Οι κύριες ιδέες στα επαναστατικά κείμενα (Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας)

Πουλιάσης Ευστάθιος, μεταπτυχιακός φοιτητής, ΠΜΣ «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες», Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Οι κύριες ιδέες στα επαναστατικά κείμενα

(Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας)

Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να εντοπίσει και να αναλύσει τις βασικές ιδέες που αποτυπώνονται σε τρία από τα σημαντικότερα κείμενα της ελληνικής επανάστασης. Τα κείμενα αυτά είναι: α. Το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου, β. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και γ. Το Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Όπως γίνεται αντιληπτό από τη πρώτη κιόλας προσέγγιση τους, είναι κείμενα ιδεολογικά φορτισμένα, που έχουν ως στόχο τόσο να αφυπνίσουν τους Έλληνες για την επανάσταση όσο και να πληροφορήσουν τους Ευρωπαίους γι’ αυτήν. Είναι γραμμένα την ίδια εποχή και οι ιδέες που εντοπίζονται είναι σε μεγάλο βαθμό κοινές.

Η ανάλυση του ιδεολογικού περιεχομένου των κειμένων αυτών θα ήταν ελλιπής χωρίς μια έστω σύντομη αναφορά στην εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο οι νέες ιδέες εισήλθαν από τη Δυτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα κείμενα, γραμμένα ανάμεσα στα έτη 1821 και 1822, είχαν σκοπό να πληροφορήσουν, να ξεσηκώσουν, αλλά και να αποδείξουν εν τέλει τη νομιμότητα του αγώνα των Ελλήνων. Οι ιδέες που ανιχνεύονται μέσα σε αυτά ήταν αδιαμφισβήτητα καινοτόμες για έναν λαό, ο οποίος βρισκόταν υπό τον τουρκικό ζυγό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα πώς τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κηρύγματα υιοθετήθηκαν τελικά από τους Έλληνες. Η διαδικασία αυτή δε θα πρέπει να θεωρηθεί βραχυχρόνια. Με την ανάπτυξη του εμπορίου, κυρίως, και με τη δημιουργία ανθηρών ελληνικών κέντρων έξω από τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τις αξίες που είχαν εμφανιστεί λίγα χρόνια πριν στη Δύση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανάληψη της εξουσίας στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες από τους Φαναριώτες[1], αποτέλεσε ίσως τον καταλυτικό παράγοντα για την είσοδο των νέων ιδεών στα οθωμανικά εδάφη.

 Εξίσου σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραμάτισε ένα παρακλάδι του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, το οποίο ονομάστηκε Νεοελληνικός Διαφωτισμός και αναπτύχθηκε στη διάρκεια  των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα και των πρώτων του 19ου. Ο Διαφωτισμός, ως πνευματικό κίνημα εν γένει, σήμανε την απαλλαγή του ανθρώπινου νου από οποιαδήποτε μορφή δεισιδαιμονίας και συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών[2]. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, συνδυάζοντας την ευρωπαϊκή καταγωγή του με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης της αστικής τάξης και, κατ’ επέκταση, οδήγησε στην ελληνική επανάσταση και στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Πρέπει εδώ να σημειωθεί η ιδιαιτερότητα του κινήματος στην Ελλάδα, αφού η χώρα επηρεάστηκε από τον Διαφωτισμό χωρίς πρώτα να έχει περάσει από το στάδιο της Αναγέννησης, όπως συνέβη στη Δύση[3]. Όπως γίνεται φανερό, το κίνημα αυτό αποτελεί ένα τεράστιο ζήτημα, η εξέταση του οποίου θα ξέφευγε από τα όρια του θέματος.

Από τα τρία κείμενα που εξετάζονται εδώ και με βάση τη χρονολογική σειρά, προηγείται το Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος[4].Το κείμενο αυτό συνιστά ουσιαστικά την επίσημη αναγγελία έναρξης της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Γραμμένο στο Κισνόβιο, πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας, από τον Γεώργιο Τυπάλδο Κοζάκη σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τυπώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1821 στο Ιάσιο [5]. Σύμφωνα με τις πηγές, εκφωνήθηκε κάτω από τους ήχους του Θούριου του Ρήγα[6]. Πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά φιλελεύθερο, κεντρικό  θεματικό άξονα του οποίου αποτελεί η αντίθεση ελευθερίας και τυραννίας. Ο Υψηλάντης, μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, προσκαλούσε τους συμπατριώτες του στον αγώνα για την ελευθερία.  Όπως χαρακτηριστικά έγραφε κλείνοντας την προκήρυξη του: «Η πατρίς μας προσκαλεί»[7]. Επιπλέον, διατύπωνε τις κύριες επιδιώξεις του ελληνικού λαού, καθώς και το μεγαλόπνοο όραμά του, δηλαδή τη δημιουργία εθνικής διοίκησης με εκλεγμένους άρχοντες και νόμους, με απώτατο σκοπό την ορθή διακυβέρνηση του  έθνους.

Δεύτερο χρονικά κείμενο (αν και το Προοίμιο του Συντάγματος και η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας έχουν πολύ μικρή χρονική διαφορά μεταξύ τους, μόλις 15 μέρες) είναι το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου[8], το  οποίο αποτελεί μια σύντομη διακήρυξη πριν από το κύριο σώμα του συντάγματος. Η ημερομηνία δημοσίευσης του είναι η ίδια με την ημερομηνία του Προσωρινού Συντάγματος, δηλαδή η 1η Ιανουαρίου 1822.  Στο μικρό αυτό κείμενο τονίζεται η απόφαση του έθνους για εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Με αλλά λόγια, πολιτικοποιείται η έννοια της ελευθερίας, για την οποία πολεμά το ελληνικό έθνος[9]. Το έθνος παρουσιάζεται ως πολιτικό υποκείμενο που επιχειρεί να εξασφαλίσει την υπόσταση του. Το Προοίμιο αυτό συνιστά μια επίσημη ανακοίνωση των παραστατών της Α’ εθνοσυνέλευσης για δημιουργία σύγχρονου εθνικού κράτους. Οι ιδέες αυτές, βέβαια, δεν ήταν νέες, καθότι είχαν ως σημείο αναφοράς κυρίως τα γαλλικά συντάγματα, αλλά και το αμερικανικό. Η επικρατέστερη, εξάλλου, άποψη στην ιστορική έρευνα είναι πως ο εθνικισμός πρωτοεμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στο μεταίχμιο του 18ου προς τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη[10].

