Η Γιουγκοσλαβία του στρατάρχη Τίτο: Μια εικόνα της Γιουγκοσλαβίας μέσα από την εφημερίδα «Το Βήμα» (Ιούνιος 1956)

Μιχαήλ Παλάγκας, 

Μεταπτυχιακό Βαλκανικής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Α.Π.Θ.

Η δεκαετία του 1950 θεωρείται από πολλούς ως η ‘’χρυσή εποχή’’ της ελληνογιουγκοσλαβικής συνεργασίας. Η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν το 1948 επέβαλαν στον γιουγκοσλάβο ηγέτη να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με την Δύση και να θέσει τις βάσεις για την αδέσμευτη πολιτική που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια. Από την μεριά της,  η Ελλάδα μετά την νέκρωση του Βαλκανικού Συμφώνου λόγω των γεγονότων στην Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και τη στάση του ΝΑΤΟ απέναντι στην ελληνοτουρκική κρίση, άρχισε να στρέφεται προς αναζήτηση νέων συμμάχων στα Βαλκάνια. Η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε την καλύτερη δυνατή λύση, καθώς ανοίγονταν προοπτικές συνεργασίας των δύο χωρών σε διάφορους τομείς. Το ελληνικό ενδιαφέρον για αυτή την χώρα αντικατοπτρίζεται σε μία σειρά άρθρων του γνωστού καθηγητή Αγγ. Αγγελόπουλου, τα οποία δημοσίευσε η Εφημερίδα ‘‘Το Βήμα’’ από τις 17 έως και τις 23 Ιουνίου 1956. Τα άρθρα αυτά γράφτηκαν με αφορμή κάποιες διαλέξεις του  καθηγητή στη Γιουγκοσλαβία και αποτελούν μία προσπάθεια να δοθεί μια γενική εικόνα για την λειτουργία αυτού του ιδιότυπου γιουγκοσλαβικού μοντέλου. Η παρούσα εργασία στηρίχτηκε αποκλειστικά σχεδόν στα άρθρα που δημοσίευσε η ενλόγω εφημερίδα.

Πριν προχωρήσουμε, ωστόσο, είναι απαραίτητο να καθορίσουμε το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκαν αυτά τα άρθρα, ώστε να κατανοήσουμε και το ελληνικό ενδιαφέρον. Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 που προκάλεσαν τις ανθελληνικές ταραχές στην Κωνσταντινούπολη είχαν ως αποτέλεσμα την νέκρωση των Συμφώνων της Άγκυρας και του Μπλεντ (1953 – 1954). Η Γιουγκοσλαβία, μετά την άνοδο του Χρουστσόφ και την διαδικασία αποσταλινοποίησης που σημειώθηκε στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, ξεκίνησε μια πολιτική προσέγγισης της Μόσχας, γεγονός που την έκανε διστακτική στην οποιαδήποτε εφαρμογή του στρατιωτικού σκέλους των Συμφώνων. Ωστόσο, η πολιτική των ίσων αποστάσεων που εφάρμοζε ο Τίτο καθιστούσε την χώρα ιδιαίτερο φαινόμενο. Τα συγκεκριμένα άρθρα δημοσιεύτηκαν μετά την επίσκεψη του Τίτο στη Μόσχα[1] και λίγες μέρες πριν  την άτυπη συνάντηση του γιουγκοσλάβου ηγέτη με τον Καραμανλή στην Κέρκυρα όπου και θα συζητούσαν το μέλλον της Βαλκανικής συμμαχίας. Το δίλημμα ουσιαστικά, ήταν αν θα έπρεπε να αναμένουν αλλαγή στάσης της Τουρκίας, παγώνοντας μέχρι τότε το Σύμφωνο, ή αν θα προχωρούσαν σε μετατροπή του σε διμερή ελληνογιουγκοσλαβικό άξονα. Το σημαντικότερο πρόβλημα στις διμερείς σχέσεις ήταν το Μακεδονικό και τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν συνέφερε σε καμία από τις δύο πλευρές η ανακίνησή του.[2]

Αρχικά, ο καθηγητής αναφέρει πως η πρώτη εντύπωση που σχηματίζεται για τη Γιουγκοσλαβία είναι απατηλή, καθώς ο επισκέπτης στο Βελιγράδι θεωρεί πως είναι μια πόλη οικονομικά καθυστερημένη σε σχέση με την Αθήνα.  Από τις βιτρίνες λείπουν τα είδη πολυτελείας, στους δρόμους απουσιάζουν τα αυτοκίνητα  ενώ τις εργάσιμες μέρες τα καφενεία είναι άδεια. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας  συντελείται στην ύπαιθρο, όπου παρατηρείται ένας ‘‘παραγωγικός οργασμός’’, καθώς η γιουγκοσλαβική οικονομία βασίζεται κατά πολύ στην αξιοποίηση φυσικών πόρων. Η Γιουγκοσλαβία είναι η πλουσιότερη  χώρα της Ευρώπης  σε χρώμιο, ενώ διαθέτει κοιτάσματα βωξίτη, μολύβδου, χαλκού, αντιμονίου κ.α. Η ενέργεια που παράγεται από τις υδατοπτώσεις στην περιοχή της Βοσνίας Ερζεγοβίνης είναι τετραπλάσια από αυτή που παράγουν συνολικά  όλα τα ανθρακωρυχεία της χώρας. [3]

