου περιλαμβανόταν και η αποκατάσταση της επικοινωνίας του με του έμπιστούς του Στρατηγό Παπούλα και Συνταγματάρχη Παπαγεωργίου, τότε διοικητή συμμοριτικής ομάδας που δρούσε στα νώτα των Συμμάχων στην περιοχή της Κορυτσάς.[31] Έτσι ζήτησε να συναντηθεί στο Σαιντ Μόριτς με τον συνταγματάρχη Χατζόπουλο, τον αρχηγό του 4ου σώματος στρατού που από την κατάληψη της Καβάλας και μετά βρισκόταν αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς, προκειμένου να αποστείλει στην Ελλάδα ορισμένους άνδρες ως αγγελιοφόρους του και κατασκόπους. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε από τις γερμανικές αρχές, προκειμένου να μην προκληθούν προβλήματα στην ουδετερότητα της Ελβετίας, όμως στο τέλος Σεπτεμβρίου δόθηκε άδεια σε απεσταλμένο του Κωνσταντίνου να μεταβεί στο Γκαίρλιτς. Η απάντηση στο ελληνικό υπόμνημα, που ήρθε στις 27 Σεπτεμβρίου 1917, ανέφερε ότι η Γερμανία δεν έφερε αντίρρηση στο σχέδιο του Κωνσταντίνου για την αποκατάσταση της επικοινωνίας με τους έμπιστούς του, μάλιστα ήταν διατεθειμένη να βοηθήσει στην πραγματοποίησή του. Επίσης αναγνωριζόταν η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας, όμως δηλωνόταν ότι δεν δίνονταν εγγυήσεις για την ύπαρξη στο μέλλον ευκαιρίας για την υπό συζήτηση γερμανοβουλγαρική επίθεση στην Ελλάδα, η οποία θα επανέφερε τον Κωνσταντίνο στο θρόνο.[32]

Παράλληλα όμως και προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, το Βερολίνο υπήρξε αρκετά πρόθυμο να ικανοποιήσει το αίτημα της ενίσχυσης της βασιλικής προπαγάνδας. Το Μάρτιο του 1917 είχε ιδρυθεί στη Γενεύη η «Ελληνική Ένωσις (Union Hellénique)», η οποία αποτέλεσε το όργανο της κωνσταντινικής προπαγάνδας στην Ελβετία.[33] Από τα τέλη της άνοιξης του 1917 εισέπραττε μηνιαία χορηγία από τη γερμανική διπλωματική αντιπροσωπία στη Βέρνη για την έκδοση της εφημερίδας της «Écho de Grèce» και μετά το Σεπτέμβριο του 1917, το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων μάρκων διανεμήθη μεταξύ αυτής και της ενίσχυσης της φιλοβασιλικής προπαγάνδας στην Ελλάδα. Μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, η «Ελληνική Ένωσις» ανέπτυξε συστηματικότερη δράση υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Στρέιτ, ο οποίος της προσέδωσε κύρος με δημοσιεύματα τα οποία προσέλκυσαν το ενδιαφέρον διαφόρων πολιτικών κύκλων στην Ευρώπη.[34]

Τους τελευταίους μήνες του 1917 ο Κωνσταντίνος ασχολήθηκε με την αποκατάσταση της επικοινωνίας του με τον Αλέξανδρο και του έμπιστούς του, όμως η χλιαρή βοήθεια του Βερολίνου επέτρεψε την αποστολή των πρώτων αξιωματικών σε ελληνικό έδαφος μόλις το Φεβρουάριο του 1918. Πάντως στα τέλη του 1917 ο ίδιος ο Kaiser ανακίνησε το ζήτημα μίας πιθανής γερμανοβουλγαρικής επίθεσης στην Ελλάδα. Οι συνθήκες ευνοούσαν, καθώς το ρωσικό μέτωπο είχε καταρρεύσει και επίκειντο οι υπογραφές της ρωσικής και της ρουμανικής ανακωχής στο Μπρεστ- Λιτόφσκ και το Βουκουρέστι. Πάντως οι σύμβουλοί του εξέφρασαν απερίφραστα την αντίρρησή τους. Οι Βούλγαροι δεν θα συναινούσαν ποτέ σε μία κοινή επίθεση αν δεν εξασφάλιζαν το λάφυρο της Θεσσαλονίκης και επιπλέον οι Γερμανοί ήδη είχαν συμφωνήσει στη βουλγαρική προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας.[35] Έτσι ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να προσφέρει στο λαό του εγγυήσεις για εδαφική ακεραιότητα. Ακόμη αμφισβητείτο το αξιώμαχο του Δ’ Σώματος Στρατού, καθώς ανάμεσα στις τάξεις του υπήρχε υπολογίσιμος αριθμός υποστηρικτών του Βενιζέλου, αλλά αναγνωριζόταν και η αδυναμία της Γερμανίας να αναλάβει την τροφοδοσία της Ελλάδας σε περίπτωση νέου αποκλεισμού από τους συμμάχους της Entente. Παράλληλα, την άνοιξη του 1918, οι προετοιμασίες της υπογραφής της ειρήνης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία είχαν ανοίξει τεράστια εδαφικά ζητήματα στα Βαλκάνια μεταξύ Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Τουρκίας για τη Δοβρουτσά, τα σύνορα του Έβρου και την Υπερκαυκασία, τα οποία αποσπούσαν τη γερμανική προσοχή. Ο Kaiser φοβόταν ότι μία μεγάλη Βουλγαρία, που θα εξερχόταν ενισχυμένη από τον πόλεμο, θα ήταν ανεξέλεγκτη και θα χρειαζόταν πολιτικό αντίβαρο στα Βαλκάνια, για το οποίο ο ίδιος ήθελε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα. Έτσι την άνοιξη του 1918 πρότεινε ο ίδιος στον Κωνσταντίνο την επεξεργασία σχεδίου επίθεσης, παρά το γεγονός ότι οι σύμβουλοι και το Επιτελείο του απέρριψαν και πάλι αυτή την πιθανότητα.[36]