Τρίτο και τελευταίο κείμενο που εξετάζεται είναι η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας[11]. Μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα[12], οι παραστάτες της Α΄ εθνικής συνέλευσης απηύθυναν την εν λόγω Διακήρυξη προς τον ελληνικό λαό, κατά την λήξη της τέταρτης και τελευταίας συνεδρίασης, την 15η  Ιανουαρίου 1822. Η αντίθεση των ελεύθερων Ευρωπαίων σε σχέση με τους Τούρκους τυράννους και η απαίτηση για εθνική ανεξαρτησία και δημιουργία εθνικής διοίκησης, στα πρότυπα των φιλελεύθερων ευρωπαϊκών κρατών, είναι και πάλι διάχυτη σε όλο το κείμενο. Παράλληλα, μεγάλη προσοχή αξίζει η προσπάθεια νομιμοποίησης του αγώνα των Ελλήνων. Αξιοπρόσεκτη είναι και η ημερομηνία  που σημειώνεται στο τέλος της Διακήρυξης («έτος α’»[13]), παραπέμποντας ξεκάθαρα στα συντάγματα της Γαλλικής Επανάστασης και δηλώνοντας ρητά την οριστική ρήξη με το παρελθόν[14]. Σύγχυση, ωστόσο, προκαλεί, έως και σήμερα στην έρευνα, το όνομα του συγγραφέα του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν είναι λίγα τα ονόματα που κατά καιρούς έχουν προταθεί. Πιθανολογείται ότι ο Μαυροκορδάτος μαζί με τον Νέγρη και άλλους μορφωμένους νέους, έχοντας λάβει υπόψη τους μια προγενέστερη επιστολή του Καποδίστρια με γενικές οδηγίες, προέβησαν στη συγγραφή του. Σίγουρη πρέπει να θεωρείται  και η συμμετοχή του Πολυζωίδη στη δημιουργία του κειμένου[15]. Όποιος και να ήταν ο συγγραφέας της, το σημαντικό είναι ότι η Διακήρυξη πέτυχε τον  διπλό στόχο της: αφενός να τονίσει τη νομιμότητα του αγώνα για την ελευθερία, σε μια εποχή μάλιστα που η Ιερά Συμμαχία δίωκε κάθε επαναστατικό κίνημα που αμφισβητούσε το κυρίαρχο status quo και αφετέρου να πληροφορήσει τους Έλληνες για τις εργασίες που συντελέστηκαν στην Επίδαυρο, για το προσωρινό πολίτευμα και τη δημιουργία «συστήματος», όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η πολιτική οργάνωση[16].

Θεωρήθηκε δόκιμο, αφού πρώτα εντοπιστούν οι κύριες ιδέες που διέπουν τα συγκεκριμένα κείμενα, να χωριστούν θεματικά με σκοπό την καλύτερη παρουσίαση τους. Επιπλέον, επιλέχθηκε η ομαδική εξέταση των τριών κειμένων, έχοντας την πεποίθηση ότι ο τρόπος αυτός είναι καταλληλότερος για την εξέταση ιδεών που, εν πολλοίς, είναι κοινές στα τρία κείμενα.

1. Η έννοια της ελευθερίας

Μια από τις κυρίαρχες ιδέες που εντοπίζεται στα τρία κείμενα είναι αυτή της ελευθερίας, ιδέα η οποία επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η νέα ερμηνεία της, που οφείλεται τόσο στο πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού όσο και στη μετέπειτα εμφάνιση των εθνικών κινημάτων στη Δύση, είναι αυτή που εντοπίζεται στα κείμενα της ελληνικής επανάστασης. H νεωτερική πρόσληψη της ελευθερίας δεν πρέπει να ταυτιστεί αποκλειστικά με την εμφάνιση των εθνικών κινημάτων. Συνδέεται και με διαφορετικές μορφές πολιτικής οργάνωσης, όπως αυτή των φωτισμένων απολυταρχικών κρατών[17].

Τα χρόνια αμέσως μετά την άλωση, στον ελλαδικό χώρο κυριαρχούσε η επίσημη θέση του οικουμενικού πατριαρχείου, γνωστή και ως θεωρία της «μακράς αναμονής»[18], σχετικά με την υποδούλωση του ελληνικού γένους. Με το χρόνο, έκαναν την εμφάνιση τους και άλλοι μύθοι και εσχατολογίες σχετικά με την απελευθέρωση των Ρωμιών. Ένας από τους πιο διαδεδομένους ήταν αυτός που ανήγαγε τη σωτηρία των υπόδουλων χριστιανών στο ξανθό γένος[19]. Σταδιακά, το ξανθό γένος ταυτίστηκε με τους Ρώσους. Την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, οπότε  οι προσπάθειες των Ρώσων να μετεξελιχθούν σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος εντάθηκαν, παρατηρήθηκε μια προσπάθεια υποκίνησης εξεγέρσεων των υπόδουλων χριστιανών της Βαλκανικής ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στο πλαίσιο των ρωσοτουρκικών πολέμων. Τα Ορλωφικά λοιπόν, όπως έμεινε γνωστή η υποκινούμενη από τους Ρώσους εξέγερση στην Πελοπόννησο το 1770, μπορεί να βασίζονταν στην προγενέστερη αντίληψη των Ρωμιών περί  εξωτερικής επέμβασης, αλλά  σίγουρα είχανεπηρεαστεί από τα κηρύγματα του Διαφωτισμού. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό στις Διακηρύξεις των Ρώσων προς τους Ρωμιούς, κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, όπου και γινόταν συχνή χρήση λέξεων όπως πατρίδα, ελευθερία, έθνος  κ.ά. Οι λέξεις αυτές, στις διακηρύξεις των Ρώσων, δεν είχαν τη σημασία που τους προσέδωσε αργότερα η εθνικιστική ιδεολογία[20].

         Τα εθνικά κινήματα, που έκαναν την εμφάνιση τους στον ύστερο 18ο και τον αρχόμενο 19οαιώνα, ήταν αυτά που πρώτα προσέδωσαν στην ελευθερία αμιγώς πολιτική σημασία. Είναι γνωστό ότι ακριβώς αυτά τα κινήματα αποτέλεσαν και το πρότυπο των Ελλήνων επαναστατών. Έτσι, η ελευθερία, στα τρία κείμενα που εξετάζονται, φαίνεται να αποκτά πολιτική σημασία. Το έθνος αναζητούσε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του, αφού μόνο τότε θα μπορούσε να εξασφαλίσει την υπόσταση του («κηρύττει σήμερον …την πολιτικήν αυτού ύπαρξη και ανεξαρτησία»[21]). Οι Έλληνες, πλέον, καλούνταν να αγωνιστούν για την υπεράσπιση των φυσικών δικαίων τους, τα οποία τόσους αιώνες τους στερούσαν οι ΟθωμανοίAπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς..», «Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη»[22]).

        Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τις ελληνικές ηγετικές ομάδες, κατά τις παραμονές της επανάστασης, η ελευθερία δεν είχε μια κοινή ερμηνεία[23]. Εδώ εξετάζεται, όμως, η άποψη της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία, επηρεασμένη από τις ιδέες της Δύσης, προσπάθησε αρχικά να ξεσηκώσει τους Έλληνες και ύστερα να προβεί στην ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Προ πολλού οι λαοί τής Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μάς επροσκάλουν εις μίμησιν. Αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν»[24]. Οι  Έλληνες έσπευσαν να μιμηθούν τους ελεύθερους Ευρωπαίους και να αποτινάξουν  τον οθωμανικό ζυγό. Κρίσιμη ήταν πλέον η συνειδητοποίηση πως η ελευθερία ήταν αποκλειστικά δικό τους έργο. Οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι για την κατάκτησή της και όχι κάποια ξένη δύναμη. Η ελληνική επανάσταση είχε εκ των πραγμάτων κάποιες ιδιαιτερότητες. Αδιαμφισβήτητα, αποτέλεσε την πρώτη νεωτερική επανάσταση στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας[25]. Σε αντίθεση, όμως, με τις προγενέστερες μεγάλες επαναστάσεις ( Αμερικανική, Γαλλική), οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν έναν ξένο δυνάστη. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η διαφορά, δεδομένης της κατάστασης που επικρατούσε την ίδια περίοδο στην Ευρώπη. Η Ιερή Συμμαχία εκδίωκε με κάθε μέσο οτιδήποτε νέο αμφισβητούσε το καθορισμένο από την ίδια status quo. Παραλληλα, είχαν εκδηλωθεί επαναστατικά κινήματα στην Ισπανία και στην Ιταλία, που εναντιώνονταν στο παλιό καθεστώς, το οποίο η Ιερά Συμμαχία πρέσβευε[26]. Μέσα σε ένα τέτοιο εχθρικό κλίμα, οι Έλληνες επαναστάτες προσπάθησαν από την πρώτη στιγμή να τονίσουν τη νομιμότητα του αγώνα τους. Ήταν ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας που δεν είχε καμία σχέση με τα σύγχρονά του «καρμποναρικά» κινήματα O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας»[27]). Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας νομιμοποίησης του αγώνα εντάσσεται και η απουσία της Φιλικής Εταιρίας από τα εξεταζόμενα κείμενα. Η Φιλική Εταιρία, μέσω των δικτύων της οποίας διαδόθηκε η Εθνική Ιδέα, δε μπορούσε να αναφερθεί. Οποιαδήποτε σχέση με μυστικές εταιρίες θα ενοχοποιούσε αυτόματα την επανάσταση των Ελλήνων[28]. Μέσα από τα εξεταζόμενα κείμενα προκύπτει και η θέση περί  εκ νέου κατάκτησης της ελευθερίας των αρχαίων προγόνων(«την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος»[29]). Στην αντίληψη αυτή σπουδαία κρίνεται η συνεισφορά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ως προς την διάπλαση της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Οι Έλληνες γνώρισαν τους πρόγονους τους και ,όπως οι Ευρωπαίοι[30], άρχισαν να εμπνέονται από αυτούς. Αναζήτησαν την αρχαία ελευθερία και μέσα από αυτήν τα ιδανικά και τις αξίες που γεννήθηκαν στην αρχαία Αθήνα. Η ελευθερία, με το νέο περιεχόμενο της, αναδεικνύει έντονα και την αντίθεση ανάμεσα στην Τυραννία και την ευνοούμενη και αντιπροσωπευτική πολιτεία. Το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα θα εξεταστεί εκτενέστερα παρακάτω.

2. Η δημιουργία εθνικής συνείδησης

Η δεύτερη θεματική κατηγορία που προέκυψε μέσα από την μελέτη των κειμένων, είναι η δημιουργία εθνικής συνείδησης. Σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε και εδώ ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Για να γίνει κατανοητή η μετάβαση  από το  χριστιανικό γένος στο ελληνικό έθνος, που συντελέστηκε λίγο πριν αλλά και κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, κρίνεται απαραίτητο να εξεταστεί η αυτοσυνειδησία των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία. Πριν από αυτό όμως, πρέπει να διευκρινιστεί τι ήταν το έθνος σύμφωνα με τον εθνικισμό, ο οποίος εμφανίστηκε στα χρόνια της Γαλλικής επανάστασης. Το έθνος αποτελεί την καινούρια αρχή του κράτους. Τα εθνικά κινήματα ερχόμενα σε ρήξη με το παλαιό καθεστώς, ανύψωσαν το έθνος σε πηγή κάθε εξουσίας. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας, όπως καθιερώθηκε στην συνταγματική ορολογία, αποτέλεσε μια σπουδαία καινοτομία, δίνοντας στο έθνος πολιτική υπόσταση μέσα στο νέο εθνικό κράτος.

Πριν την εμφάνιση του πνευματικού κινήματος του Διαφωτισμού,  το επίθετο  «Έλληνας» σήμαινε τον ειδωλολάτρη, παρέπεμπε στην αρχαία Ελλάδα και ερχόταν σε ρήξη με την κυρίαρχη χριστιανική ηθική. Παρά την χρήση του επιθέτου από τους λόγιους της Αναγέννησης (γνωστή είναι η χρήση του ονόματος από το Γεώργιο Γεμιστό), οι οποίοι είχαν ως στόχο να διαφοροποιηθούν από το παρακμάζον Βυζαντινό αυτοκρατορικό καθεστώς και να στραφούν προς την Δύση, το όνομα σταδιακά σταμάτησε να χρησιμοποιείται[31]. Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους(: Ρωμιούς) δικαιολογώντας έτσι την ισχύ της αυτοκρατορίας, καθώς η βασιλεύουσα αποτελούσε την νέα «Ρώμη». Στα χρόνια μετά την άλωση, οι Έλληνες συνήθιζαν να αυτοχαρακτηρίζονται ως Γραικοί ή Ρωμιοί[32]. Ουσιαστικά, κατά τη μακρά αυτή περίοδο της υποδούλωσης, η ταυτότητα των Ελλήνων καθοριζόταν από την τοπικότητα και την θρησκεία. Ήταν το γένος των Ρωμιών που φυσικά, με βάση τα κηρύγματα της εκκλησίας, είλκε την καταγωγή του από τον Αδάμ και την Εύα και όχι το έθνος των Ελλήνων, όπως αυτό άρχισε να δημιουργείται τα χρόνια πριν την επανάσταση.

 Η ριζική αυτή μεταστροφή από την θρησκευτική-τοπική ταυτότητα σε μια ταυτότητα με κοσμικά χαρακτηριστικά αποτελεί εξ’ ολοκλήρου αποτέλεσμα του κινήματος του Διαφωτισμού. Η γνωριμία με τους αρχαίους προγόνους αποτέλεσε τη βάση για την ανακάλυψη και υιοθέτηση της ιστορικής συνείδησης του υπόδουλου έθνους. Οι αξίες και τα ιδανικά της αρχαίας Ελλάδας υιοθετηθήκαν ως  στόχοι του εθνικού κινήματος των Ελλήνων.