Γενικά δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην τάση εκβιομηχάνισης της οικονομίας, καθώς όλο και μειώνεται το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού της χώρας. Έτσι, ενώ πριν το 1948 η βιομηχανία απέδιδε το 18% του εθνικού εισοδήματος στη Γιουγκοσλαβία, το 1954  έδωσε περίπου το 40%.Αντίστροφα, το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού σημειώνει καθοδικές τάσεις καθώς την τετραετία 1950–1954 μειώθηκε περίπου 21%[4]. Σύμφωνα με τη ρήση κάποιου γιουγκοσλάβου κρατικού αξιωματούχου: «Μέχρι τώρα δουλεύαμε εμείς για τις μηχανές. Τώρα δουλεύουν οι μηχανές για μας». Σύμφωνα με την έκθεση της οικονομικής επιτροπής της Ευρώπης, η Γιουγκοσλαβία σημείωσε  το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής από όλες τις χώρες της Δυτικής  Ευρώπης την περίοδο εκείνη. [5]

Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι προϋποθέσεις που στηρίζεται η επιτυχία του οικονομικού προγράμματος. Αυτές είναι η αύξηση της παραγωγής λόγω του νέου βιομηχανικού εξοπλισμού, η διεύρυνση της παραγωγής συνοδευόμενη από μεγάλες επενδύσεις που αποβλέπουν στην εκτέλεση έργων άμεσης αποδόσεως και η μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια από το εξωτερικό.

Εκτός της βιομηχανίας, παράλληλη αύξηση σημειώθηκε και σε άλλους κλάδους παραγωγής, ενώ ανάπτυξη παρατηρήθηκε στις μικτές επενδύσεις και στον τομέα των ενεργειακών πόρων, όπως η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και κάρβουνου. Ο Αγγελόπουλος θεωρεί πως η ορθότητα της πολιτικής αυτή στο εσωτερικό θα αποφέρει καρπούς και στο εξωτερικό, υπονοώντας έτσι την επιτυχία της πολιτικής της ειρηνικής συνύπαρξης που τα τελευταία χρόνια εφάρμοζε ο Τίτο.[6]

Χαρακτηριστικό είναι πως ο καθηγητής αποδίδει τα οικονομικά επιτεύγματα της χώρας όχι στο νέο καθεστώς, αλλά στον ορθό τρόπο σύλληψης και εφαρμογής της πολιτικής που διέπεται από συνοχή, αποφασιστικότητα, συνέπεια και ορθολογική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Προχωρώντας παρακάτω, γίνονται οι συγκρίσεις με την  Ελλάδα όπου η κατάσταση, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, είναι απογοητευτική. Η Ελλάδα  είναι μια πλούσια σε πόρους και εργατικό δυναμικό χώρα και σε συνδυασμό με την αμερικανική βοήθεια θα μπορούσε να προχωρήσει σε ταχεία εκβιομηχάνιση. Δυστυχώς, η βιομηχανική παραγωγή για το 1955 ήταν μικρότερη από αυτή του 1954. Μια χώρα που εκβιομηχανίζεται έχει ως στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας και μόλις τα περιθώρια εξαντληθούν, προωθεί τον αγροτικό πληθυσμό της σε νέες δραστηριότητες. Έτσι, ενώ ο πληθυσμός που εργάζεται για τη βιομηχανία αυξάνεται στη Γιουγκοσλαβία, στην Ελλάδα παραμένει σε χαμηλά ποσοστά. Η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας έγκειται στο ότι αρκείται απλά στο να εξαγγέλλει οικονομικά προγράμματα χωρίς να τα υλοποιεί ποτέ. Αξιοσημείωτο είναι ότι το χρονικό διάστημα 1955 – 1959 η Ελλάδα απέβλεπε στην δημιουργία μόλις 78.000 θέσεων, τη στιγμή μάλιστα που υπήρχε αρκετό αδιάθετο εργατικό δυναμικό για τη βιομηχανία. [7]

Η επιτυχία της γιουγκοσλαβικής οικονομικής πολιτικής οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ο λαός εκεί είχε υποβληθεί σε μεγαλύτερες στερήσεις (π.χ. χαμηλά ημερομίσθια, έλλειψη ειδών πολυτελείας , ελάχιστες νεόκτιστες πολυκατοικίες κτλ.). Με άλλα λόγια, τα χρήματα που εξασφαλίστηκαν για την χρηματοδότηση των παραγωγικών επενδύσεων απορροφήθηκαν από μέρος του εθνικού εισοδήματος. Ωστόσο, ο καθηγητής αναγνωρίζει ως υπερβολική και άκαμπτη την πολιτική των Γιουγκοσλάβων, προτείνοντας τουναντίον την ισορροπία στην κατανομή καταναλωτικών αγαθών και επενδύσεων ως ένδειξη ομαλής οικονομικής προόδου μίας χώρας.[8]

Κριτήριο σταθερότητας σε ένα κράτος αποτελεί η άνοδος του βιοτικού επίπεδου του λαού του. Συνεπώς, αυτά τα νέα σοσιαλιστικά καθεστώτα προσπαθούν να αυξήσουν, μέσω των παραγωγικών έργων το εθνικό εισόδημα. Παρά τους χαμηλούς μισθούς[9] που δίδονται στη Γιουγκοσλαβία σε σχέση με τη Δύση,  τονίζεται πως δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις καπιταλιστικές κοινωνίες διότι οι Γιουγκοσλάβοι απολαμβάνουν πολλά πλεονεκτήματα και θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε εύκολα σε λανθασμένα συμπεράσματα. Π.χ. το ενοίκιο είναι αρκετά χαμηλό, δεν γίνονται κρατήσεις για κοινωνικές ασφαλίσεις και φόρους, ενώ παρέχεται δωρεάν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Για την κάλυψη των αναγκών αυτών οι δημόσιες επιχειρήσεις παρακρατούν περίπου το 43% των μισθών. Επίσης, παρέχεται δωρεάν παιδεία και υποτροφίες. Από την άλλη, και το ίδιο το συνάλλαγμα δεν αποτελεί μέτρο σύγκρισης, εφόσον το δηνάριο διαθέτει διαφορετικές συναλλαγματικές αξίες, αναλόγως της περίστασης[10]. Το εθνικό εισόδημα της χώρας αυξήθηκε σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, δεδομένου πως όλα σχεδόν τα μέλη της οικογένειας εργάζονται, λύνοντας έτσι το πρόβλημα της ανεργίας σε συνδυασμό με το δημογραφικό.