Η γερμανική κυβέρνηση και το γερμανικό επιτελείο δεν σκόπευαν να ενισχύσουν τα σχέδια της ελληνικής βασιλικής οικογένειας εγγυώμενοι την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, καθώς είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν εδάφη της χώρας ως διαπραγματευτικά χαρτιά για την επίλυση των ήδη δυσεπίλυτων προβλημάτων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Επιπλέον αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη Βουλγαρία, η οποία φοβόταν για την τύχη των κατακτήσεών της στο ελληνικό έδαφος, εφόσον οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν είχαν κηρύξει επίσημα τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας. Η ελληνική βασιλική προπαγάνδα διατυμπάνιζε με οποιοδήποτε μέσο ότι δεν υφίστατο εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Κεντρικών Δυνάμεων, πράγμα που ερέθιζε τις βουλγαρικές αντιδράσεις.

Ο Κωνσταντίνος ανυπομονούσε πλέον για την επίθεση, λαμβάνοντας και την πληροφόρηση ότι η επιστράτευση που είχε κηρύξει ο Βενιζέλος στην Ελλάδα στις 22 Ιανουαρίου δεν είχε αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι γερμανικές αρχές έρχονταν πλέον σε πολύ δύσκολη θέση. Άρθρα που κυκλοφόρησαν σε γερμανικές εφημερίδες εξέθεταν το ελληνικό ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις της εμπόλεμης με τις Κεντρικές Δυνάμεις κατάστασης, ενώ απαγορεύτηκε και η δημοσίευση οποιουδήποτε άρθρου θα ήταν επιζήμιο για τις γερμανοβουλγαρικές σχέσεις.[37] Εντωμεταξύ οι επιχειρήσεις στο μακεδονικό μέτωπο ενισχύονταν από την προοδευτική αύξηση του αριθμού των ελληνικών στρατευμάτων, με αποκορύφωμα τη σημαντική συμβολή τους στη νίκη του Σκρα στις 18/31 Μαΐου 1918, η οποία ανέτρεψε το βουλγαρικό μέτωπο σε μήκος 12 και βάθος 2 χιλιομέτρων.[38]

Σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης ο Νικόλαος Θεοτόκης προσπαθούσε μάταια να αποσπάσει σαφείς απαντήσεις από τη γερμανική πλευρά για την επίθεση. Το επεισόδιο ενός Έλληνα αυτομολήσαντα στο βουλγαρικό στρατόπεδο, ο οποίος πληροφόρησε τις γερμανικές αρχές ότι το Α΄ Σώμα Στρατού ήταν έτοιμο να στασιάσει στην εμφάνιση του Κωνσταντίνου, αναζωπύρωσε για τελευταία φορά τις ελπίδες στην Ελβετία, τις οποίες ήρθε να σβήσει η κήρυξη της συμμαχικής επίθεσης εναντίον της Βουλγαρίας το Σεπτέμβριο.[39] Ήδη όμως οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να ξεκαθαρίσουν ότι δεν σχεδίαζαν επίθεση στη Μακεδονία στο άμεσο μέλλον και ότι η αποκατάσταση του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο σχετιζόταν άμεσα με το ενδεχόμενο μίας γερμανικής νίκης στον πόλεμο. Ως ύστατη χειρονομία γενναιοδωρίας, οι Γερμανοί προσέφεραν στον Κωνσταντίνο δύο εκατομμύρια μάρκα για τη διευκόλυνση της συνέχισης του προπαγανδιστικού του έργου,[40] το οποίο δεν ανακόπηκε ούτε από το νικηφόρο τέλος του πολέμου για τις δυνάμεις της Entente.[41]