Αν και οι Έλληνες Διαφωτιστές συνέβαλαν τα μέγιστα, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, όντας αγράμματο, δε μπορούσε να γνωρίσει την αρχαία Ελλάδα μέσα από τα βιβλία. Σημαντικό, λοιπόν, ρόλο στη διάπλαση της ιστορικής συνείδησης του μεγάλου αγράμματου στρώματος της ελληνικής υπαίθρου, διαδραμάτισε η ανάπτυξη του περιηγητισμού στην Ελλάδα. Οι Ευρωπαίοι περιηγητές, ερχόμενοι στη χώρα και αναζητώντας τα υλικά κατάλοιπα των αρχαίων χρόνων, έφεραν σε επαφή τον αγράμματο  κόσμο της ελληνικής γης με τους προγόνους του[33]. Η στροφή αυτή προς την αρχαία Ελλάδα συνοδεύτηκε από την εμφάνιση αρχαίων ονομάτων τόσο σε νέα παιδιά που βαφτίζονταν με ονόματα διάσημων αρχαίων Ελλήνων, όσο και πλοίων. Αξιοπρόσεκτα ,επίσης ,ήταν και τα ακρόπρωρα των πλοίων που πλέον κοσμούσαν μορφές, όπως αυτή του Μεγάλου Αλεξάνδρου[34].

Σε αντίθεση με τις αναφορές στην αρχαία Ελλάδα, δεν εντοπίζεται καμία σχετική με το Βυζάντιο. Είναι γνωστή η θέση των εκπροσώπων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, κυρίως των ριζοσπαστικότερων, που θέλουν τη βυζαντινή περίοδο ως εποχή παρακμής. Αρκεί μόνο η αναφορά του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος, αν και χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες ως «ομογενείς άρχοντες», θεωρεί τη διακυβέρνηση τους ως «δεσποτικό ζυγό». Δεν πρέπει, λοιπόν, να προκαλεί απορία η εσκεμμένη απουσία του Βυζαντίου από τις γραμμές των τριών κειμένων, καθώς το δεσποτικό καθεστώς, που στο παρελθόν κατέλυσε τους φιλελεύθερους θεσμούς των αρχαίων πόλεων, δεν ταίριαζε στην ανακατάληψη της αρχαίας ελευθερίας[35].

Όσον αφόρα τη δημιουργία της ελληνικής εθνικής συνείδησης, αξίζει ακόμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συχνή εμφάνιση του επιθέτου «Έλληνας» μέσα στα κείμενα («….ω Άνδρες Έλληνες»[36],«Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων….»[37]). Η επιλογή αυτή, που στόχευε  να δηλώσει τη συλλογική ταυτότητα των μέχρι πρότινος Ρωμιών, ασφαλώς και δεν έγινε τυχαία, αλλά αποτέλεσε προϊόν μιας μακροχρόνιας συζήτησης των Ελλήνων Διαφωτιστών σχετικά με το ονοματοθεσία του έθνους και της ίδιας της χώρας[38]. Οι Έλληνες διανοούμενοι δεν τάχθηκαν καθολικά υπέρ της χρήσης του ονόματος «Έλληνας». Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι η προσπάθεια που έγινε να παρουσιαστεί η ιστορική καταγωγή των Ελλήνων ως στοιχείο νομιμότητας της ελευθερίας. Η σχέση  αυτή της συνεχείας και της εκ νέου κατάκτησης της αρχαίας ελευθερίας έδινε σαφές πολιτικό νόημα  στο υπό δημιουργία έθνος. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι ο εθνικισμός, ως σύγχρονη ιδεολογία, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το παρελθόν για τους δικούς του στόχους. Για να χρησιμοποιήσει το παρελθόν, ο εθνικισμός το μεταλλάσσει σύμφωνα με τους σκοπούς του[39]. Ένα κατατοπιστικό παράδειγμα μέσα από τα κείμενα αποτελεί η φράση: «δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον…», η οποία είχε ως στόχο να τονίσει την ιστορικότητα του έθνους που ποτέ δεν έπαψε να μάχεται για την ελευθερία του. Ας ήταν προϊόν της νεωτερικότητας, το έθνος εδώ εμφανίζεται ως αδιάκοπο χρονικά σύνολο, που δε σταμάτησε να αποζητά τα δίκαια του[40]. Όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει για την εθνική ταυτότητα σε σχέση με άλλες σύγχρονες ταυτότητες ο Π. Λέκκας: « η διαφορά είναι ότι  το ψηφιδωτό της συντίθεται από παλιές ψηφίδες»[41].

Επιπροσθέτως, βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού εθνικού κινήματος ήταν η προσπάθεια ταύτισης με τα φωτισμένα ευρωπαϊκά έθνη,  αλλά και η διάκριση από τους Τούρκους τυράννους. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι ευδιάκριτα στα προς εξέταση κείμενα σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών…», «φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν..»[42]). Εύκολα μπορεί να κατανοηθεί η εν λόγω μεταστροφή της εικόνας που είχαν για τους Οθωμανούς αλλά και τους Ευρωπαίους. Οι Έλληνες, εμπνεόμενοι από τους τελευταίους, παύουν να τους βλέπουν σαν τους σχηματικούς Δυτικούς και τους αντιλαμβάνονται ως τους φωτισμένους ομόθρησκους, ως το πρότυπο το οποίο οφείλουν να μιμηθούν για να κατακτήσουν ξανά τα δικαιώματα τους. Αντίθετα, οι Τούρκοι πλέον άρχισαν να αποτυπώνονται στην ελληνική  συνείδηση όχι μόνο ως αλλόδοξοι , πράγμα που συνέβαινε από πάντα, αλλά και ως τύραννοι με πολιτικά κριτήρια. Αυτό ενισχύεται από την τελευταία παράγραφο της προκήρυξης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπου γίνεται αναφορά στους τυραννοκτόνους της αρχαίας Ελλάδας, καλώντας τους συμπατριώτες του να τους μιμηθούν για να απαλλαγούν από τον οθωμανικό ζυγό Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου»[43]). Η θεωρία της μακράς αναμονής, που εμφάνιζε τους Οθωμανούς ως θεία τιμωρία του χριστιανικού γένους, είχε δεχτεί ισχυρό πλήγμα από την εμφάνιση του Διαφωτισμού και τη γέννηση  του ελληνικού εθνικού κινήματος. Η σύγκριση με τα πεφωτισμένα κράτη ήταν αναπόφευκτη. Κι αυτό γιατί  μεγάλος αριθμός Ελλήνων ζούσε στις παροικίες του εξωτερικού. Οι Έλληνες, μέσα από τα εμπορικά δίκτυα, ήρθαν σε επαφή με τις νέες ιδέες και αφού τις υιοθέτησαν αρχικά οι ανώτερες τάξεις, τις διέδωσαν στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.Έτσι, το στοιχείο ταυτότητας των ραγιάδων θρησκευτικού και τοπικιστικού περιεχομένου που κυριαρχούσε μέχρι τότε, έπαψε σταδιακά να ισχύει. Η θρησκεία μπορεί να παρέμεινε ως στοιχείο ταυτότητας, δεν ήταν, όμως, πλέον η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους κατακτητές και τους υπηκόους. Το έθνος είχε αποκτήσει πολιτική υπόσταση. Αποτελούσε το συμπαγές σώμα που αναζητούσε την εθνική ανεξαρτησία για να επιβεβαιώσει και να διασφαλίσει την ύπαρξή του. Όριζε την ελευθερία του, όχι με βάση παραδοσιακές, τοπικές και θρησκευτικές διαφορές, αλλά σύμφωνα με πολιτικά κριτήρια. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν, όσο και αν κάποιες από τις ανώτερες τάξεις ευδοκιμούσαν, όπως αυτή των έμπορων, να ζουν ελεύθεροι κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία. Το έθνος ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο διεξήγαγε την επανάσταση και αποσκοπούσε στη δημιουργία Εθνικής Διοίκησης.