Συνεχίζοντας, ο καθηγητής προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια που οι τιμές ήταν υψηλές, ενώ οι μισθοί χαμηλοί. Ένας σημαντικός λόγος είναι το γεγονός ότι οι εργάτες που απασχολούνταν στη βιομηχανία της χώρας ήταν ακόμα ανειδίκευτοι οπότε και η απόδοση τους μέτρια. Ακόμη, τα υψηλά κρατικά και κοινωνικά βάρη και τα έξοδα του κράτους επιβάρυναν την κατανάλωση είτε με τη μορφή ενός φόρου κύκλου εργασιών, είτε με τη συμμετοχή του κράτους στα έσοδα των δημοσίων επιχειρήσεων. Τέλος, σημαντικός λόγος είναι οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες της χώρας, δεδομένου της ιδιαίτερης γεωπολιτικής της θέσης ανάμεσα στους δύο στρατιωτικούς συνασπισμούς.[11]

Θετικό σημάδι αποτελεί το γεγονός πως με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου ξεκίνησαν και επενδύσεις σε βιομηχανίες που παράγουν καταναλωτικά αγαθά. Έτσι, ενώ το 1952 οι επενδύσεις αυτές αποτελούσαν το 7,5% , το 1954 έφτασαν στο 18%. Σ’ αυτό συνέβαλε η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης που ξεκίνησε να ασκεί ο Τίτο, αλλά και η δημιουργία ενός περισσότερου εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού που θα καταρτιζόταν πλήρως μέσω του νέου εκπαιδευτικού προγράμματος.[12]

Η παιδεία είναι ένας τομέας στον οποίο δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τους Γιουγκοσλάβους, καθώς παίζει σημαντικότατο ρόλο στο οικονομικό επίτευγμα που συντελείται στη χώρα. Η υποχρεωτική εκπαίδευση από τετραετής που ήταν προπολεμικά, το 1954 έγινε οκταετής, ενώ σχολεία, τεχνικές σχολές και πανεπιστήμια υπερδιπλασιάστηκαν αυξάνοντας παράλληλα και των αριθμό των φοιτητών. Στόχος του κράτους ήταν να χτυπηθεί ο αναλφαβητισμός, εφόσον η οικονομία αποτελούσε συνάρτηση της οικονομικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό είναι πως περίπου το 75% των φοιτητών λάμβανε υποτροφίες που πληρώνονταν από τις δημόσιες επιχειρήσεις που επρόκειτο να απασχολήσουν μελλοντικά τους νέους αυτούς.[13]

Στη συνέχεια, γίνεται μια σύντομη παρουσίαση του τρόπου διοίκησης κάποιων τομέων της οικονομίας και σε μερικούς από αυτούς επιχειρείται μια σύγκριση με το σοβιετικό σύστημα. Στον κλάδο της αγροτικής ιδιοκτησίας τα 9/10 της γης ανήκαν σε αγρότες και το υπόλοιπο στο κράτος. Αν και το ανώτατο όριο εκταρίων για τους ιδιώτες ήταν τα δέκα εκτάρια, ο μέσος όρος κυμαινόταν περίπου στα 4,2. Μετά τον πόλεμο τα κτήματα υπήχθησαν σε καθεστώς κολχόζ. Μετά το 1948, το μεγαλύτερο μέρος της γης περιήλθε στην ιδιοκτησία των αγροτών οι οποίοι οργανώθηκαν σε ‘’γενικούς συνεταιρισμούς’’, που ήταν περίπου 7.000 σε όλη τη χώρα και αποτελούνταν από τους γεωργούς του κάθε χωριού. Η κυβέρνηση απέβλεπε στην ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής μέσω της πιστωτικής ενίσχυσης των συνεταιρισμών, των επιδοτήσεων, των βραβείων στους γεωργούς που σημείωσαν την υψηλότερη αποδοτικότητα και των δημόσιων επενδύσεων. Επίσης, με την φορολογική πολιτική της βοηθούσε αυτούς που πάσχιζαν για την αύξηση της παραγωγής, ενώ εμπόδιζε την δημιουργία μεγάλων κερδών, παρόλο που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών.[14]

Στον τομέα της βιοτεχνίας τα πράγματα ήταν αρκετά ελεύθερα. Ο καθένας εργαζόταν όπως ήθελε αρκεί να απασχολούσε μέχρι 5 άτομα. Τα προϊόντα του πωλούνταν μέσω κρατικών πρατηρίων, ενώ με τον τύπο της προμήθειας κρατείτο ένα μέρος της παραγωγής ως φόρος.[15]

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο κλάδος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Αν και υπήρχε η δυνατότητα να κατέχει ο καθένας όσα ακίνητα επιθυμεί, τα έσοδα ήταν μικρά λόγω του χαμηλού ενοικίου. Η διαχείριση των πολυκατοικιών  γινόταν  από ένα συμβούλιο ενοικιαστών. Το 40% του ενοικίου δινόταν στο κράτος, το 10% στον ιδιοκτήτη και το υπόλοιπο κρατείτο  για συντήρηση και αποσβέσεις. Το πρόβλημα της κατοικίας στη χώρα είναι οξύ, αφενός διότι το 20% των προπολεμικών εγκαταστάσεων καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αφετέρου διότι κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δόθηκε περισσότερη έμφαση στα μεγάλα παραγωγικά έργα παρά στις κατοικίες. Ωστόσο η πρόβλεψη για την πενταετία 1955- 1959 ήταν πως η κατασκευή των κατοικιών θα αποτελούσε  το 13 – 22% των δημόσιων επενδύσεων.[16]