 Βιβλιογραφία

  • Βεντήρης, Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Ιστορική Μελέτη, Τόμος Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1970- α’ έκδοση 1931.
  • Η Πολιτική του Κωνσταντίνου επί τη Βάσει Επισήμων Εγγράφων, Αθήνα: Εκδόσεις Πατρίδος, χ.χ. (www.anemi.gr)
  • Leon, George B., Greece and the Great Powers 1914-1917, Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974.
  • Λεονταρίτης, Γεώργιος Β., Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μτφρ. Βασίλης Οικονομίδης, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2000.
  • Μεταξάς, Ιωάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β2, Αθήνα, Γκοβόστης: 1958.
  • Mourélos, Yannis G., L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre 1916-1917, Αθήνα: Collection de l’Institut Français d’ Athènes, 1983.
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα: Εστία, 2005- α΄έκδοση 1992.
  • Σκανδάμης, Ανδρέας, Η Βασίλισσα Σοφία- Βιογραφία, Αθήνα: Εκδ. Δημητράκου, 1947  http://anemi.lib.uoc.gr

Σημειώσεις :

[1] Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα δευτερεύουσας εργασίας με τίτλο «Κεντρικές Δυνάμεις και Ελλάδα 1914-1918» η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια σεμιναρίου του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Νεότερης και Σύγρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό την επίβλεψη της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας κ. Αγγελικής Σφήκα- Θεοδοσίου, Μάρτιος 2012.

[2] Γ.Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μτφρ. Βασίλης Οικονομίδης, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2000, σ. 26.

[3] Γ. Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Ιστορική Μελέτη, τόμος Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1970- α’ έκδοση 1931, σ. 317.

[4] G. B. Leon, Greece and the Great Powers 1914-1917, Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974, σ. 428.

[5] Οι ημερομηνίες αναγράφονται σύμφωνα με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, εκτός κι αν παρατίθενται διπλές ή επισημαίνεται διαφορετικά.

[6] Leon, ό.π., σ.σ. 476-477.

[7] Αυτόθι, σ.σ. 486-487.

[8] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 60.

[9] Αυτόθι, σ. 62.

[10] Y.G. Mourélos, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre 1916-1917, Αθήνα: Collection de l’Institut Français d’ Athènes, 1983, σ.σ. 161-162.

[11] Ιω. Μεταξάς, Απομνημονεύματα, τόμος Β2, Αθήνα, Γκοβόστης: 1958, σ. 450.

[12] Αυτόθι, σ. 451.

[13] Αυτόθι,σ.σ. 455-463.

[14] Αυτόθι,σ.σ. 464-465.

[15] Αυτόθι,σ. 469.

[16] Αυτόθι,σ. 642.

[17] Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα: Εστία, 2005 α΄έκδοση 1992, σ. 120.

[18] Leon, ό.π., σ. 489.

[19] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 117-119.

[20] Αυτόθι,σ.σ. 116-117.

[21] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 109.

[22] Βεντήρης, ό.π., σ. 373.

[23] Α. Σκανδάμης, Η Βασίλισσα Σοφία- Βιογραφία, Αθήνα: Εκδ. Δημητράκου, 1947, σ. 146.

[24] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 113-114.

[25] Αυτόθι,σ.σ. 111-113.

[26] Η Πολιτική του Κωνσταντίνου επί τη Βάσει Επισήμων Εγγράφων, Αθήνα: Εκδόσεις Πατρίδος, χ.χ., σ.σ. 182-183.

[27] Λεονταρίτης, ό.π., σ.σ. 116-117, 122.

[28] Αυτόθι,σ.σ. 122-124.

[29] Αυτόθι,σ. σ. 127- 128.

[30] Αυτόθι,σ. 128.

[31] Αυτόθι,σ. 131.

[32] Αυτόθι,σ. 133.

[33] Βεντήρης, ό.π., σ. 367.

[34] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 134.

[35] Αυτόθι, σ. 137.

[36] Αυτόθι, σ.σ. 137-143.

[37] Αυτόθι,σ.σ. 145-146.

[38] Βεντήρης, ό.π., σ. 374.

[39] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 147.

[40] Αυτόθι, σ. 148.

[41] Βεντήρης, ό.π., σ. 383.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s