3. Η Συγκρότηση ανεξάρτητου Κράτους-Διοίκησης

Κύριο στόχο του ελληνικού εθνικού κινήματος αποτέλεσε η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους . Το «σύστημα»,   όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η δημιουργία ενιαίας εξουσίας, η οποία θα ηγούταν του αγώνα για  την ανεξαρτησία[44], συνιστά βασικό άξονα και στα τρία εξεταζόμενα κείμενα. Οι Έλληνες λόγιοι, συγγραφείς των προκηρύξεων της ελληνικής επανάστασης, θεωρούν τη δημιουργία εθνικού κράτους ως έναν από τους κυριότερους στόχους, υιοθετώντας για ακόμα μια φορά τα βασικά κηρύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Η είσοδος της πολιτικής σκέψης, σε απλοϊκή αρχικά μορφή στον ελλαδικό χώρο έγινε με ποικίλους τρόπους[45]. Οι Έλληνες σταδιακά αντιλήφθηκαν την αναγκαιότητα δημιουργίας δικού τους κράτους με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων τους και άντλησαν τα πρότυπα τους από τα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης. Οι Τούρκοι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, άρχισαν να αντιμετωπίζονται με πολιτικούς όρους και όχι τόσο με θρησκευτικούς, όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Η εικόνα του Οθωμανού δεσπότη, καταπιεστή και σφετεριστή των δικαιωμάτων του ελληνικού έθνους, πέρα από το ότι νομιμοποιούσε τον αγώνα, υπογράμμιζε την ανάγκη δημιουργίας ενός φιλελεύθερου ελληνικού κράτους. Η αυτοκρατορική ιδέα, που για χιλιετίες κυριαρχούσε στο μεσογειακό χώρο, φαίνεται ότι ξεθώριαζε μπροστά στα καινοτόμα κηρύγματα του εθνικών κινημάτων.

Η δημιουργία ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να δρα το έθνος, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους στόχους της επαναστατικής ηγεσίας αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου»[46]). Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο και η επιτυχία του ήταν αβέβαιη, καθώς αποτελούσε ένα εντελώς νέο και ξένο μοντέλο διακυβέρνησης σε σχέση με το οθωμανικό, μέσα στο οποίο για αιώνες διαβίωναν οι Έλληνες.

Δεν πρέπει να παραλείπεται, επίσης, το γεγονός ότι οι προγενέστερες μεγάλες επαναστάσεις είχαν να αντιμετωπίσουν έναν εσωτερικό εχθρό. Μετά την επίτευξη του στόχου τους χρησιμοποίησαν τους μηχανισμούς των αντιπάλων τους για να ασκήσουν την πολιτική τους. Στην ελληνική περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, οι κρατικές δομές ήταν ανύπαρκτες και ο αντίπαλος μια ολόκληρη αυτοκρατορία, από την οποία οι Έλληνες επιδίωκαν να αποσπαστούν και όχι να την κατακτήσουν. Αξιοπρόσεκτη όμως είναι  η ταχεία και καίρια προσπάθεια από μέρους της ηγεσίας της ελληνικής επανάστασης να συνθέσει θεσμούς μέσα από τους οποίους θα ενέτασσε τους πρόσφατα απελευθερωμένους κατοίκους της ελληνικής γης[47].

Το σύστημα θα ήταν αντιπροσωπευτικό, όπως προκύπτει και από τις ακόλουθες φράσεις: «θέλει εκλέξει  τους Δημογέροντας του, και εις ταύτην Βουλήν θελουσιν υπεικει ολαι μας αι πράξεις»[48] και «δια των νομίμων παραστατών του, εις εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν»[49]. Η σπουδαιότητα της θέσπισης αντιπροσωπευτικού συστήματος ήταν τεράστια, ειδικά αν λάβουμε υπόψη την εποχή.  Στην ουσία τότε καθιερώθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα των Ελλήνων. Πλέον εκείνοι,  ως μόνοι υπεύθυνοι, θα επέλεγαν τους αντιπροσώπους τους. Οι νόμοι θα διασφάλιζαν τα δίκαια των ανθρώπων. Η νομιμότητα του υπό δημιουργία εθνικού κράτους τονίζεται ουκ ολίγες φορές μέσα στα κείμενα («΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων..»[50]). Ο ελληνικός λαός, που επεδίωκε την ελευθερία του, για να την κερδίσει ολοκληρωτικά και να την διατηρήσει, έπρεπε να μείνει πιστός απέναντι στους νέους νόμους της πατρίδας. Η δημιουργία ενός κράτους δικαίου ταύτιζε για ακόμα μια φορά τους Έλληνες με τους Ευρωπαίους, απομακρύνοντας τους όλο και περισσότερο από τον Οθωμανό δεσπότη. Το σύνταγμα με τους νόμους του θα ήταν ο κύριος ρυθμιστής, στον οποίο όφειλαν να υπακούουν όλοι οι πολίτες του κράτους.

Μέσα στα κείμενα, εντοπίζεται επίσης και αναφορά σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς των εθνικών κρατών, αυτόν του στρατού («Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς», «Ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικές λεγεώνες»[51]). Ο στρατός αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης και διασφάλιζε τα εθνικά εδάφη. Η απόπειρα δημιουργίας στρατού, εντάσσοντας σε αυτόν όλους τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης, φαίνεται από την προσπάθεια που κατέβαλε η προσωρινή Διοίκηση, από την πρώτη κιόλας στιγμή, για την μισθοδοσία τους. Λογικό ήταν η προσπάθεια δημιουργίας ενός στρατού δυτικού τύπου να προκαλέσει αντιδράσεις από τις παραδοσιακές στρατιωτικές ομάδες του τόπου[52].