Ο κλάδος στον οποίο φαίνονται οι σημαντικότερες διαφορές με το σύστημα της ΕΣΣΔ είναι ο τρόπος διοικήσεως και λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων. Στην Γιουγκοσλαβία, όπως και στην ΕΣΣΔ, όλα είναι εθνικοποιημένα (μέσα παραγωγής, εμπόριο, μεταφορικά μέσα). Διαφορές εντοπίζονται στον τρόπο διοίκησης. Έτσι, με νόμο το 1950 η Γιουγκοσλαβία θέσπισε τον θεσμό της εργατικής αυτοδιαχείρισης με το σύνθημα ‘‘οι επιχειρήσεις στους εργάτες’’. Σε αντίθεση με την ΕΣΣΔ, οι επιχειρήσεις δεν διοικούνταν μέσω μίας άμεσης κρατικής διαχείρισης, αλλά οι εργάτες είχαν την νομική και ηθική υποχρέωση να ασκούν την διοίκηση σύμφωνα με το δεδομένο οικονομικό πλάνο. Τις επιχειρήσεις αυτές μπορούσε να τις ιδρύσει είτε το κράτος, είτε οι επιμέρους δημοκρατίες , είτε οι τοπικές κρατικές υπηρεσίες και ο ιδρυτής όφειλε να  παράσχει τα παραγωγικά μέσω ενώ το κεφάλαιο θα παρεχόταν από την Κεντρική Τράπεζα. Οι φόροι που πλήρωναν στο κράτος ήταν ανάλογοι της αξίας των παραγωγικών μέσων που απασχολούσαν. Τα κέρδη τα μοιραζόταν  το κράτος, οι αρχές αυτοδιοίκησης και η επιχείρηση. Η τελευταία μοίραζε το ποσοστό της για σχηματισμό αποθεματικών και για την συμπληρωματική αμοιβή του προσωπικού. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι παρεχόταν συμπληρωματική αμοιβή ως κίνητρο στους εργάτες που σημείωναν αύξηση της παραγωγικότητας τους .[17]

Η ολομέλεια του προσωπικού κάθε επιχείρησης ως διοικητικό όργανο ανέθετε την διοίκηση σε τρία όργανα: Το Συμβούλιο των Εργατών και την Εκτελεστική επιτροπή, των οποίων η θητεία ήταν ετήσια και εκλέγονταν από την ολομέλεια και τον διευθυντή, o oποίος διοριζόταν από την τοπική αρχή. Μετά το 1954, για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερος συντονισμός, οι επιχειρήσεις υπήχθησαν στις ‘‘Ενώσεις των Επιχειρήσεων’’ και αυτές στο  Βιομηχανικό  Επιμελητήριο που απαρτιζόταν από 14 κλάδους. Ανάλογο επιμελητήριο υπήρχε για την γεωργία (9 κλάδοι), για το εμπόριο κτλ. Ο τρόπος διοίκησης τους ήταν ανάλογος με αυτόν των επιχειρήσεων.[18]

Στη συνέχεια, ο Αγγελόπουλος προσπαθεί να εντοπίσει τα αδύνατα σημεία του γιουγκοσλαβικού συστήματος. Για παράδειγμα, παρατηρεί αντίθεση μεταξύ της κοινωνικοποίησης όλων των βαθμίδων των επιχειρήσεων και της ελευθερίας δράσης, κυρίως, στον αγροτικό τομέα. Ακόμη θεωρεί πως το κομμουνιστικό σύστημα δεν θα συναντούσε ιδιαίτερες δυσκολίες για να λειτουργήσει ομαλά σε μια οικονομικά αναπτυγμένη χώρα. Η Γιουγκοσλαβία, όμως, είναι μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα , με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και με έλλειψη πρακτικών μέσων παρακολούθησης για τη κίνηση κάθε επιχείρησης. Η γραφειοκρατία καταγράφεται σαν ένας μεγάλος κίνδυνος σε μια σοσιαλιστική οικονομία, καθώς θα έπρεπε η διαχείριση των μέσων παραγωγής να συγκεντρώνεται σε μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις[19]. Υπογραμμίζεται, επιπλέον, ο κίνδυνος απελευθέρωσης κάποιων μικρών επαγγελμάτων, καθώς αυτό θα μπορούσε εύκολα να υποθάλψει φαινόμενα κερδοσκοπίας. Έτσι, ο Αγγελόπουλος προτείνει την άσκηση κατάλληλης φορολογικής πολιτικής  ώστε με την υποδειγματική λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων να μπορούν να ελέγχονται οι μικρές.

Αδυναμίες παρατηρούνται όμως και στον τομέα των συνεταιρισμών. ο οποίος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός για την εξασφάλιση του γενικού συμφέροντος σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Το σύστημα της αυτοδιαχείρισης των εργατικών υφίστατο μόνον σε θεωρητικό επίπεδο. Τα όργανα που αποτελούνταν από εργάτες, δηλαδή το συμβούλιο των εργατών και η εκτελεστική επιτροπή, εκλέγονταν για ένα χρόνο και συνέρχονταν μόνο δύο φορές. Ουσιαστικά την διοίκηση είχε ο διευθυντής που δεν εκλεγόταν καν από εργάτες. Η πρόταση του καθηγητή ήταν να συμβαδίζει η θητεία με την εκτέλεση του οικονομικού σχεδίου και καθ’ όλη αυτή την περίοδο να προωθείται η σταδιακή ανανέωση των μελών.[20]

Εξίσου τρωτό σημείο θεωρεί και την προσπάθεια καταπολέμησης του κρατικού συγκεντρωτισμού. Όσο καταστρεπτικός είναι ο κρατικός συγκεντρωτισμός, άλλο τόσο είναι και το σύστημα της αποκέντρωσης, επειδή οδηγεί στη χαλάρωση και την κακή εκτέλεση του σχεδίου.[21]

Το γεγονός ότι η Υπηρεσία Οικονομικού Πλάνου δεν είχε τις αρμοδιότητες που θα έπρεπε, αποτελεί μια ακόμα αδυναμία του συστήματος. Αυτό οδηγεί σε υπερβολική επέμβαση των τοπικών συμφερόντων και σε αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός και εις βάρος του γενικού συνόλου. Μετά τη ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν το πενταετές σχέδιο στήριξης μεταβλήθηκε σε μονοετές λόγω της ακαμψίας του συστήματος, του εξαιρετικά μεγάλου ποσοστού επενδύσεων, της παραμέλησης της γεωργίας και της έλλειψης ισορροπίας μεταξύ καταναλωτικών και παραγωγικών αγαθών. Μόλις το 1955 καταρτίσθηκε ξανά πενταετές οικονομικό πρόγραμμα.[22]

Τέλος, η έλλειψη υπουργείων εμποδίζει την ορθολογιστική διαχείριση  των εθνικών πόρων. Ο καθηγητής αναφέρει πως όταν μία χώρα βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης τα λάθη σε σχέση με την διαχείριση των εθνικών πόρων δεν γίνονται αισθητά, διότι μόνο στόχος είναι η εκβιομηχάνιση. Αντιθέτως, όταν η οικονομία εισέρχεται σε νέα φάση όλα τα λάθη συνυπολογίζονται στην συνολική οικονομική δραστηριότητα του έθνους. Παρολαυτά, οι γιουγκοσλάβοι ιθύνοντες  με την άσκηση της ειρηνικής συνύπαρξης εκτιμούν πως θα επαναπροσδιορίσουν το σύστημά τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.[23]

Στο τελευταίο του άρθρο ο Αγγελόπουλος τονίζει την ειρηνική συνύπαρξη ως έναν από τους παράγοντες που συνέβαλλαν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το αδέσμευτο κίνημα του οποίου πρωτοστάτες υπήρξαν οι Τίτο και Νεχρου αποκτά όλο και περισσότερο έδαφος. Θεωρεί πως η πολιτική αυτή έχει αντίκτυπο στις οικονομικές σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τις υπόλοιπες χώρες. Η Γιουγκοσλαβία στήριξε την οικονομική και πολιτική της ανεξαρτησία στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων και προσπαθεί να γεφυρώσει τις πολιτικές αντιθέσεις τους και να εξομαλύνει τις διαφορές μέσω της ενεργητικής συνύπαρξης. [24]

Έπειτα, παρουσιάζονται δύο περιοχές της Γιουγκοσλαβίας στις οποίες παρατηρήθηκαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Μία από αυτές ήταν η Ζενίκα, μία περιοχή έξω από το Σεράγεβο. Στην περιοχή αυτή προπολεμικά υπήρχαν μόνο ορυχεία ενώ τώρα έχει γίνει το κέντρο της βιομηχανικής Γιουγκοσλαβίας καθώς παράγει μεγάλες ποσότητες χυτοσιδήρου και χάλυβα.  Η Βοσνία Ερζεγοβίνη διέθετε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και στην Ζαπλάνικα κατασκευαζόταν ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια υδροηλεκτρικής ενέργειας. Σημαντικές επενδύσεις σε αυτό τον τομέα γίνονταν και στην ΛΔΜ [25], όπου τα έργα στα διάφορα ποτάμια της χώρας επρόκειτο να αλλάξουν την γεωοικονομική διάρθρωση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Ένα ανάλογο σχέδιο υδροηλεκτρισμού καταρτίσθηκε και από την Ελλάδα, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο Αγγελόπουλος εκφράζει την άποψη ότι οι Έλληνες επαναπαύτηκαν υπέρ του δέοντος στην εξωτερική βοήθεια και δεν προχώρησαν σε εκβιομηχάνιση αξιοποιώντας τους φυσικούς πόρους της χώρας , αλλά παρέμειναν ‘‘λαός αγροτικός και ποιμενικός’’.

Συγκρίνοντας τον Τίτο με τον Καραμανλή, ο Αγγελόπουλος θεωρεί τον πρώτο ως έναν άνθρωπο προικισμένο με πολιτική διαίσθηση και πείρα στις οικονομικές και διεθνείς σχέσεις. Χαιρετίζει την δήλωση του Στρατάρχη στο ‘‘United Press’’ ότι δεν θέλει δωρεάν οικονομική βοήθεια  από τις δύο Δυνάμεις, αλλά ζητά την χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων που θα βοηθήσουν στην οικονομική ανάπτυξη και θα μπορέσουν να εξοφληθούν με εγχώρια γιουγκοσλαβικά προϊόντα.[26]