Ο εθνικός χώρος αποτελεί ένα βασικό στοιχείο στην Εθνική Ιδέα. Στα επαναστατικά χρόνια η εικόνα των Ελλήνων για τα σύνορα του κράτους, που θα πρόεκυπτε μετά το τέλος του αγώνα, δεν ήταν ξεκαθαρισμένη. Μέσα στα κείμενα εντοπίζουμε σημεία που αναφέρονται, κυρίως, στα εδάφη της αρχαίας Ελλάδας («Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών»[53], «κατά  πρώτον  μεν κατά μέρος,…καθ’ ως έκαστη των ερωμένων επαρχιών και νήσων ωφειλε να διαταχθή να διοικηθή»[54]). Ο ιστορικός χώρος της αρχαίας Ελλάδας ήταν ο χώρος των προγόνων μέσα στον οποίο το ελληνικό έθνος νομιμοποιούταν να δρα. Ήταν ο χώρος στα όρια του οποίου είχε διαδραματιστεί το εθνικό παρελθόν. Κάθε εθνικό κράτος όφειλε να έχει ξεκάθαρα σύνορα, την ακεραιότητα των οποίων διασφαλίζει ο εθνικός στρατός.

Πρέπει να ξεκαθαριστεί στο σημείο αυτό ότι, όσον αφόρα τον εθνικισμό, η δημιουργία του εθνικού κράτους δεν αποτελεί το «τέρμα», αλλά μόνο έναν σπουδαίο «σταθμό»[55]. Οι Έλληνες επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα συνταγματικό κράτος με κοσμικό προσανατολισμό.

4.Θρησκεία

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος του άρθρου ασχολείται με την Θρησκεία. Πιο συγκεκριμένα, με την εκκοσμίκευση, η οποία προήλθε από τον νεοελληνικό διαφωτισμό, τη σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλάδα στο πλαίσιο δημιουργίας ενός σύγχρονου εθνικού και κοσμικού κράτους, αλλά και με τη διατήρηση του χριστιανισμού ως ενός από τα βασικά στοιχεία ταυτότητας των Ελλήνων.

Με την εμφάνιση του, ο Διαφωτισμός ήρθε σε ρήξη με την ελέω θεού μοναρχία και τις θεοκρατικές αντιλήψεις. Αυτές ακριβώς οι θεοκρατικές αντιλήψεις αντικαταστάθηκαν από μια πιο κοσμική αντίληψη του κράτους. Μέσω του  Νεοελληνικού διαφωτισμού μεταλαμπαδεύτηκαν και στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι νέες αυτές ιδέες, που υιοθετήθηκαν από το ελληνικό εθνικό κίνημα, εξαφάνισαν σε μεγάλο βαθμό το πλήθος των εσχατολογιών περί σωτηρίας, οι οποίες επικρατούσαν στον ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες συνειδητοποίησαν πως οι ίδιοι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν υπεύθυνοι για την σωτηρία τους, η οποία θα επερχόταν σε αυτή τη ζωή και όχι στην επόμενη.

 Οι ισχυροί όμως δεσμοί με την θρησκεία, παρά το νέο κοσμικό προσανατολισμό, δεν έπαψαν να υπάρχουν. Σχετικές αναφορές εντοπίζονται σε διάφορα χωρία των κειμένων («ενώπιων Θεού…»[56], «με το προς την ιερά Θρησκεία σέβας»[57]). Οι αναφορές αυτές είχαν ως στόχο, από την μια να τονίσουν τη διαφοροποίηση των Ελλήνων από τον αλλόδοξο τύραννο, ο οποίος κατέστρεψε τα μνημεία της χριστιανικής πίστης («Ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους»[58]) και από την άλλη να ξεσηκώσουν συνολικά τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας στον αγώνα για την ελευθερία. Με την βοήθεια του Θεού, ο αγώνας για την ελευθερία της πατρίδας θα κερδιζόταν. Ο Σταυρός, κυρίαρχο σύμβολο του χριστιανισμού, έπρεπε να υψωθεί πρώτος και να οδηγήσει τους πιστούς στη νίκη απέναντι στο μουσουλμάνο κατακτητή («να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν· λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν»[59], «Ο ύψιστος θεός μας βοήθησε…»[60]). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι αγωνιστές, απλοί άνθρωποι της ελληνικής υπαίθρου, κατανοούσαν καλύτερα τις θρησκευτικές αναφορές των κειμένων αυτών σε σχέση με τις αναφορές στο έθνος και την πατρίδα, οι οποίες γίνονταν περισσότερο προς εντυπωσιασμό των Ευρωπαίων.[61]

Το θρήσκευμα παρέμεινε βασικό στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών. Οι απλοί αγωνιστές αποδέχονταν ως στοιχείο της ταυτότητάς τους τη χριστιανική πίστη,  πράγμα απόλυτα λογικό, αφού για αιώνες είχαν μάθει να αυτοπροσδιορίζονται με βάση τη θρησκευτική διαφοροποίηση κατακτητή-κατακτημένου.

Η χριστιανική πίστη παρουσιάστηκε στα εξεταζόμενα κείμενα και ως συνδετικός δεσμός με τους πεφωτισμένους και ομόδοξους Ευρωπαίους, τους οποίους η ηγεσία του αγώνα επιχείρησε να μιμηθεί, δημιουργώντας ένα κοσμικό κράτος, όπως ακριβώς αυτά της Δύσης («λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς ..»[62]). Η αναφορά της κοινής θρησκείας διακήρυττε στους Ευρωπαίους ότι το υπό δημιουργία ελληνικό κράτος θα εντασσόταν στη σφαίρα των ομόδοξων ευρωπαϊκών κρατών. Οι Έλληνες, στην προσπάθεια τους για κατάκτηση των δικαιωμάτων τους επιδίωξαν, τη στήριξη, οικονομική και πολιτική, των ευρωπαϊκών κρατών[63].

Η δημιουργία ενός εθνικού κράτους, όπως αυτή συντελέστηκε στη Δύση, προϋπέθετε και το διαχωρισμό εκκλησιάς – κράτους, με κυρίαρχο στη μεταξύ τους σχέση το δεύτερο[64]. Έτσι και το ελληνικό εθνικό κίνημα προσπάθησε από την αρχή να διαχωρίσει την θέση του από την εκκλησία και να τη θέσει υπό τον έλεγχο του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπεύθυνο για όλους του χριστιανούς της οθωμανικής επικράτειας, ήταν αναμενόμενο να αντιδράσει στο ξέσπασμα του απελευθερωτικού αγώνα. Ο Πατριάρχης καταδίκασε άμεσα και απερίφραστα την προσπάθεια των Ελλήνων, φτάνοντας μάλιστα μέχρι το σημείο του αφορισμού. Με τις ενέργειες του αυτές το Πατριαρχείο προσπαθούσε να διαφυλάξει την ύπαρξη του στην οθωμανική διοίκηση, αλλά και να διατηρήσει τα σημαντικά προνόμια που του είχαν παραχωρηθεί από τον σουλτάνο. Έχασε ,ωστόσο, την αξιοσέβαστη θέση που για τόσα χρόνια διατηρούσε στο ελληνικό ποίμνιο.

Η στροφή προς την Δύση παρείχε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησιάς, ως βασικού θεσμού του κράτους. Η προοπτική της αποκοπής των ελληνικών εκκλησιών από την εξουσία της Κωνσταντινούπολης δυσαρέστησε ιδιαίτερα το Πατριαρχείο, το οποίο ταύτιζε τον ελληνισμό με τον χριστιανισμό και θεωρούσε το κοσμικό κράτος αντίθετο στη βυζαντινή χριστιανική παράδοση[65]. Αν και η εκκλησία της Ελλάδος έγινε αυτοκέφαλη αργότερα (1833), το ζήτημα του διαχωρισμού από το Πατριαρχείο και της σύστασης εθνικής εκκλησιάς υπαγόμενης στο κράτος αποτέλεσε βασική ανανεωτική τάση στα χρόνια της επανάστασης.

Διαπιστώνεται λοιπόν, ότι η επαναστατική ηγεσία δε θα μπορούσε να αφήσει τη χριστιανική θρησκεία έξω από το υπό σύσταση κράτος είτε ως στοιχείο ταυτότητας των πολιτών, είτε ως συνδετικό δεσμό με την Ευρώπη, είτε τέλος, μέσω της εκκλησίας, ως κύριο θεσμό ενός κοσμικού κράτους.

Αν και τα βασικά συμπεράσματα που πρόεκυψαν μέσα από την ανάλυση του περιεχομένου των κειμένων έχουν παρουσιασθεί και αναλυθεί στο κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, παρακάτω   επιχειρείται μια σύντομη ανακεφαλαίωση των βασικότερων πορισμάτων.

Η εμφάνιση και εξέλιξη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού συνέβαλε καθοριστικά στην είσοδο και την εξάπλωση των νέων ιδεών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Το ελληνικό εθνικό κίνημα, υιοθετώντας τις νεωτερικές αντιλήψεις της Δύσης και στρεφόμενο προς το παρελθόν και τους ένδοξους προγόνους, δημιούργησε την Εθνική Ιδέα. Η ελευθερία απέκτησε αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο. Το επαναστατημένο έθνος, που παρουσιαζόταν πλέον ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, αναζητούσε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του. Η εθνική εξέγερση του 1821 νομιμοποιούταν ως εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ενάντια σε ένα ξένο κατακτητή. Η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα επιβεβαίωνε την ιστορική ταυτότητα τους έθνους, ενώ τα δυτικά πρότυπα πρόσφεραν τη βάση για τη δημιουργία ενός σύγχρονου εθνικού κράτους, καθώς και το εφαλτήριο για την αμφισβήτηση των Οθωμανών. Παραλλάσσοντας το βασικό σύνθημα του αγώνα «ελευθερία ή θάνατος» και μετατρέποντας το σε «Εθνική Διοίκηση ή θάνατος», η επαναστατική ηγεσία θέλησε να τονίσει την οριστική ρήξη με το παρελθόν και την νέα αρχή, η οποία θα συντελούταν μόνο μέσα από τη δημιουργία ανεξάρτητης εθνικής Διοίκησης.

Η χριστιανική πίστη παρέμεινε βασικό στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων, οι οποίοι πλέον συνειδητοποίησαν ότι η σωτηρία δε θα ερχόταν με τη δευτέρα παρουσία αλλά στην επίγεια ζωή από τους ίδιους . Ο Θεός, όπως προκύπτει από τα κείμενα, στεκόταν δίπλα στο επαναστατημένο έθνος.

Τα τρία κείμενα ,επηρεασμένα και δομικά από τις προγενέστερες ευρωπαϊκές Διακηρύξεις και Συντάγματα, είναι πλούσια σε λέξεις-έννοιες ξένες προς το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Όλες αυτές οι αναφορές στο έθνος, την πατρίδα, τα δίκαια κ.α. σκοπό είχαν να εντυπωσιάσουν τους ευρωπαίους παρατηρητές, ενώ  οι αναφορές στη χριστιανική πίστη ήταν περισσότερο κατανοητές από το σύνολο των Ελλήνων. Ήταν κείμενα που εξυπηρετούσαν πλήρως τους σκοπούς της επαναστατικής ηγεσίας, δηλαδή την αφύπνιση των Ελλήνων για τον εθνικό αγώνα αλλά και τη νομιμοποίηση του τελευταίου στα μάτια των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η ελληνική επανάσταση, ως η πρώτη με αμιγώς νεωτερικά χαρακτηριστικά στα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στέφτηκε με επιτυχία. Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που προέκυψε ήταν προϊόν αυτού του αγώνα.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, σελ.119-120, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1968
  • Βόγλη Ελπίδα, «Έλληνες το γένος», Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007
  • Δασκαλάκης Απ. ,Οι τοπικοί οργανισμοί της ελληνικής επαναστάσεως και το πολίτευμα της Επιδαύρου, εκδόσεις Ευγ. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα 1980
  • Δημαράς Θ. Κ., ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 2007 (9η έκδοση)
  • Διαμαντούρος Νικηφόρος, Απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους 1821 – 1828, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τ. ΙΒ’, Αθήνα
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000,τ.2ος και τ. 3ος , ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003
  • Κιτρομηλίδης Μ. Πασχάλης, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, μετάφραση Στέλλα Νικολούδη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996
  • Κουμπουρλής Γιάννης, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σ. 137-191
  • Λέκκας Ε. Παντελής, Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Κατάρτι, Αθήνα 1996
  • Λέκκας Ε. Παντελής, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, εθνικισμός και νεοτερικότητα, ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2001
  • Παναγιωτόπουλος Βασίλης : Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη νεότερη Ελλάδα , Τα Ιστορικά, 10 (1989)
  • Παντελής Μ. Αντώνης, Κουτσουμπίνας Ι. Στέφανος, Γεροζήσης Α. Τριαντάφυλλος, ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1923, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993
  • Παπαγεωργίου Στέφανος, ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2005
  • Πατρινέλης Χ.Γ., «Ο ελληνισμός κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669)», πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980.
  • Πιζάνιας Πέτρος (επιμέλεια), Η ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2009
  • Ροτζώκος Νίκος, Εθναφύπνιση και εθνογένεση .Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007
  • Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία, Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, Πατάκη, Αθήνα 2010
  •  Χασιώτης Κ. Ι., ΜΕΤΑΞΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2001
  • Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, Από την ΒΙΕΝΝΗ στις ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ 1815-1919, τόμος δεύτερος, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2004