Η σειρά των άρθρων κλείνει με προτάσεις διαφόρων προσωπικοτήτων για περαιτέρω διμερή συνεργασία. Ο κοσμήτορας του Πανεπιστημίου του Τοντόροβιτς πρότεινε συνεργασία σε διαφόρους τομείς, όπως επικοινωνία και ανταλλαγή φοιτητών και καθηγητών, επικοινωνία μεταξύ των οργανώσεων όλων των παραγωγικών κλάδων και, κυρίως, ανταλλαγή ιδεών. Ο Αγγελόπουλος πρότεινε, μέσα από την υπογραφή μιας μακροπρόθεσμης εμπορικής συμφωνίας,  η Γιουγκοσλαβία να δίνει πρώτες ύλες και ηλεκτρικό ρεύμα στην Ελλάδα και να λαμβάνει ως αντάλλαγμα ελληνικά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαν οι δύο χώρες να αποτελέσουν διεθνές πρότυπο και να γίνουν μια γέφυρα μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης.[27]

Κλείνοντας την παρουσίαση των άρθρων για το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, αξίζει να σημειωθεί πως η ίδια εφημερίδα που φιλοξενούσε τα άρθρα, αν και αντιπολιτευτική, υποστήριξε εξαρχής ότι δεν ταυτιζόταν πλήρως με τις απόψεις του καθηγητή, καθώς ο τελευταίος δεν καταλάβαινε ότι η Ελλάδα βρισκόταν πλέον εντός του συνασπισμού του ΝΑΤΟ, οπότε δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την αδέσμευτη πολιτική της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, επικρότησε την πρόταση για στενότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, δηλώνοντας πως για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός ήρθε σε επαφή με την οικονομία της Γιουγκοσλαβίας.[28]

Μετά την συνάντηση του Καραμανλή  με τον Τίτο στην Κέρκυρα αποφασίστηκε το πάγωμα της Βαλκανικής Συμμαχίας. Τα γεγονότα του Σουέζ, της Πολωνίας και της Ουγγαρίας αλλά και η απροθυμία των Τούρκων να αλλάξουν στάση επέβαλλαν στους δύο ηγέτες κατά την επόμενη συνάντηση τους στο Βελιγράδι το Δεκέμβριο του 1956 να αποφασίσουν την σύσταση ενός άτυπου ελληνογιουγκοσλαβικού άξονα. Έκτοτε, ξεκινάει μια περίοδο στενής διμερούς συνεργασίας σε διάφορους τομείς με αποκορύφωμα την υπογραφή των δέκα συμφωνιών διαφόρου χαρακτήρα  το 1959, με χαρακτηριστικότερη την υπογραφή συμφωνίας μεθοριακής επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών[29]. Οι διεθνείς εξελίξεις, ωστόσο, και η ανακίνηση του Μακεδονικού  επρόκειτο να αποτελέσουν το επόμενο διάστημα αιτία νέας ψύχρανσης.                                                                                    

ΠΗΓΕΣ

 

Εφημερίδες

Το Βήμα: 17 – 06 – 56

Το Βήμα: 19 – 06 – 56

Το Βήμα: 20 – 06 – 56

Το Βήμα: 21 – 06 – 56

Το Βήμα: 22 – 06 – 56

Το Βήμα: 23 – 06 – 56

                  

 Βιβλιογραφία

1)      Clissold, Stephen (επιμ.), Yugoslaviaand the Soviet Union, 1939 – 1973.a Documentary survey, Oxford University Press, London, New York, Toronto 1975

2)      Brands, Henry, ‘‘Redefining the Cold War: American Policy toward Yugoslavia, 1948-60’’, Diplomatic History, 1 (1987), σσ. 41-53.

3)      Campbell, John, Tito separate’s Road – America and Yugoslavia in World Politics, New York 1967.

4)      Dimitrijević, Bojan, Jugoslavia I NATO (1951-1957), Beograd 2003.

5)      Hunter, Brian, Soviet – Yugoslav relations, 1948-1972. A Bibliography of Soviet, Western and Yugoslav Comment and Analysis, Garland Publishing, New York, London 1976.

6)      Lampe, John, Yugoslavia as History -Twice there was a country, Cambridge University Press (second edition), 2000.

7)       Pavlowitch, Stevan, Tito Yugoslavia’s great dictator. A reassessment., Ohio state university Press, Columbus 1992.

8)       Prpic George, ‘‘Communism and Nationalism in Yugoslavia’’, Balkan studies, 10 (1969), σσ. 23-50.

9)       Rusinow Dennison, The Yugoslav experiment 1948-1974, C. Hurst and Company, London 1977.

10)  Βαλντέν, Σωτήρης, Ελλάδα και Ανατολικές χώρες 1950-1967: Οικονομικές σχέσεις και πολιτική, Α΄ Τόμος, Εκδόσεις Οδυσσέας (= Ίδρυμα Μεσογειακών μελετών), Αθήνα 1991.

11)  Κίτσος, Πάρις, ‘‘Γιουγκοσλαβία’’ στο συλλογικό έργο Η αμυντική πολιτική των Βαλκανικών κρατών, (επιμ. Ιωάννης Βαληνάκης), Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 1991, σσ. 255-334.

12)  Στάθη Κ. Σάσα, Γιουγκοσλαβία και Τίτο. 1919 – 1953., Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της εστίας, Αθήνα, 1983.

13)  Χρηστίδης, Γεώργιος, Τα Κομμουνιστικά Βαλκάνια. Εισαγωγή στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική στην Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945-1989, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003.

 

 

 


[1] Πρόκειται για τις περίφημες Διακηρύξεις της Μόσχας και του Βελιγραδίου όπου ο Χρουστσόφ αναγνώρισε πως η οικοδόμηση του σοσιαλισμού μπορεί να υλοποιηθεί και μέσω πολλών και διαφορετικών δρόμων και διακήρυξε την μη επέμβαση της Μόσχας στα εσωτερικά άλλων κρατών. Αυτό αποτελούσε μια σπουδαία γιουγκοσλαβική νίκη καθώς δικαιωνόταν το σύστημα της αυτοδιαχείρισης που εφάρμοζε ο Τίτο στην χώρα του από το 1948. Βλ. D. Rusinow, TheYugoslavExperiment, C. Hurst and Company, London 1977, σσ. 88-89.

[2]  Για τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την δεκαετία του 1950 βλ. E.Hatzivasiliou, , Greece and Cold War. Front line state, 1952-1967, Rout ledge, London, New York 2006., Του ιδίου, ‘‘The Greek – Yugoslav relationship during the Cold War’’στο συλλογικό έργο Die Balkan länder in Europa der Gegenwart, (επιμ. Kalliopi Koufa), Fünftes Symposium, Organisiert in Thessaloniki (am 22.23, Mai 1992) vroom Institut für Balkan Studien und der Südosteuropa-Gesellschaft München, Institute for Balkan Studies, vol. 256, Thessaloniki 1994, σσ. 83-91., Σ, Βαλντέν, Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Γέννηση και Εξέλιξη μιας κρίσης και οι αντανακλάσεις στα Βαλκάνια 1961-1962, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα,  1991., Δ. Γκότα, ‘‘Η βαλκανική συνεργασία στην πολιτική σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή τη δεκαετία του ‘50’’ στο συλλογικό έργο Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα. Διεθνές επιστημονικό συνέδριο. Ζάππειο Μέγαρο, 5-9 Ιουνίου 2007.Τόμος 2ος,  (επιμ. Κ. Σβολόπουλος – Κ. Μπότσιου – Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2008, σσ. 406-412., Κ. Κατσάνος ‘‘Το Μακεδονικό Ζήτημα (1950-1967). Η γιουγκοσλαβική οπτική.’’ στο συλλογικό έργο Το Μακεδονικό στα ξένα αρχεία. Απόρρητα έγγραφα – Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία (1950-1967), (επιμ. Ι. Κολιόπουλος– Ι. Μιχαηλίδης), Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα 2008, σσ. 23-104., ι. Μιχαηλίδης, ‘‘Άνευ όρων προσφοράν φιλίας. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, 1955-1959.’’, στο συλλογικό έργο Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα. Διεθνές επιστημονικό συνέδριο. Ζάππειο Μέγαρο, 5-9 Ιουνίου 2007.Τόμος 2ος., (επιμ. Κ. Σβολόπουλος – Κ. Μπότσιου – Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2008, σσ. 429-445., Σ. Σφέτα , Στην σκιά του Μακεδονικού., Η κρίση Αθήνας – Βελιγραδίου στην δεκαετία του 1960, Εκδόσεις  Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2007.

[3] Τονίζεται, μάλιστα, πως τα αποθέματα κάρβουνου με λιγνίτη μπορούσαν να καλύψουν  τις ανάγκες της χώρας για τα επόμενα 10 χρόνια. Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56

[4] Προπολεμικά, το 76,5% του πληθυσμού ασχολείτο με την Γεωργία. Το 1954 το ποσοστό αυτό κατέβηκε στο 64% και για το 1960 προβλεπόταν πως θα φτάσει το 59%.Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[5] Ενδεικτικά σημειώνονται κάποιοι αριθμοί.  Στην Γιουγκοσλαβία η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 18% για το 1955 σε σχέση με το 1954 ενώ στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, πλην την Δυτικής Γερμανίας, μόλις κατά 4%. Βλ. Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[6] Το Βήμα, 17- 06 – 56.

[7]  Τη στιγμή που δεν παρατηρήθηκε στην Ελλάδα αύξηση του βιομηχανικού πληθυσμού, στην Γιουγκοσλαβία ο αγροτικός μειώθηκε κατά 21 % την περίοδο 1950 – 1954. Έτσι,  στην χώρας μας εργάζονταν την περίοδο εκείνη περίπου 140.000 άτομα στο βιομηχανικό τομέα και στην γειτονική χώρα που είχε το διπλάσιο πληθυσμό 750.000. Μέχρι το 1960 προβλεπόταν αύξηση στο βιομηχανικό εισόδημα κατά 11,9% στη Γιουγκοσλαβία, 7,3%  στην Τουρκία, 6,1 % στην Ιταλία και 7,6 % στην Ελλάδα. Ωστόσο , ο Αγγελόπουλος το βλέπει αυτήν την πρόβλεψη για την Ελλάδα ως μη ρεαλιστική τη στιγμή που δεν γίνονται προσπάθειες εκβιομηχάνισης της χώρας αλλά αρκούμαστε στην θεωρητική κατάρτιση οικονομικών προγραμμάτων. Είναι ίσως ενδεικτικό πως το ιταλικό οικονομικό πρόγραμμα για τη δεκαετία 1954 – 1964 προβλέπει τη δημιουργία 4 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας ,εκ των οποίων οι μισές προορίζονται για τη βιομηχανία. Για την πενταετία 1955 – 1959 η Γιουγκοσλαβία αποσκοπεί στη δημιουργία 270.000 θέσεων ενώ η Ελλάδα, που δεν έχει αξιοποιήσει τις δυνατότητες και έχει σημαντικό αδιάθετο εργατικό δυναμικό, μόλις 78.000. Βλ. Το Βήμα, 19 – 06 – 56.

[8] Η Γιουγκοσλαβία την περίοδο εκείνη απορροφούσε περίπου το 30% του εθνικού της εισοδήματος για την βιομηχανική ανάπτυξη. Μέχρι το 1959 προβλεπόταν αύξηση αυτού του ποσοστού στο 32%. Σαν ιδανικότερη λύση προτείνεται από τον αρθρογράφο το 25%.  Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν  στο 8 – 10 %. Βλ Το Βήμα, 19 – 06 – 56.