[1] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σελ. 32-33

[2] Για τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό γενικά βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (τ. Α& Β), εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1993

[3] Κ.Θ. Δημαράς, ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ, εκδ. ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 2007 (9η έκδοση), σελ. 26

[4] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου- 24 Φεβρουαρίου 1821», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922 , εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ. 17-20

[5] Αλεξ. Δεσποτόπουλος, «Διπλωματικές και άλλες ενέργειες του Υψηλάντη»,Ι.Ε.Ε, τ.. ΙΒ’ Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, σελ. 22

[6] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία, Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2010, σελ. 90

[7] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π., σελ. 20

[8] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαυρου-1 Ιανουαρίου 1822», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922  εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ.30

[9] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο. Σχόλια για το ελληνικό εθνικό κίνημα», Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821,ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ (επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας), εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 237

[10] Παντελής Ε. Λέκκας, Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 1996, σελ. 90

[11] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας- 15 Ιανουαρίου 1821», ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ 1821-1922 εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ. 30-33

[12] Έφη Αλλαμανή, «Η Α΄ εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου», Ι.Ε.Ε, ,τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, σελ. 199

[13] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 33

[14] Παπαγεωργίου Π. Στέφανος, ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2005, σελ.81

[15] Απ. Β. Δασκαλάκης, ΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, εκδόσεις Ευγ. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα 1980, σελ. 171-172

[16] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο», ό. π. , σελ.223

[17] Νίκος Β. Ροτζώκος,  εθναφύπνιση και εθνογένεση, ΟΡΛΩΦΙΚΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ 27

[18] Ι.Κ. Χασιώτης, ΜΕΤΑΞΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 133-136; Τη στάση της εκκλησίας τη περίοδο αυτή επικρίνει έντονα και ο Ανώνυμος Έλληνας στην Ελληνική Νομαρχία αναφέροντας μεταξύ άλλων ΄΄Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι. Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται αὐτοὶ οἱ φιλόζωοι καὶ αὐτόματοι ψευδοκήρυκες: «Ὁ Θεός, ἀδελφοί, μᾶς ἔδωσεν τὴν τυραννίαν ἐξ ἁμαρτιῶν μας, καὶ πρέπει, ἀδελφοί, νὰ τὴν ὑποφέρωμεν μὲ καλὴν καρδίαν καὶ χωρὶς γογγυσμόν, καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν εἰς ὅ,τι κάμνει ὁ Θεός». Καὶ ὕστερα ἀπὸ τέτοια ξυλολογήματα λέγουσι καὶ τὸ ρητὸν «ὃν ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει».΄΄ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, σελ.119-120, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1968

[19] Για τη λαική χρησμολογία κατά τη Τουρκοκρατία βλέπε: Πατρινέλης Χ.Γ., «Ο ελληνισμός κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669)», σελ.65-73,πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980.

[20] Νίκος Β. Ροτζώκος,  εθναφύπνιση και εθνογένεση, σελ. 205

[21] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[22] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[23] Πέτρος Πιζάνιας, « Από ραγιάς Έλληνας πολίτης. Διαφωτισμός και Επανάσταση 1750 -1832», Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821,ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ (επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας), εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 47

[24] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 17

[25] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π, σελ. 36

[26] Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, Από την ΒΙΕΝΝΗ στις ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ 1815-1919, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2004, σελ.61

[27] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[28] Γεώργιος Κ. Θεοδωρίδης, « ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ, Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ», ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000, τ. 3ος , εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 126-127

[29] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[30] Για την σχέση της Ευρώπης με την αρχαία Ελλάδα βλ. Νάσια Γιακωβάκη, ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΣΩ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΜΙΑ ΚΑΜΠΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΗ 17ος -18ος αιώνας, εκδ. βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ- Ι.Δ ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑ Α.Ε. , Αθήνα 2006

[31] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π,  σελ.14

[32] Κ.Θ. Δημαράς, ό. π. , σελ. 82

[33] Λουκία Δρούλια, «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΓΕΜΑΤΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ», ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770-2000, τ. 2ος , εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 45- 47

[34] Το ακρόπρωρο του πλοίου «Άρης» του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη παραπέμπει στην εικόνα του Μεγάλου Αλέξανδρου που τύπωσε σε χαρακτικό ο Ρήγας Βελεστινλής το 1797 στη Βιέννη.( Από την σχετική πινακίδα του εκθέματος στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας)

[35] Γιάννης Κουμπουρλής, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σελ. 151-165

[36] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 18

[37] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 30

[38] Βλ. Γιάννης Κουμπουρλής, «Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους στους εκπροσώπους του ελληνικού Διαφωτισμού: η διαμάχη για το όνομα του έθνους και οι απόψεις για τους αρχαίους Μακεδόνες και τους Βυζαντινούς», δοκιμές, τ. 13-14 ,2005, σ. 137-191

[39] Παντελής Ε. Λέκκας, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, εθνικισμός και νεοτερικότητα, εκδ. ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2001, σελ. 9

[40] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο», ό. π. , σελ. 239

[41] Παντελής Ε. Λέκκας, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ , ό. π. , σελ.20

[42] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 30-31

[43] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19-20

[44] Νίκος Β. Ροτζώκος, «Το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο»,ό. π. , σελ. 223

[45] Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη νεότερη Ελλάδα», Τα ιστορικά, 10 (1989)

[46] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[47] Πέτρος Πιζάνιας, ό. π. , σελ.39

[48] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[49] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[50] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 32

[51] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 18

[52] Νικηφόρος Διαμαντούρος, Απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους 1821 – 1828, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα  2006, σελ. 221

[53] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[54] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 32

[55] Παντελής Ε. Λέκκας, «Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ», ό. π,  σελ. 127

[56] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Το Προοίμιο», ό. π. , σελ. 30

[57] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η προκήρυξη του Ιασίου», ό. π. , σελ. 19

[58] Στο ίδιο, σελ. 18

[59] Στο ίδιο, σελ. 19

[60] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[61]Ελπίδα Βόγλη, «Έλληνες το γένος», Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007, σελ. 42-43

[62] Αντώνης Μ. Παντελής, Στέφανος Ι. Κουτσουμπίνας, Τριαντάφυλλος Α. Γεροζήσης, «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», ό. π. , σελ. 31

[63] Ελπίδα Βόγλη, ό. π. , σελ. 59

[64] Νικηφόρος Διαμαντούρος, ό. π. , σελ. 240

[65] Στο ίδιο, σελ. 244

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s