[9]  Ένας κατώτατος μισθός υπολογίζεται περίπου  στα 9.οοο δηνάρια και ο ανώτατος, τον οποίο έπαιρναν κυρίως υψηλόβαθμοι κρατικοί υπάλληλοι στα 43.οοο. Ο μέσος μισθός κυμαινόταν στα 12.000 – 15. 000. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[10]  Επίσημα 1 δολάριο αντιστοιχούσε σε 300 δηνάρια. Για τους τουρίστες  όμως  το δολάριο συναλλασσόταν  με 400 δηνάρια ενώ στα εμβάσματα του εξωτερικού με 680. Για το χρηματιστήριο η ισοτιμία που ίσχυε ήταν ένα δολάριο προς 1.000  έως και 2000 δηνάρια. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[11] Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[12] Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[13] Σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο τα σχολεία αυξήθηκαν από 9.000 σε 14.000, και οι μεσαίες τεχνικές σχολές από 205 σε 683 . Τα 1939, η χώρα αριθμούσε 3 πανεπιστήμια  με 29 σχολές και το 1955  ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 5 και 72 αντίστοιχα. Υποτροφίες έπαιρνε το 54% των φοιτητών του πανεπιστημίου της Λιουμπλιάνα  και το 79% των φοιτητών του πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ. Βλ Το Βήμα, 20 – 06 – 56.

[14] Σύμφωνα με το Πενταετές οικονομικό σχέδιο 1955 – 1959 προβλεπόταν  πως για την γεωργία θα δίνονταν 400 εκατομμύρια επενδύσεις, δηλ. το 12 – 15%  των συνολικών επενδύσεων της χώρας. Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[15] Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[16] Ενδεικτικά να σημειωθεί πως  την διετία 1953 – 1954 χτίστηκαν 36.700 κατοικίες ενώ το 1955 50.000. Για το 1959 προβλεπόταν  πως θα χτιστούν 112.000 και για όλη την πενταετία 1955 – 1959 390.000, κάτι που σημαίνει πως επρόκειτο να δαπανηθούν γι’ αυτό το σκοπό  περίπου 482 δισεκατομμύρια δηνάρια. Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[17] Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[18] Βλ Το Βήμα, 21- 06 – 56.

[19] Οι μικρές επιχειρήσεις ήταν περίπου  4.738 και απασχολούν από 3 – 7 εργάτες. Σε αυτές τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα εργάζονταν περίπου 75.000. Οι μεσαίες επιχειρήσεις,  που υπολογίζονται περίπου στις 5000, απασχολούσαν έως και 50 άτομα. Ο συνολικός αριθμός των εργατών που εργάζονταν στις μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας υπολογίζονταν  σε 1.125.000 άτομα. Βλ Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[20] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[21] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[22] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[23] Το Βήμα, 22- 06 – 56.

[24] Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[25] Αυτή η μέχρι τότε παραμελημένη περιοχή,  απορροφούσε την περίοδο εκείνη το 11, 5 των συνολικών επενδύσεων της χώρας. Βλ. Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[26]  Η άρνηση αυτή του Τίτο δεν οφειλόταν  αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους αλλά και σε μία προσπάθεια να τηρήσει πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ των δύο συνασπισμών ώστε να μην αναγκαστεί να πέσει στις αγκάλες ούτε των ΗΠΑ ούτε της ΕΣΣΔ, διατηρώντας έτσι τον ρόλο του παράγοντα ισορροπίας στα Βαλκάνια. Πολιτικά αυτό εκφράστηκε με την εφαρμογή της αδέσμευτης πολιτικής, με αποκορύφωμα το πρώτο συνέδριο των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι το Σεπτέμβριο του 1960. Χαρακτηριστικό είναι πάντως  πως όταν ο Στρατάρχης επιχειρούσε μια προσέγγιση προς τον ένα συνασπισμό, για να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις έκανε μία ανάλογη κρούση και προς την άλλη μεριά. Για την πολιτική του Τίτο βλ. Η. Brands, Henry, ‘‘Redefining the Cold War: American Policy toward Yugoslavia, 1948-60’’, Diplomatic History, 1 (1987), σσ. 41-53., J. Campbell, , Tito separate’s Road – America and Yugoslavia in World Politics, New York 1967., B. Dimitrijević,  Jugoslavia i NATO (1951-1957), Beograd 2003., B. Hunter,  Soviet – Yugoslav relations, 1948-1972. A Bibliography of Soviet, Western and Yugoslav Comment and Analysis, Garland Publishing, New York, London 1976., D. Rusinow, The Yugoslav experiment 1948-1974, C. Hurst and Company, London 1977.

[27] Το Βήμα, 23- 06 – 56.

[28] Το Βήμα, 19 – 06 – 56 και 23 – 06 – 56

[29]  Οι 10 συμφωνίες ήταν οι εξής:

1) Μεθοριακή επικοινωνία Ελλάδας– Γιουγκοσλαβίας:

2) Αμοιβαίες νομικές σχέσεις (δικαστική αρωγή)

3)Επιστημονική και μορφωτική συνεργασία.

4) Τουριστική συνεργασία

5) Αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.

6) Αποζημίωση εθνικοποιημένων περιουσιών

7) Οικονομική– τεχνική συνεργασία

8) Οδική μεταφορά των προϊόντων.

9) Διακανονισμός παλαιών απαιτήσεων και χρεών.

10) Ζητήματα υδροοικονομίας.

Βλ. Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο – Γεγονότα και κείμενα. Τόμος 4ος, (σύνταξη κειμένων Ε. Χατζηβασιλείου), Έκδοση του ιδρύματος Κ. Καραμανλή, Αθήνα 2005

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s